Ένα iPhone αλλάζει χέρια. Στα χαρτιά, όμως, η διαδρομή του μπορεί να είναι πολύ μεγαλύτερη από εκείνη που ακολουθεί μέχρι να φτάσει στον τελικό αγοραστή του.
Μπορεί να περάσει από εταιρείες διαφορετικών χωρών, να συνοδευτεί από αλλεπάλληλα τιμολόγια, να εμφανιστεί ως μέρος μιας σύνθετης εμπορικής συναλλαγής και τελικά να αφήσει πίσω του κάτι πολύ πιο πολύτιμο για εκείνους που ελέγχουν τη διαδικασία: εκατομμύρια ευρώ από φόρους που δεν καταβάλλονται ποτέ.
Αυτή είναι, με απλά λόγια, η ιστορία μιας διεθνούς υπόθεσης οικονομικού εγκλήματος που ερευνούν οι ευρωπαϊκές δικαστικές αρχές.
Μια ιστορία με πρωταγωνιστές τέσσερις Κυπρίους επιχειρηματίες, εταιρείες σε διαφορετικές χώρες, εκατομμύρια ευρώ που μετακινούνταν μέσω χρηματοπιστωτικών πλατφορμών και ένα δίκτυο το οποίο, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, είχε οργανωθεί με σκοπό να εκμεταλλευτεί τον τρόπο φορολόγησης των διασυνοριακών συναλλαγών.
Το μέγεθος της υπόθεσης αποτυπώνεται σε ένα συνολικό ποσό: 115.529.455 ευρώ, όσο υπολογίζεται ο ΦΠΑ που φέρεται να μην αποδόθηκε στη Σουηδία και τη Γερμανία. Από αυτά, τα 80.860.171 ευρώ αφορούν 33 περιπτώσεις συναλλαγών στη Σουηδία κατά τη διετία 2019-2020, ενώ επιπλέον 34.669.284 ευρώ αντιστοιχούν σε ΦΠΑ που φέρεται να αποφεύχθηκε στη Γερμανία.
Πίσω από τους αριθμούς, όμως, βρίσκονται συγκεκριμένα πρόσωπα, με διακριτούς ρόλους, επιχειρηματικές διασυνδέσεις και προσωνύμια που καταγράφονται στη δικογραφία. Τέσσερις Κύπριοι, τους οποίους οι ερευνητές θεωρούν επικεφαλής του κυκλώματος, φέρονται να είχαν τον έλεγχο ενός πολυδαίδαλου δικτύου εταιρειών και χρηματοοικονομικών συναλλαγών.
Πρόκειται για τους αποκαλούμενους «Cyprus Boys», με τα προσωνύμια «Andy», «Chris», «Blondie» και «Μικρός Γεώργιος». Οι τέσσερις Κύπριοι, άλλωστε, δεν ήταν άγνωστοι στα κοσμικά στέκια της Γλυφάδας. Ήταν γνώριμες φυσιογνωμίες στα ακριβά εστιατόρια και στα δημοφιλή μαγαζιά των νοτίων προαστίων, όπου απολάμβαναν μια ζωή γεμάτη πολυτέλεια και υπερβολές.
Μεγάλες παρέες, εντυπωσιακές γυναίκες στο πλευρό τους, πανάκριβες βραδιές και λογαριασμοί που προκαλούσαν ίλιγγο συνέθεταν την καθημερινότητά τους. Ξόδευαν χωρίς να λογαριάζουν το κόστος, απολαμβάνοντας μια ζωή που για τους περισσότερους θα έμοιαζε απλησίαστη.
Μόνο που, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, πίσω από την οικονομική τους δραστηριότητα κρυβόταν ένας μηχανισμός απάτης εκατομμυρίων ευρώ. Και τα χρήματα που φέρονται να είχαν ιδιοποιηθεί δεν ήταν παρά ο ΦΠΑ που θα έπρεπε να είχε καταλήξει στα δημόσια ταμεία.
Με διάταξη που εκδόθηκε στις 13 Οκτωβρίου 2026, η Ευρωπαία Εντεταλμένη Εισαγγελέας Χαρίκλεια Θάνου αποφάσισε τη δέσμευση περιουσιακών στοιχείων πέντε προσώπων στην Ελλάδα.
Ανάμεσά τους βρίσκονται ένα διαμέρισμα στη Γλυφάδα, δύο αυτοκίνητα και τραπεζικοί λογαριασμοί ή άλλα περιουσιακά στοιχεία που ενδέχεται να εντοπιστούν. Πώς, όμως, κατάφεραν, σύμφωνα με τους ερευνητές, να δημιουργήσουν έναν μηχανισμό που εκμεταλλευόταν την εμπορία των iPhone για να αποφεύγεται η καταβολή τόσο μεγάλων ποσών ΦΠΑ;
Για να κατανοήσει κανείς τον μηχανισμό που περιγράφει η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, πρέπει πρώτα να γνωρίζει κάτι απλό. Όταν μια επιχείρηση πουλά ένα προϊόν, ο ΦΠΑ που εισπράττει δεν αποτελεί δικό της κέρδος.
Είναι φόρος που, μετά τους προβλεπόμενους συμψηφισμούς, οφείλει να αποδώσει στο κράτος. Στη Σουηδία, ο κανονικός συντελεστής ΦΠΑ είναι 25%. Αυτό σημαίνει ότι σε μια φορολογητέα πώληση αξίας 1.000 ευρώ, ο ΦΠΑ αντιστοιχεί σε 250 ευρώ.
Το ποσό αυτό εισπράττεται από τον πωλητή, αλλά δεν του ανήκει. Ας υποθέσουμε, λοιπόν, ότι μια εταιρεία αγοράζει κινητά τηλέφωνα και στη συνέχεια τα μεταπωλεί. Εάν εισπράξει ΦΠΑ από τον αγοραστή, αλλά εξαφανιστεί ή δεν αποδώσει τον φόρο που οφείλει, δημιουργείται ζημία για το Δημόσιο.
Όταν, μάλιστα, στην ίδια εμπορική διαδρομή παρεμβάλλονται πολλές επιχειρήσεις, σε διαφορετικές χώρες, με διαδοχικές αγορές, πωλήσεις και τιμολόγια, ο εντοπισμός της πραγματικής ροής των προϊόντων και των χρημάτων γίνεται πολύ δυσκολότερος. Αυτό ακριβώς φέρεται να εκμεταλλεύτηκε το συγκεκριμένο δίκτυο.
Σύμφωνα με τη διάταξη της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, οι εμπλεκόμενοι δημιούργησαν έναν μηχανισμό εμπορίας iPhone, με στόχο να αποφύγουν την καταβολή του σουηδικού ΦΠΑ και να μοιραστούν τα οικονομικά οφέλη.
Για να αποκρύψουν τη φορολογική απάτη, φέρονται να κατασκεύασαν μια αλυσίδα τιμολογίων που περιλάμβανε ακόμη και συναλλαγές για υπηρεσίες Voice-over-IP, δηλαδή τηλεφωνικές υπηρεσίες μέσω διαδικτύου, καθώς και δωροεπιταγές.
Σύμφωνα με τους ερευνητές, οι συγκεκριμένες υπηρεσίες και δωροεπιταγές δεν αποτελούσαν πραγματικό αντικείμενο εμπορίας. Με άλλα λόγια, ενώ η ουσία της δραστηριότητας αφορούσε την εμπορία κινητών τηλεφώνων, στα λογιστικά βιβλία εμφανίζονταν πρόσθετες συναλλαγές που, κατά τις αρχές, χρησιμοποιούνταν για να καλύψουν την πραγματική λειτουργία του δικτύου.
Στην αλυσίδα αυτή εμφανίζεται και μια γερμανική εταιρεία με έδρα το Βερολίνο, η οποία, σύμφωνα με τη δικογραφία, είχε ρόλο ενδιάμεσης εταιρείας κάλυψης.
Οι συσκευές iPhone διακινούνταν μέσω άλλων γερμανικών εταιρειών Παράλληλα, δύο επιχειρήσεις εγκατεστημένες στην Αλβανία, λειτουργούσαν ως ενδιάμεσοι στις συναλλαγές και στο σουηδικό σκέλος εμφανίζονται επτά εταιρείες. Σύμφωνα με τους ερευνητές, οι συναλλαγές αυτές συνδέονται με 33 περιπτώσεις μη καταβολής σουηδικού ΦΠΑ, συνολικού ύψους 80,86 εκατομμυρίων ευρώ.
Οι ρόλοι
Στην κορυφή του μηχανισμού, σύμφωνα με τις γερμανικές δικαστικές αρχές, βρίσκονταν τέσσερις Κύπριοι, οι οποίοι λειτουργούσαν από γραφεία στην Κύπρο. Ο πρώτος , σύμφωνα με τη δικογραφία, φέρει το προσωνύμιο «Andy».
Οι ερευνητές τού αποδίδουν τον κεντρικό ρόλο στον σχεδιασμό της απάτης. Φέρεται να δημιούργησε τον μηχανισμό τιμολόγησης, να οργάνωσε τις αγορές των κινητών τηλεφώνων και να έλεγχε τη χρηματοπιστωτική πλατφόρμα μέσω της οποίας διακινούνταν τα χρήματα.
Ο δεύτερος παρουσιάζεται στη δικογραφία ως «Chris». Στη διάταξη περιγράφεται ως το «δεξί χέρι» του “Andy” και του αποδίδεται ενεργός συμμετοχή στη διανομή των χρημάτων που, σύμφωνα με την έρευνα, προέρχονταν από την παράνομη δραστηριότητα.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο ρόλος του Γ. Γ, ο οποίος αναφέρεται με τα προσωνύμια «Blondie» και «Tall George». Η δικογραφία τον χαρακτηρίζει «τραπεζίτη» των Cyprus Boys, καθώς φέρεται να είχε δημιουργήσει και να έλεγχε τις πλατφόρμες πληρωμών P-Exec και Rivalz.
Ο τέταρτος είναι γνωστός ως «Μικρός Γεώργιος», αλλά και με άλλα προσωνύμια. Σύμφωνα με το εισαγγελικό έγγραφο, είχε εργαστεί στο παρελθόν σε εταιρεία στην Κύπρο και ήταν υπεύθυνος για την ανάλυση και παρακολούθηση λογαριασμών, εμβασμάτων και οικονομικών καταστάσεων.
Μαζί με τον “Chris” φέρονται να ήταν οι πραγματικοί δικαιούχοι της εταιρείας P-Exec Limited και να είχαν καθοριστικό ρόλο στη διαχείριση και διανομή των χρημάτων. Οι τέσσερις άνδρες, σύμφωνα με την έρευνα, δεν περιορίζονταν στον έλεγχο των συναλλαγών. Φέρονται να εξασφάλιζαν και τη χρηματοδότηση που απαιτούνταν για να αγοραστούν οι μεγάλες ποσότητες κινητών τηλεφώνων.
Για να τεθεί σε λειτουργία ο μηχανισμός, χρειάζονταν αρχικά μεγάλα χρηματικά ποσά, καθώς η αγορά χιλιάδων iPhone απαιτούσε σημαντικά κεφάλαια.
Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, οι φερόμενοι ως εγκέφαλοι του κυκλώματος φρόντισαν να εξασφαλίσουν αυτή τη χρηματοδότηση, διοχετεύοντας εκατομμύρια ευρώ μέσω εταιρειών που βρίσκονταν υπό τον έλεγχό τους. Μόνο μέσα σε διάστημα δυόμισι μηνών, από τα τέλη Ιουλίου έως τα μέσα Οκτωβρίου του 2019, διατέθηκαν 7,25 εκατομμύρια ευρώ για την αγορά κινητών τηλεφώνων.
Παράλληλα, καταγράφονται και άλλες χρηματοδοτήσεις, ύψους εκατομμυρίων ευρώ, προς επιχειρήσεις που συμμετείχαν στις συναλλαγές.
Με αυτά τα κεφάλαια ξεκίνησαν, το φθινόπωρο του 2019, οι πρώτες παραδόσεις iPhone και τέθηκε σε εφαρμογή ο μηχανισμός της φερόμενης απάτης. Όπως προκύπτει από τη δικογραφία, οι τέσσερις Κύπριοι δεν περιορίζονταν στη χρηματοδότηση των αγορών. Φέρονται να είχαν τον έλεγχο ολόκληρης της διαδικασίας, από την προμήθεια των κινητών μέχρι τη διακίνηση των χρημάτων και τη διανομή των παράνομων κερδών.
Η διαδρομή του χρήματος
Πού κατέληγαν, όμως, τα εκατομμύρια ευρώ που φέρονται να αποκόμιζαν οι εμπλεκόμενοι από την απάτη με τον ΦΠΑ; Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, τα χρήματα συγκεντρώνονταν αρχικά σε τραπεζικούς λογαριασμούς εταιρειών στη Σουηδία και στη συνέχεια μεταφέρονταν στην Κύπρο, μέσω εταιρειών και πλατφορμών πληρωμών που φέρονται να έλεγχαν οι τέσσερις Κύπριοι. Από εκεί ξεκινούσε μια δεύτερη διαδικασία, με στόχο, σύμφωνα με τους ερευνητές, να αποκρύπτεται η παράνομη προέλευση των χρημάτων. Με συνεχείς μεταφορές από λογαριασμό σε λογαριασμό, αναλήψεις μετρητών, επενδύσεις και αγορές περιουσιακών στοιχείων, τα ποσά διοχετεύονταν σταδιακά στη νόμιμη οικονομία, ώστε να εμφανίζονται ως χρήματα από κανονικές επιχειρηματικές δραστηριότητες. Αυτός είναι και ο λόγος που η έρευνα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας δεν περιορίζεται στην απάτη με τον ΦΠΑ. Οι τέσσερις Κύπριοι ελέγχονται επίσης για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, δηλαδή για ξέπλυμα μαύρου χρήματος, καθώς και για συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση.
Η δέσμευση της περιουσίας
Έξι χρόνια μετά τις επίμαχες συναλλαγές, η έρευνα αποκτά συγκεκριμένες προεκτάσεις στην Ελλάδα.
Στις 12 Μαρτίου 2026 εκδόθηκαν τέσσερις αποφάσεις γερμανικού δικαστηρίου, οι οποίες, σύμφωνα με την ελληνική εισαγγελική διάταξη, προβλέπουν κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων των τεσσάρων φερόμενων επικεφαλής, με αναφορά στο ποσό των 80.860.171 ευρώ. Στις 13 Οκτωβρίου, η Ευρωπαία Εντεταλμένη Εισαγγελέας Χαρίκλεια Θάνου υπέγραψε την υπ’ αριθμόν 199/2026 διάταξη, με την οποία αποφασίστηκε η δέσμευση περιουσιών στην Ελλάδα. Στο επίκεντρο βρίσκεται ένα διαμέρισμα τρίτου ορόφου, επιφάνειας 78 τετραγωνικών μέτρων, επί της οδού Βασιλέως Γεωργίου Β στη Γλυφάδα, καθώς και αποθήκη τεσσάρων τετραγωνικών μέτρων στην ίδια πολυκατοικία. Παράλληλα, η εισαγγελική αρχή διατάσσει τη δέσμευση δύο αυτοκινήτων ιδιοκτησίας του “Andy” ενός DS 3 Crossback και ενός Audi A3 45 TFSIe. Η απόφαση δεν περιορίζεται σε αυτά τα περιουσιακά στοιχεία. Επεκτείνεται σε τραπεζικούς λογαριασμούς, επενδυτικά προϊόντα, θυρίδες, κινητή και ακίνητη περιουσία των πέντε προσώπων που κατονομάζονται, εφόσον βρίσκονται στην Ελλάδα και εμπίπτουν στη διάταξη.
Οι ευρωπαϊκές δικαστικές αρχές θεωρούν ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για οργανωμένη και συντονισμένη δράση με στόχο την παράνομη ιδιοποίηση ΦΠΑ. Η ιστορία των «Cyprus Boys» αναδεικνύει μια λιγότερο ορατή πλευρά του οικονομικού εγκλήματος. Εκεί όπου τα προϊόντα είναι πραγματικά, οι εταιρείες εμφανίζονται να πραγματοποιούν εμπορικές συναλλαγές και τα χρήματα μεταφέρονται μέσω τραπεζικών και χρηματοπιστωτικών συστημάτων, αλλά πίσω από τις κινήσεις αυτές μπορεί, σύμφωνα με τις αρχές, να λειτουργεί ένας μηχανισμός μεγάλης φορολογικής απάτης.
Και στην προκειμένη περίπτωση, το προϊόν γύρω από το οποίο φέρεται να στήθηκε ολόκληρος αυτός ο μηχανισμός δεν ήταν κάποιο άγνωστο εμπορικό αγαθό. Ήταν ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα και περιζήτητα προϊόντα στον κόσμο. Ένα σύμβολο τεχνολογίας, πολυτέλειας και κοινωνικού κύρους, που εκατομμύρια άνθρωποι κρατούν καθημερινά στα χέρια τους και ακόμη περισσότεροι ονειρεύονται να αποκτήσουν. Ένα προϊόν που για τους περισσότερους αποτελεί αντικείμενο επιθυμίας, αλλά για τους φερόμενους ως οργανωτές του κυκλώματος αποτέλεσε το μέσο για μια απάτη δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ. Ενα iphone.
Πηγή: Πρώτο Θέμα





















