Υπό δρακόντεια μέτρα ασφαλείας, με την συνοδεία μελών της ΜΜΑΔ, οδηγήθηκε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας 34χρονος Ολλανδός, ο οποίος συνελήφθη βάσει ευρωπαϊκού εντάλματος, με ειδική οδηγία για επιπρόσθετη επιτήρηση του, αναφορικά με αδικήματα που αφορούν απάτη, νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση, ενώ ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η σύνδεση της υπόθεσης με την Κύπρο.
Σύμφωνα με τα στοιχεία, η βελγική έρευνα βρίσκεται σε εξέλιξη από το 2024 και αφορά διεθνώς δραστηριοποιούμενη εγκληματική οργάνωση, η οποία φέρεται να είχε αναπτύξει ένα οργανωμένο σύστημα προσέλκυσης επενδυτών.
Τα θύματα πείθονταν να τοποθετήσουν χρήματα σε ψηφιακά περιουσιακά στοιχεία και κρυπτονομίσματα, μεταξύ των οποίων Bitcoin, Ethereum και USDT, πιστεύοντας ότι πραγματοποιούσαν πραγματικές και επικερδείς επενδύσεις.
Για την προσέλκυσή τους χρησιμοποιούνταν, σύμφωνα με τις βελγικές αρχές, ψεύτικες διαφημίσεις, επαγγελματικά σχεδιασμένες αλλά πλαστές επενδυτικές ιστοσελίδες, βελγικοί και διεθνείς τηλεφωνικοί αριθμοί, μεταβαλλόμενες ηλεκτρονικές διευθύνσεις και λογισμικό απομακρυσμένης πρόσβασης, ενώ οι ύποπτοι φέρονται να επικοινωνούσαν με τα θύματα τόσο στα αγγλικά όσο και στα ολλανδικά.
Από μια αρχική κατάθεση €250 σε επενδύσεις εκατοντάδων χιλιάδων
Ο μηχανισμός που περιγράφεται στα στοιχεία, εμφανίζεται να ακολουθούσε συγκεκριμένα στάδια. Όπως αναφέρεται, ένα υποψήφιο θύμα που ανταποκρινόταν σε διαδικτυακή διαφήμιση και εγγραφόταν σε μία από τις επενδυτικές ιστοσελίδες, καλούνταν αρχικά να καταβάλει ένα σχετικά μικρό ποσό, συνήθως €250.
Στη συνέχεια αναλάμβανε ένας προσωπικός «account manager», ο οποίος διατηρούσε συστηματική επικοινωνία με το θύμα, ενώ οι τηλεφωνικές κλήσεις και τα emails μπορούσαν να γίνονται αρκετές φορές την εβδομάδα και, σε ορισμένες περιπτώσεις, ακόμη και αρκετές φορές την ημέρα.
Οι διαχειριστές λογαριασμών, σύμφωνα με τις καταθέσεις θυμάτων που επικαλούνται οι βελγικές αρχές, αφιέρωναν σημαντικό χρόνο στην ανάπτυξη προσωπικής σχέσης μαζί τους. Παρουσιάζονταν ως φιλικοί, επαγγελματίες και εξυπηρετικοί, αντλούσαν πληροφορίες για την οικονομική τους κατάσταση και επιχειρούσαν να οικοδομήσουν σχέση εμπιστοσύνης.
Όταν κάποιο θύμα άρχιζε να εκφράζει αμφιβολίες ή δισταγμούς, μπορούσε να παρέμβει άλλος, περισσότερο πειστικός διαχειριστής, ο οποίος σε ορισμένες περιπτώσεις παρουσιαζόταν ως «Senior Account Manager» και πρότεινε μια νέα, φαινομενικά ελκυστική επενδυτική ευκαιρία.
Παράλληλα, τα θύματα αποκτούσαν πρόσβαση σε προσωπικό λογαριασμό στην υποτιθέμενη επενδυτική πλατφόρμα, μέσω του οποίου μπορούσαν να παρακολουθούν τις δήθεν επενδύσεις τους. Εκεί, σύμφωνα πάντα με τις βελγικές Αρχές, εμφανίζονταν σημαντικές αποδόσεις και εξαιρετικά υψηλά κέρδη, δημιουργώντας την εντύπωση ότι οι επενδύσεις απέδιδαν και ενθαρρύνοντας τα θύματα να διαθέσουν ακόμη μεγαλύτερα ποσά.
Το κρίσιμο σημείο ερχόταν όταν κάποιος ζητούσε να αποσύρει μέρος ή το σύνολο της επένδυσής του, καθώς τότε, σύμφωνα με τους ανακριτές, απαιτούνταν πρόσθετες πληρωμές υπό διάφορα προσχήματα, με κατάληξη την απώλεια του συνόλου των χρημάτων που είχαν επενδυθεί.
Απομακρυσμένος έλεγχος των υπολογιστών των θυμάτων
Ιδιαίτερη πτυχή της φερόμενης μεθοδολογίας ήταν η χρήση λογισμικού απομακρυσμένης πρόσβασης, καθώς σύμφωνα με τα στοιχεία, οι ύποπτοι μπορούσαν με αυτό τον τρόπο να αποκτήσουν πρόσβαση στους υπολογιστές, τα tablets ή τα κινητά τηλέφωνα των θυμάτων και να τα καθοδηγούν κατά τη διαδικασία πραγματοποίησης των συναλλαγών.
Τα χρήματα μεταφέρονταν αρχικά από τους τραπεζικούς λογαριασμούς των θυμάτων σε νόμιμες διαδικτυακές πλατφόρμες συναλλαγών κρυπτονομισμάτων, στις οποίες τα θύματα είχαν ανοίξει λογαριασμούς υπό την καθοδήγηση των υπόπτων.
Εκεί αγοράζονταν ψηφιακά νομίσματα και ακολούθως τα θύματα λάμβαναν οδηγίες να τα μεταφέρουν σε υποτιθέμενο ψηφιακό πορτοφόλι της επενδυτικής πλατφόρμας.
Στην πραγματικότητα, υποστηρίζουν οι Βέλγοι ανακριτές, τα συγκεκριμένα πορτοφόλια ελέγχονταν από την εγκληματική οργάνωση. Τα κρυπτονομίσματα μεταφέρονταν στη συνέχεια περαιτέρω και συχνά αναμειγνύονταν με Bitcoin και άλλα ψηφιακά περιουσιακά στοιχεία που φέρονταν να προέρχονται από απάτες σε βάρος άλλων θυμάτων.
Τουλάχιστον 257 θύματα, ζημιές άνω των €18,47 εκατ.
Η οικονομική έκταση που αποδίδεται στο δίκτυο είναι ιδιαίτερα μεγάλη, αφού η έρευνα έχει συνδέσει, σύμφωνα με τις βελγικές Αρχές, την ίδια εγκληματική οργάνωση με τουλάχιστον 257 Βέλγους παθόντες, οι οποίοι μεταξύ 2023 και 2025 φέρονται να εξαπατήθηκαν συνολικά κατά €18.476.528,01.
Οι Αρχές αναφέρουν ότι εκατοντάδες θύματα μπορούν να συνδεθούν με τις απατηλές επενδυτικές ιστοσελίδες, ενώ η έρευνα επεκτάθηκε πέρα από τις χρηματικές συναλλαγές και στην τεχνολογική υποδομή του δικτύου, όπως servers, ηλεκτρονικές διευθύνσεις, ονόματα τομέων και υπηρεσίες φιλοξενίας ιστοσελίδων.
Οι ανακριτές εκτιμούν ότι τα διαφορετικά περιστατικά που συγκεντρώθηκαν στην ίδια έρευνα παρουσιάζουν κοινά χαρακτηριστικά και παραπέμπουν σε ενιαία εγκληματική μεθοδολογία. Τα θύματα πείθονταν να αποκτήσουν ψηφιακά περιουσιακά στοιχεία υπό την καθοδήγηση των υπόπτων και στη συνέχεια να τα μεταφέρουν πιστεύοντας ότι πραγματοποιούσαν νόμιμες επενδύσεις.
Θύμα φέρεται να έχασε περίπου 5 εκατ.
Χαρακτηριστική της κλίμακας της υπόθεσης είναι η περίπτωση γυναίκας η οποία, σύμφωνα με τα στοιχεία, κατήγγειλε στις 25 Ιανουαρίου 2024 επενδυτική απάτη σε κρυπτονομίσματα με ζημιά περίπου 5 εκατομμυρίων.
Από τα στοιχεία που παραθέτουν οι βελγικές αρχές προκύπτει ότι πραγματοποιήθηκαν 13 συναλλαγές συνολικού ύψους €4.022.000, άλλες 12 συναλλαγές συνολικού ύψους €360.100 και επιπλέον 17 συναλλαγές ύψους €640.500, μέσω παρόχων υπηρεσιών κρυπτοπεριουσιακών στοιχείων.
Στην ίδια υπόθεση περιγράφεται και μια πιο σύνθετη τεχνική εξαπάτησης. Το θύμα φέρεται να έλαβε 2.279,95 Ethereum tokens χωρίς πραγματική αξία, ώστε να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι της είχαν επιστραφεί $5.108.233,24.
Σύμφωνα με τα στοιχεία, χρησιμοποιήθηκε σχετικό Ethereum Smart Contract για την αποστολή των άνευ αξίας tokens. Οι Αρχές αναφέρουν ότι τέτοιες τεχνικές μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να πειστούν τα θύματα να πραγματοποιήσουν και άλλες πληρωμές, υπό το πρόσχημα ότι τα χρήματά τους έχουν δεσμευτεί και απαιτούνται πρόσθετες καταβολές για την αποδέσμευσή τους.
Ο ρόλος που αποδίδεται στον Ολλανδό ύποπτο
Σε ό,τι αφορά τον 34χρονο Ολλανδό που συνελήφθη, οι βελγικές αρχές υποστηρίζουν ότι δραστηριοποιούνταν ως account manager, χρησιμοποιώντας ψευδώνυμο στις επαφές του με Βέλγους και Ολλανδούς επενδυτές.
Η έρευνα συνδέει ηλεκτρονικές διευθύνσεις που αποδίδονται στο συγκεκριμένο ψευδώνυμο με τουλάχιστον οκτώ υποθέσεις απάτης στο Βέλγιο, με συνολική ζημιά περίπου €6.980.537, ενώ αναφέρεται ότι η έρευνα βρίσκεται σε εξέλιξη και δεν αποκλείεται να προκύψει σύνδεση και με πρόσθετες υποθέσεις.
Παράλληλη έρευνα των ολλανδικών Αρχών φέρεται να συνδέει τον ίδιο account manager με υποθέσεις στην Ολλανδία συνολικής ζημιάς €1.473.808.
Email server με περίπου 889 δυνητικά θύματα
Η ψηφιακή έρευνα αποκάλυψε, σύμφωνα με τις βελγικές αρχές, μια ακόμη μεγαλύτερη δεξαμενή πιθανών θυμάτων. Κατόπιν Ευρωπαϊκής Εντολής Έρευνας προς τη Γερμανία, εξασφαλίστηκε αντίγραφο διακομιστή ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που φέρεται να χρησιμοποιούσαν οι ύποπτοι για επικοινωνία με επενδυτές.
Η εξέταση των δεδομένων του server αποκάλυψε, κατά τα στοιχεία, πολλαπλούς λογαριασμούς ηλεκτρονικού ταχυδρομείου μέσω των οποίων υπήρχε επικοινωνία με περίπου 889 δυνητικά θύματα.
Τα ηλεκτρονικά ίχνη που οδήγησαν στην Κύπρο
Η εξέταση του συγκεκριμένου server αποτέλεσε παράλληλα ένα από τα στοιχεία που έστρεψαν την έρευνα προς την Κύπρο.
Στα ηλεκτρονικά μηνύματα, σύμφωνα με το ένταλμα, οι ύποπτοι αναφέρονταν σε ώρες συναντήσεων και εσωτερικά ραντεβού χρησιμοποιώντας την κυπριακή ζώνη ώρας. Επιπλέον, ένας από τους υπόπτους είχε αναφέρει σε θύμα ότι η επενδυτική εταιρεία βρισκόταν στην Κύπρο.
Οι Βέλγοι ανακριτές χαρακτηρίζουν τα δύο αυτά στοιχεία σημαντικές ενδείξεις ότι οι ύποπτοι επιχειρούσαν από το νησί. Υπάρχουν, ωστόσο, και επιπρόσθετα στοιχεία, αφού πληροφορίες που επικαλούνται οι Ολλανδικές Αρχές, αναφέρουν ότι δεύτερος ύποπτος ταξίδεψε από την Αθήνα στην Κύπρο στις 4 Φεβρουαρίου 2024 μαζί με τον 34χρονο Ολλανδό.
Τραπεζικά δεδομένα φέρονται επίσης να καταγράφουν πληρωμή του τελευταίου σε εταιρεία στην Κύπρο στις 8 Αυγούστου 2024, ενώ τηλεπικοινωνιακή ανάλυση του ολλανδικού τηλεφωνικού αριθμού του φέρεται να κατέδειξε συχνές συνδέσεις με κεραίες κινητής τηλεφωνίας στην Κύπρο. Επίσης, αναφέρεται ότι ο 34χρονος που καταζητείτο, διέμενε στο Πισσούρι, στην επαρχία Λεμεσού.
«Ισχυρές ενδείξεις» για εγκληματικό call centre στην Κύπρο
Πέραν των πιο πάνω, οι Βέλγοι ανακριτές αναφέρουν ότι υπάρχουν «ισχυρές ενδείξεις» πως η εγκληματική οργάνωση λειτουργούσε ή εξακολουθεί να λειτουργεί στελεχωμένο εγκληματικό call centre στην Κύπρο.
Οι ανακριτές αναφέρουν επίσης ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις πως αρκετά μέλη της οργάνωσης διέμεναν ή είχαν διαμείνει στην Κύπρο και στελέχωναν το τηλεφωνικό κέντρο ως account managers που ειδικεύονταν στις απάτες.
Σύλληψη στο οδόφραγμα της Λήδρας
Ο 34χρονος Ολλανδός που καταζητείτο, συνελήφθη στο οδόφραγμα της Λήδρας, αφού του επιδείχθηκε το ένταλμα και του εξηγήθηκαν στην αγγλική γλώσσα οι λόγοι της σύλληψής του.
Κατά τη διαδικασία ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ο δικηγόρος του, Αλέξανδρος Κληρίδης, ζήτησε χρόνο ώστε να μιλήσει με αρμόδια αρχή, αλλά και με τον πελάτη του, ώστε να απαντήσει εάν συγκατατείθεται στην έκδοση του ή όχι.





















