Έμεινε στην Ιστορία ως ο πρώτος αθλητής στίβου που κέρδισε χρυσό μετάλλιο στο ίδιο αγώνισμα σε τέσσερις διαδοχικές διοργανώσεις Ολυμπιακών Αγώνων. Δικαιολογημένα ο Αλ Έρτερ – περί ου ο λόγος – θεωρείται ο κορυφαίος δισκοβόλος όλων των εποχών. Το παράδοξο, ωστόσο, είναι ότι ποτέ δεν είχε κατέβει ως φαβορί για τη νίκη!

Κι άντε πες ότι την πρώτη φορά, στις 27 Νοεμβρίου 1956 στη Μελβούρνη, ήταν λογικό να λογίζεται ως αουτσάιντερ. Ήταν μόλις 20 ετών και είχε να αντιμετωπίσει τον παγκόσμιο ρέκορντμαν, Φόρτσουν Γκόρντιν, ο οποίος είχε κατακτήσει το χάλκινο μετάλλιο του 1952 και την τέταρτη θέση του 1948. Η επικράτηση του Έρτερ και μάλιστα με νέο ολυμπιακό ρεκόρ (56.36 μ.) ήταν πράγματι έκπληξη. Τις υπόλοιπες φορές, όμως, που ήταν ήδη καταξιωμένος πρωταθλητής;

Η εξήγηση είναι απλή. Πάντοτε στην τετραετία που μεσολαβούσε, εμφανιζόταν κάποιος άλλος αθλητής που σημείωνε σπουδαίες επιδόσεις και φαινόταν ικανός να ρίξει τον Έρτερ απ’ το πρώτο σκαλί του βάθρου. Όταν ερχόταν η ώρα των Ολυμπιακών Αγώνων, όμως, ο πανύψηλος αθλητής απ’ την Αστόρια κατάφερνε να ρίχνει τον δίσκο του πιο μακριά.

Το 1960 στη Ρώμη, φαβορί για τη νίκη θεωρούταν ο Ρινκ Μπάμπκα, ο οποίος είχε νικήσει τον Έρτερ στα τράιαλς των ΗΠΑ, δίνοντας τέλος στο νικηφόρο σερί του που κρατούσε επί δύο χρόνια. Ο ολυμπιονίκης είχε επιστρέψει δυνατός στους στίβους, ύστερα από ένα τροχαίο ατύχημα που είχε το 1957, αλλά δεν έδειχνε ικανός να ρίξει τον δίσκο τόσο μακριά όσο ο αντίπαλός του.

Από τον προκριματικό, ωστόσο, ο Έρτερ έδειξε τις διαθέσεις του. Βελτίωσε το ολυμπιακό ρεκόρ (58.43 μ.) και επανέλαβε το επίτευγμα στον τελικό με βολή στα 59.18 μ., η οποία ήταν καλύτερη κατά ένα και πλέον μέτρο της κορυφαίας του Μπάμπκα, που έμεινε στη δεύτερη θέση (58.02 μ.).

Το θαύμα του Τόκιο

Το 1964 στο Τόκιο εμφανίστηκε ο Τσεχοσλοβάκος, Λούντβικ Ντάνεκ, ο οποίος δύο μήνες πριν τους Ολυμπιακούς Αγώνες είχε βελτιώσει κατά ενάμισι μέτρο το παγκόσμιο ρεκόρ που κατείχε ο Έρτερ (64.55 μ. έναντι 62.94 μ.). Ο κάτοχος του ολυμπιακού τίτλου ταλαιπωρούνταν εκείνη την εποχή από έναν πρόβλημα στον αυχένα και φορούσε κολάρο για να κάνει βολές, ενώ λίγες μέρες πριν αρχίσει η διοργάνωση υπέστη έναν τραυματισμό στα πλευρά.

Κανείς δεν πίστευε ότι ήταν ικανός για το βάθρο, οι γιατροί του είχαν συστήσει να μην αγωνιστεί, ο Έρτερ όμως ήθελε να προσπαθήσει. «Είναι οι Ολυμπιακοί Αγώνες. Και είναι υπόθεση ζωής ή θανάτου», τους είχε πει. Στον προκριματικό κατέρριψε το ολυμπιακό ρεκόρ (60.54 μ.) και στον τελικό το βελτίωσε κι άλλο με 61.00 μ. στην πέμπτη βολή, αφήνοντας σύξυλο τον Ντάνεκ, που είχε πάρει προβάδισμα από την πρώτη προσπάθεια και είχε ρίξει 60.52 μ. στην τέταρτη.

Το 1968 στην Πόλη του Μεξικού, ο 32χρονος πλέον Έρτερ είχε να αντιμετωπίσει εκτός από τον Ντάνεκ και τον συμπατριώτη του Τζέι Σιλβέστερ, ο οποίος νωρίτερα μες στη χρονιά είχε ανεβάσει το παγκόσμιο ρεκόρ στα 68.40 μ. Ο Σιλβέστερ σημείωσε νέο ολυμπιακό ρεκόρ στον προκριματικό (63.34 μ.), αλλά στον τελικό δεν τα πήγε καλά και περιορίστηκε στην πέμπτη θέση.

Ο Έρτερ, αντίθετα, βελτίωσε το ολυμπιακό ρεκόρ στην τρίτη βολή (64.78 μ., που ήταν και η κορυφαία ατομική του επίδοση) και συμπλήρωσε το καρέ χρυσών μεταλλίων, αφήνοντας δεύτερο τον Ανατολικογερμανό Λόταρ Μίλντε και τρίτο τον Ντάνεκ. Ύστερα από την ολοκλήρωση του συγκλονιστικού αυτού επιτεύγματος, αποφάσισε να αποσυρθεί απ’ τη δράση. Δεν χρειαζόταν κάτι άλλο για να αποδείξει ότι ήταν ο καλύτερος αθλητής αγώνων στη δισκοβολία.

Πειραματίστηκε με αναβολικά

Ο Έρτερ γεννήθηκε στις 19 Σεπτεμβρίου 1936 ανακάλυψε την κλίση του στο αγώνισμα μάλλον τυχαία. Ως έφηβος ασχολήθηκε με τα σπριντ στο λύκειο και αργότερα δοκίμασε την τύχη του στις μεσαίες αποστάσεις. Μέχρι που την άνοιξη του 1952 είδε έναν δίσκο να προσγειώνεται μπροστά στα πόδια του, την ώρα της προπόνησής του. Δοκίμασε να τον ρίξει προς το μέρος όπου προπονούνταν οι δισκοβόλοι, αλλά προς έκπληξή του τον είδε να καταλήγει πολύ πιο μακριά.

Ο 15χρονος Έρτερ δεν προκάλεσε, ευτυχώς, κανέναν τραυματισμό, αλλά συνειδητοποίησε ότι θα μπορούσε να διακριθεί περισσότερο στη δισκοβολία παρά στο τρέξιμο. Άρχισε να προπονείται συστηματικά στο νέο του αγώνισμα και το 1954 κέρδισε υποτροφία στο Πανεπιστήμιο του Κάνσας, όπου συνδύασε τον αθλητισμό με τις σπουδές. Τα υπόλοιπα, είναι Ιστορία.

Το 1976, όντας παλαίμαχος πια, ο Έρτερ δοκίμασε στεροειδή αναβολικά υπό ιατρική επίβλεψη, για να δει αν θα τον βοηθούσαν να βελτιώσει τις επιδόσεις του. Σταμάτησε, ωστόσο, γρήγορα το πείραμα, μια και τα στεροειδή προκάλεσαν αύξηση της αρτηριακής πίεσης, χωρίς να τον βοηθήσουν να ρίξει τον δίσκο του πιο μακριά. Ύστερα από την περιπέτεια που πέρασε, έγινε επικριτικός προς τους αθλητές που έκαναν χρήση απαγορευμένων ουσιών, ήταν όμως ταυτόχρονα αντίθετος με την αύξηση των ελέγχων ντόπινγκ, μια και θεωρούσε ότι οι αρχές έκαναν διακρίσεις και δεν τιμωρούσαν όλους τους ενόχους.

Προς έκπληξη όλων, ο Έρτερ έκανε προσπάθεια να μπει στην εθνική ομάδα των ΗΠΑ για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1980 στη Μόσχα, όμως κατέλαβε την τέταρτη θέση στα τράιαλς. Ακολούθησε το μποϊκοτάζ των Αμερικανών, κάτι που σήμαινε ότι το σερί ολυμπιακών νικών του δεν θα «χαλούσε» έτσι κι αλλιώς, αίσθηση όμως προκάλεσε το γεγονός ότι στα 43 του χρόνια είχε βελτιώσει κατά πολύ το ατομικό ρεκόρ του (69.46 μ.).

Ο Έρτερ άφησε την τελευταία του πνοή την 1η Οκτωβρίου 2007 από καρδιακή ανεπάρκεια, αφού είχε ταλαιπωρηθεί για πολλά χρόνια με την αρτηριακή του πίεση (πρόβλημα που αντιμετώπιζε πριν τη δοκιμή των στεροειδών). Νωρίτερα το ίδιο έτος, είχε αρνηθεί την προοπτική να υποβληθεί σε μεταμόσχευση καρδιάς. «Έζησα μια ενδιαφέρουσα ζωή και θα προχωρήσω όπως είμαι», είχε πει.

Έτσι κι αλλιώς, με τα τέσσερα διαδοχικά χρυσά μετάλλια στη δισκοβολία, ο Έρτερ είχε κερδίσει την αθλητική αθανασία. Μόνο ο Καρλ Λιούις έχει πετύχει κάτι ανάλογο στον στίβο, με τα τέσσερα χρυσά μετάλλια στο άλμα εις μήκος.