Χρησιμοποιώντας τον ιστότοπό μας, αποδέχεστε τη χρήση των cookie μας.

ΦΑΝΤΙΓΚΑ: Το παιδί του Τούχελ που συνεχίζει σε όλο και καλύτερο στασίδι
Αφιερώματα

ΦΑΝΤΙΓΚΑ: Το παιδί του Τούχελ που συνεχίζει σε όλο και καλύτερο στασίδι

Fonbet Powers you up! Πάρε το Powerbank σου τώρα!

Η συμφωνία του Ολυμπιακού με τον 21χρονο Γάλλο μέσο Μπαντιουγκού Φαντιγκά και το αγωνιστικό background του αναδεικνύει όλο και περισσότερο την πρόοδο στο scouting, αλλά και την αναβάθμιση της δεξαμενής των επιλογών των πρωταθλητών Ελλάδας από τη γαλλική αγορά.

Στην ευρωπαϊκή ποδοσφαιρική πιάτσα λέγεται χρόνια. Ως μοτό, ως επενδυτική τακτική, ως δημόσιες σχέσεις, ως οτιδήποτε. Ο,τι θέλει κανείς να βρει, να δει, να γνωρίσει, το βλέπει στις ακαδημίες της Παρί. Ατόφιο ταλέντο, «καρχαρίες» στις εξέδρες να καραδοκούν, ομάδες για όλα και από όλα τα βαλάντια, με στόχο να μαζέψουν όχι μόνο ό,τι γυαλίζει (που είναι και το πιο δύσκολο), αλλά και ό,τι περισσέψει.

Και ειδικά στη νεόπλουτη Παρί το μόνο εύκολο είναι αυτό. Και να περισσέψει κάποιος, αλλά και ακόμη και κάποιος άλλος, ανεξαρτήτως ταλέντου, δυναμικής και προοπτικής, πολύ απλά να απογοητευτεί, να μην χωράει από τον ανταγωνισμό, από την αγοραστική μανία ενός club που το μόνο που ψάχνει και του κάνει είναι το ακριβότερο και το λαμπερότερο.

Αυτή λοιπόν η κατάσταση μοιραία δημιουργεί ευκαιρίες, νομοτελειακά προκαλεί περιθώρια. Η μάχη για μια καλή θέση στις εξέδρες για τις προπονήσεις και τα παιχνίδια, των τσικό των Παριζιάνων, όλων των ηλικιακών κατηγοριών, πιθανώς ξεπερνάει ακόμη και αυτήν της πασαρέλας που γίνεται για την πρώτη ομάδα. Στο τέλος τέλος, από εκεί, ελάχιστοι είναι αυτοί που μπορούν να ψωνίσουν ή -επί το ακριβέστερο- να… κλέψουν.

Από τα φυτώρια όμως, δεδομένων των συνθηκών που επικρατούν, η πίτα είναι και μεγαλύτερη και αφορά περισσότερους. Ανεξαρτήτως τι σόι παίκτης είναι ή σε τι πάστα ποδοσφαιριστή μπορεί να εξελιχτεί ο Μπαντιουνγκού Φαντιγκά, δύο είναι τα κρατούμενα: πρώτον, πως ποιοτικά το ISO το έχει εξασφαλισμένο από το club και από τις ακαδημίες από τις οποίες προέρχεται.

Και δεύτερον, πως δεδομένου αυτού ακριβώς του αδυσώπητου ανταγωνισμού, του… πολέμου για μια προνομιακή θέση, για μια έστω κλεφτή ματιά στα φυτώρια της Παρί, για το κάθε τι που βγαίνει από εκεί, είναι αυτονόητα σημαντικό επίτευγμα για τον Ολυμπιακό ότι όχι μόνο πήρε/βρήκε πόστο, αλλά κατάφερε και έπεισε έναν από τα προϊόντα των Παριζιάνων να ντυθεί στα ερυθρόλευκα.

Τα πρώτα βήματα

Γέννημα – θρέμμα Παριζιάνος, έπαιζε σε μια ερασιτεχνική ομάδα, την Ισί λε Μουνιλινό, σε μια εργατική συνοικία της γαλλικής πρωτεύουσας, όταν σε ηλικία 12 ετών scouts της Παρί τον εντόπισαν, τον ξεχώρισαν και τον έφεραν – κατόπιν δοκιμαστικού – στις ακαδημίες της μεγάλης της πόλης.

Κατ’ ευθείαν εντάχθηκε σε ομάδα με παιδιά μεγαλύτερα του κατά έναν χρόνο. Και έτσι πήγε ως και τα 15 του, οπότε και ξεχωρίζοντας, είχε μερικές συμμετοχές στις – κατ’ αντιστοιχία δικές μας μεικτές – τοπικές ομάδες της ευρύτερης περιοχής του Παρισίου, που λειτουργούσαν ως προθάλαμος των φυτωριακών εθνικών ομάδων των τρικολόρ.

Playmaker, με ανεπτυγμένη τεχνική και δυνατότητα, αν και εφόσον χρειάζονταν, να αγωνιστεί και στην επιθετική τριπλέτα. Στα 15 του, μετά δηλαδή την πρώτη τριετία, σύμφωνα με την πρακτική των ακαδημιών της Παρί, υποβλήθηκε στον πρώτο καθιερωμένο έλεγχο προόδου. Τον πέρασε επιτυχώς, με τους ανθρώπους του συλλόγου να καταγράφουν ως ελπιδοφόρα εν όψει μέλλοντος (πέραν της τεχνικής), το μπρίο, την ενεργητικότητα στο κέντρο και την εμφανή τακτική πρόοδο.

Στοιχεία που αντιστάθμισαν τα εμφανή σωματικά μειονεκτήματα. Η ανάπτυξη άλλωστε, η ελλιπής μυϊκή μάζα και το όχι ακόμη και τώρα σύγχρονα “ποδοσφαιρικό” κορμί (που δεν έχει) αποτελούν και καταγράφονται ως τέτοια, τα εμφανέστατα μειονεκτήματά του.

Συνεχίζει κάνοντας όλον τον δρόμο, φτάνοντας στο δεύτερο check point, που για την λειτουργία των ακαδημιών της Παρί είναι η u19 του συλλόγου. Μόνιμα πλέον σε ρόλο δημιουργικού μέσου, κάνει μια εξαιρετική σεζόν, την πρώτη του στη συγκεκριμένη ηλικιακή ομάδα, με τον (παλαίμαχο άσο των Παριζιάνο) Τιάγκο Μότα στα ηνία, να του δίνει την μπαγκέτα. Ανταμοιβή εξέλιξης και προόδου, εχέγγυο δυναμικής, ότι στο τέλος εκείνης της σεζόν (2018-19) υπέγραψε το πρώτο του επαγγελματικό συμβόλαιο.

Ο Τούχελ…

Η επόμενη δεν κυλάει καλά. Ταλαιπωρείται από τραυματισμούς, χάνει χρόνο και αυτό, σε ένα ποδοσφαιρικό οικοσύστημα με τόσο αδυσώπητο ανταγωνισμό, λειτουργεί εις βάρος του. Χάνει τη θέση του, χάνει το στάτους, χάνει πολλά και γενικά.

Τα πάντα όμως άλλαξαν όταν στο Παρίσι έφτασε ο Τούμας Τούχελ. Ο Γερμανός, γνώστης των θησαυρών που έκρυβαν διαχρονικά οι ακαδημίες της Παρί, προσκαλεί διαδοχικά στις προπονήσεις της πρώτης ομάδας όλα τα μέλη της δεύτερης και κρατάει αυτούς που του τραβάνε, περισσότερο, την προσοχή.

Ο Φαντιγκά ένας εξ αυτών. Ακολουθεί την καλοκαιρινή προετοιμασία, μπαίνει σε αποστολές και ντεμπουτάρει κιόλας στην 3η αγωνιστική του περυσινού σαμπιονά, μπαίνοντας στο γήπεδο στο τελευταίο επτάλεπτο της φιλοξενίας της Μετς.

Ιδιαιτερότητες; Αρκετές. Οι Παριζιάνοι είχαν ξεκινήσει την χρονιά με δύο ήττες, 1-0, στις ισάριθμες πρώτες αγωνιστικές και την ώρα που έκανε το επαγγελματικό του ντεμπούτο ήταν στο 0-0 και έπαιζαν με 9 κόντρα σε 11.

Δεν μπήκε δηλαδή να παίξει σε προστατευόμενο περιβάλλον, σε ιδεατές συνθήκες, δεν μπήκε να κάνει πασαρέλα. Για πόλεμο επιλέχθηκε από τον προπονητή του, για να δώσει κάτι παραπάνω ώστε η ομάδα του, τουλάχιστον να κρατήσει και να αποφευχθούν περαιτέρω κλυδωνισμοί. Και για την ομάδα και για τον προπονητή.

Πήρε το μέγιστο τελικά με γκολ του Ντράξλερ στα χασομέρια. Δεν είχε κάποια συμμετοχή στο γκολ, αλλά στους πανηγυρισμούς, Ντι Μαρία και Ικάρντι τον παίρνουν παραμάσχαλα, περνώντας το μήνυμα. Καλοτυχίας, αποδοχής, αναγνώρισης.

Ο Κιμπεμπέ, ο μόνος του ρόστερ που είχε αναδειχτεί από τις ακαδημίες της Παρί, βρήκε τον όμοιό του, καλωσορίζοντας τον με ποστάρισμα στα αποδυτήρια και το club με δικό του, τον κατέγραψε ως τον 464ο ποδοσφαιριστή στην ιστορία που αγωνίζεται σε επαγγελματικό επίπεδο με τη φανέλα της Παρί.

Έκτοτε πήρε άλλα πέντε παιχνίδια, όλα ως αλλαγή. Μια υπενθύμιση μόνο για το ποιοι δηλώνονταν ως μέσοι (κατά πλάτος και κατά μήκος) πέρυσι στους Παριζιάνους: Βεράτι, Παρέδες, Ντι Μαρία, Ραφίνια, Ντανίλο, Σαράμπια, Ερέρα, Ντράξλερ, Γκέιγ. Το ότι ένας άγραφος, 20χρονος, πήρε έστω και πέντε παιχνίδια ως αλλαγή, όταν από τους εννιά προαναφερθέντες, συχνά οι τέσσερις και οι πέντε έμεναν εκτός αποστολής, ενδεικτικό.

…και ο Ποτσετίνο

Μετά ήρθε η… Τσέλσι. Οι Λονδρέζοι δεν δυσκολεύονται να δελεάσουν τον Τούχελ, ο οποίος είχε προ μηνός από το Παρίσι. Σημειολογικά, η τελευταία αλλαγή που έκανε ως προπονητής της Παρί ο Γερμανός ήταν ο Φαντιγκά, στον οποίο και έδωσε δύο λεπτά στη φιλοξενία της Στρασμπούρ, προπαραμονή Χριστουγέννων. Ήταν και τα τελευταία του στους Παριζιάνους.

Ο Μαουρίτσιο Ποτσετίνο ξεκαθαρίζει εξαρχής πως θα έχει τελείως διαφορετική προσέγγιση και ουσιαστικά τον ωθεί στο να αναζητήσει χρόνο συμμετοχής. Με βαριά καρδιά και όχι ιδιαίτερη διάθεση συναινεί στο φινάλε της χειμερινής μεταγραφικής περιόδου στον δανεισμό του στην Μπρεστ, με την Παρί “εγγυήτρια” της όλης κίνησης.

Δεν πήγε καλά. Σε τελείως διαφορετικό περιβάλλον, σε τελείως διαφορετικές συνθήκες, σε ομάδα με τελείως διαφορετική στόχευση και ανάγκες (για την παραμονή της μαχόταν), κάθε άλλο παρά προστατεύτηκε και αναδείχθηκε. Ισα ίσα που τα σωματικά του μειονεκτήματα είναι αυτά που προτάχθηκαν ως δικαιολογία για το ότι δεν έπαιξε ουσιαστικά καθόλου.

Ο δανεισμός όχι μόνο αποδεικνύεται λανθασμένη επιλογή, αλλά μοιάζει και καταδικαστικός, αφού κάνει ζημιά στο όνομά του εντός των γαλλικών συνόρων. Επέστρεψε μεν στο Παρίσι το περασμένο καλοκαίρι, αλλά ούτε κατά διάνοια κατάφερε να διεκδικήσει αλλαγή του στάτους του και, μπαίνοντας στον τελευταίο χρόνο του συμβολαίου του, απλώς έμοιαζε καρτερικά να περιμένει το φινάλε του για να αποδεσμευτεί.

Ουδέν κακό. Κάπως έτσι, βρήκε ο Ολυμπιακός την ευκαιρία και αξιοποιώντας όλα όσα είχαν προηγηθεί τον συμφώνησε και λίγες μέρες μόνο πριν τα 21α του γενέθλια (στις 15 Ιανουαρίου) τον έφερε στην Αθήνα, υπογράφοντας τον για 4,5 χρόνια, συνεχίζοντας την απολύτως επιτυχημένη μεταγραφική πολιτική και επιλογή με αντίστοιχες περιπτώσεις από τη γαλλική αγορά.

Δεν γίνεται όμως να μην καταγραφεί και το αυτονόητο: ο Αρτούρ Μαζουακού ήρθε από τη δεύτερη ομάδα της Βαλενσιέν, αγωνιζόμενος τότε στα τοπικά του γαλλικού ποδοσφαίρου. Ο Παπέ Σισέ και ο Μαντί Καμαρά από την Αζαξιό, τότε στη Ligue 2, ο Ουσεϊνού Μπα από την άλλη ομάδα της Κορσικής, την Γκαζελέκ, επίσης τότε στη Ligue 2.

Το περασμένο καλοκαίρι η φετινή αποκάλυψη των πρωταθλητών, ο Αγκιμπού Καμαρά ήρθε από τις ακαδημίες της Λιλ, έχοντας πάρει γεύση από πρώτη ομάδα των περυσινών πρωταθλητών Γαλλίας. Και τώρα, οι ερυθρόλευκοι φέρνουν ποδοσφαιριστή προερχόμενο από τις ακαδημίες της Παρί, έχοντας αποτελέσει και μέλος των πλέον ακριβοπληρωμένων αποδυτηρίων του πλανήτη.

Εξέλιξη το δίχως άλλο, όλο και καλύτερη θέση στο στασίδι…

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ