Χρησιμοποιώντας τον ιστότοπό μας, αποδέχεστε τη χρήση των cookie μας.

Τζορτζ Μπεστ: Ελιγμός στη λευκή άβυσσο!
Αγγλία

Τζορτζ Μπεστ: Ελιγμός στη λευκή άβυσσο!

Fonbet Powers you up! Πάρε το Powerbank σου τώρα!

Τα «σκαθάρια» με τις κιθάρες κι αυτός με τα μαλλιά-χορδές. Τα πλήθη να αλαλάζουν στο θέαμα που το σώμα και το μυαλό πρόσφεραν αφειδώλευτα. Δεν ήταν μόνα τους, δεν ήταν μόνοι τους. Οι 4+1+… ήταν αμέτρητοι και η φαντασία τους κρατούσε πάντα μια θέση κενή. Στην αρχή ήταν η άγνοια και μετά η επιθυμία και μετά η εξουσία…

Τότε, όμως, όλα γίνονταν πραγματικότητα και η εξουσία έμενε σκονισμένη, αποκρουστική και η φαντασία χανόταν και το 4+1… αναζητούσε τον επόμενο/η μέσα στο χάος. Τα «σκαθάρια» συνταίριαξαν το άναρχο με τη δόξα και τη φήμη και αυτός που οι μελωδίες έπεφταν από τα μαλλιά και ξάπλωναν στα πόδια του, έκανε το χάος δόξα και τη δόξα χάος. Το 4+1… παρέμεινε μόνο που ό,τι κι αν έμπαινε μετά υγροποιούνταν, διαλυόταν και ένας αταξινόμητος ίλιγγος κινούσε τα αποσιωπητικά.

Το κακό για τον ερυθρό ιππότη ήταν πως το αδύνατο έγινε δυνατό για λίγο και η αστραπή του έκαψε τα πάντα. Στο τέλος το 4+1… δεν χρειαζόταν κανέναν αριθμό. Τα «σκαθάρια» απλώθηκαν στην επικράτεια του απείρου και αυτός, ο ένας, σ’ έναν ελιγμό, σε μια ντρίμπλα και μια λευκή άβυσσο χάθηκε. Τα λόγια έμειναν για να συμπληρώσουν το ταλαιπωρημένο 4+1… και είναι αρκετά για να δικαιώσουν τον «Πέμπτο Μπητλ», τον Τζορτζ Μπεστ.

Όλα στο κόκκινο
Όλα στη ζωή είναι θέαμα και μια πράξη. Την πράξη την επιλέγεις εσύ, το θέαμα όμως σου προσφέρεται και εσύ κάτι του επιστρέφεις. Ο Τζορτζ Μπεστ ό,τι κι αν είδε, ό,τι κι αν κράτησε, σίγουρα το πολλαπλασίασε και μας έκανε να ψάχνουμε την εικόνα και το συναίσθημα που τη συνοδεύει. Κάτι ανάλογο έκαναν και οι «Μπητλς».

Σε μεγαλύτερη κλίμακα και με περισσότερο λάμψη και θόρυβο.

Ο Μπεστ όμως δεν τους έχασε από τον ορίζοντα και έφτιαξε τον δικό του θόρυβο, το δικό του εκτυφλωτικό φως και γέμισε με κίνηση κάθε καρέ του κόσμου του. Το κακό γι’ αυτόν ήταν πως δεν υπήρχε ισορροπία μεταξύ αγωνιστικής-έξωαγωνιστικής ζωής. Όλα στο κόκκινο και όχι μόνο αυτό της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ. Αυτό είναι το χρώμα για όσους από έρωτα και μέθη εκπέσαν.

Πάνω σ’ αυτό χορεύει ο διάβολος και όσοι του μοιάζουν τους θέλει κοντά του. Ό,τι έγινε έγινε, ό,τι κάηκε κάηκε και ό,τι ειπώθηκε εδώ έμεινε, εδώ θα μείνει. Ιδού τι έμεινε, όπως το είπε ο ίδιος ο Τζορτζ Μπεστ:

Θα ξεχάσουν όλες τις ανοησίες μόλις φύγω και θα θυμηθούν το ποδόσφαιρο. Εάν έστω κι ένας θεωρεί ότι είμαι ο καλύτερος παίκτης στον κόσμο, αυτό μου αρκεί.

Τα ποδοσφαιρικά 60’s του ανήκουν
Ο Τζορτζ Μπεστ ήταν κάτι παραπάνω από ποδοσφαιριστής για το Ηνωμένο Βασίλειο. Η αγωνιστική και κοινωνική του εικόνα ανήκει λίγο-πολύ σε όλους τους συμπολίτες του. Όσοι τον είδαν από κοντά να παίζει, να διασκεδάζει, να μιλάει, να εκτίθεται και όσοι έμαθαν γι’ αυτόν αργότερα. Όταν απεβίωσε πρωθυπουργός του Η.Β ήταν ο Τόνι Μπλερ. Τον επαίνεσε για το ταλέντο και την ικανότητα του, το ίδιο έκανε και ο απλός θεατής. Ο τρόπος έκφρασης του Μπεστ ανάγκασε άπαντες να δεχτούν τη μοναδικότητα του.

Γεννήθηκε το 1946 στο Μπέλφαστ της Βόρειας Ιρλανδίας και οι ανιχνευτές ταλέντων της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ τον εντόπισαν όταν ήταν 15 ετών. Πήγε στο «Old Trafford» με τον φίλο του Έρικ ΜακΜόρντι. Η νοσταλγία για τη γενέτειρα τους οδήγησε σχεδόν αμέσως πίσω. Ο ΜακΜόρντι επέστρεψε για να αγωνιστεί με τη Μίντλεσμπρο ενώ ο Μπεστ πείστηκε να μεταβεί (ξανά) και να μείνει στο Μάντσεστερ. Όσοι τον γνώρισαν πριν καν κλείσει τα 18, μιλάνε, αν και παιδί-θαύμα, για έναν σεμνό και χαριτωμένο νεαρό.

Το παρουσιαστικό του παρέπεμπε σε παίκτη παλαιότερης γενιάς, όπως και η συμπεριφορά του. Αν και ταλαντούχος, ανερχόμενο αστέρι, δεν υιοθέτησε ποτέ άξεστη, απαίσια συμπεριφορά. Τον Απρίλιο του 1963 έκανε το ντεμπούτο του στην πρώτη κατηγορία με τη φανέλα των «Κόκκινων Διαβόλων» και την επόμενη χρόνια αγωνίστηκε πρώτη φορά με την εθνική ομάδα της Βόρειας Ιρλανδίας. Έγινε αμέσως σημαντικό κομμάτι των ομάδων του, τόσο σε συλλογικό όσο και εθνικό επίπεδο.

Η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ του οφείλει πολλά, κυρίως στο κομμάτι του κερδισμένου χρόνου! Μαζί με τους Ματ Μπάσμπι, Ντένις Λόου, Πατ Κρέραντ συνέβαλλε τα μέγιστα για να επιστρέψει η ισχύς, η φήμη και η αποτελεσματικότητα του συλλόγου, την οποία απέσπασε βιαίως η μοίρα στο αεροπορικό δυστύχημα του 1958. Kαι το μεγαλείο;

Πότε αναδείχθηκε και εντοπίστηκε το μεγαλείο του σε παγκόσμια κλίμακα; Πολλοί θεωρούν τον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών το 1968 τη στιγμή της μεγάλης αποκάλυψης. Σφάλουν, διότι δυο χρόνια πριν, το 1966, στα προημιτελικά της ίδιας διοργάνωσης, η «τρέλα» του Μπεστ διέλυσε την Μπενφίκα. Η κορύφωση για τον βορειοιρλανδό ήρθε το 1968 όταν αναδείχθηκε «Ευρωπαίος Ποδοσφαιριστή της Χρονιάς».

Ο Τζορτζ ηττήθηκε από τον Μπεστ!
Δύο ερωτήσεις προσδιορίζουν και αποκαλύπτουν τον Τζορτζ Μπεστ: Τι τον έκανε τόσο σπουδαίο αγωνιστικά; και γιατί κατέρρευσε τόσο γρήγορα; Αν θέλαμε να κάνουμε οικονομία λόγου θα επιλέγαμε τη λακωνική προσέγγιση σημειώνοντας: Μπορούσε να κάνει τα πάντα για το πρώτο ερώτημα και αλκοόλ για το δεύτερο.

Ας «απλώσουμε» όμως τις απαντήσεις. Σύμφωνα με τον έμπειρο αθλητικό συντάκτη Πάτρικ Μπάρκλι «από πλευράς ικανότητας ήταν καλύτερος όλων. Μπορούσε να κάνει σχεδόν τα πάντα. Διέθετε τεχνική, ταχύτητα και είχε τον έλεγχο τόσο της μπάλας όσο και του σώματος του. Η ισορροπία του μοναδική, στα όρια του υπερφυσικού. Ήταν καλός και ψηλά, ενώ σε υψηλό επίπεδο βρισκόταν και η πάσα του. Μπορούσε να κερδίσει οποιονδήποτε με όποιον τρόπο επιθυμούσε». Για την ντρίμπλα του δεν χρειάζεται να πούμε πολλά. Θεωρείται απ’ όλους -ειδικούς και μη- ένας από τους καλύτερους ντριμπλέρ στην ιστορία του ποδοσφαίρου. Ευτυχώς υπάρχουν οπτικοακουστικά ντοκουμέντα που αποδεικνύουν του λόγου το αληθές. Η ομορφιά και η χάρη αποτυπωμένη σε εικόνες, ανεκτίμητο.

Το αλκοόλ μπορεί να ήταν το μέσο καταστροφής, όμως η αδυναμία διαχείρισης της εικόνας του, η ανωριμότητα του, ήταν τα σαθρά υπαρξιακά θεμέλια. Εκτός γηπέδου, λοιπόν, έπινε, τζόγαρε και άλλαζε συντρόφους δίχως σταματημό. Ο Ματ Μπάσμπι δεν μπορούσε να κάνει πολλά και η ελευθερία του Μπεστ έγινε ασυδοσία. Τα πράγματα έγιναν χειρότερα όταν ο Μπάσμπι αποχώρησε -1969- και παρότι διατήρησε γραφείο στο «Old Trafford», οι διάδοχοι του δεν μπόρεσαν να συνετίσουν τον σταρ του συλλόγου.

Στην απώλεια ελέγχου συνέβαλλαν και οι συμπαίκτες του, αφού αντί να εξελιχθούν τα περίμεναν όλα απ’ αυτόν. Οι δηλώσεις του χαρακτηριστικές: «Αντί να περιστρέφεται γύρω μου, η ομάδα εξαρτιόταν από μένα και γω δεν είχαν την ωριμότητα να χειριστώ τη νέα κατάσταση. Ξεκίνησα να πίνω βαριά και στο γήπεδο δεχόμουν εύκολα κάρτες μια και έχανα την υπομονή μου». Τελευταίο ματς με τη φανέλα της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ εναντίον της QPR, την πρωτοχρονιά του 1974.

Ό,τι συνέβη από κει και πέρα αξίζει μόνο να… ξεχαστεί! Αγωνίστηκε για διάφορες ομάδες, εντός και εκτός Ηνωμένου Βασιλείου, χαμηλού επιπέδου και επιβίωνε χάρης στο όποιο ταλέντο του είχε μείνει.

Αν ήταν άσχημος…
Ο Τζορτζ Μπεστ φυσικά και δεν θα ξεχαστεί. Δεν γίνεται να ξεχαστεί κάποιος που πρόσφερε τόση ομορφιά και ήταν τόσο όμορφος. Αυτή όμως (η ομορφιά) ήταν και η κατάρα του. Ο ίδιος σε ανύποπτο χρόνο είχε δηλώσει «αν ήμουν άσχημος δεν θα είχατε ακούσει για τον Πελέ»!

Παραδοχή ότι η ρομαντική, ανέμελη, τρυφηλή ζωή επικράτησε της πειθαρχημένης, περιοριστικής που επιβάλλει ο πρωταθλητισμός. Δεν είναι τυχαίο ότι πριν τα 30 η καριέρα του είχε τελειώσει. Και όμως, η δύναμη της εικόνας του ήταν τέτοια που μέχρι σήμερα συζητάμε για τις δεξιότητες, για την ποδοσφαιρική του ευφυΐα, για ασύλληπτες στιγμές στον αγωνιστικό χώρο. Την ίδια στιγμή συζητάμε και την άσχημη πλευρά του (η άλλη όψη της ομορφιάς). Επεισόδια μέθης, σύντομης προφυλάκισης, ανεπιτυχείς προσπάθειες ανάκτησης της υγείας του…

Ο Μπεστ δεν γεννήθηκε για να ακολουθήσει τον ρυθμό της εποχής και των προσδοκιών των άλλων. Αποφάσισε να κάνει τα πάντα γρήγορα και άμεσα ήρθε η αναγνώριση, άμεσα η επιτυχία, ο θρίαμβος, η αποθέωση. Δεν πρόλαβε να πατήσει φρένο σε τίποτα και χάθηκε σαν κομήτης στη λευκή άβυσσο. Απεβίωσε στις 25 Νοεμβρίου 2005, ήταν μόλις 59 ετών.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ