Χρησιμοποιώντας τον ιστότοπό μας, αποδέχεστε τη χρήση των cookie μας.

Ζήσης: «Η σκηνή της ζωής μου!»
Αφιερώματα

Ζήσης: «Η σκηνή της ζωής μου!»

Λίγες μέρες αφότου έπαιξε πιθανότατα το τελευταίο παιχνίδι της καριέρας του, ο πρώην αρχηγός της Εθνικής ομάδας και της ΑΕΚ ξετυλίγει στο Gazzetta το φιλμ της 21χρονης επαγγελματικής του διαδρομής στα γήπεδα του μπάσκετ.

Η Φανή, ο Αλέξανδρος, ο Μάρκος, ο Άγγελος και ο «βενιαμίν» της οικογένειας που ελέω covid-19, δεν έχει ακόμη βαπτιστεί, θα τον βλέπουν πλέον πολύ περισσότερο χρόνο και κάθε μέρα. Και δεν θα χρειαστεί να μένουν χωριστά όπως συνέβη στο δεύτερο μισό της περυσινής και στο σύνολο της σεζόν που ολοκληρώθηκε.

Ο Νίκος και αγαπημένος τους μπαμπάς, θα είναι πλέον σπίτι! Και θα κάνει πολλά πράγματα μαζί τους! Μέχρι τον επόμενο σταθμό της καριέρας του, που δεν γίνεται να είναι εκτός μπάσκετ. Όπως δεν γίνεται να μην έχει την οικογένειά του στο κάδρο! Αυτή, άλλωστε είναι το σημείο αναφοράς του και μαζί της βίωσε το σημαντικότερο “κλικ” της καριέρας του. Όπως ο ίδιος αξιολόγησε την στιγμή στο Μπάμπεργκ!

Έως ότου συμβεί η οποιαδήποτε αλλαγή, όμως, θα περάσει ένα διάστημα επεξεργασίας και συνειδητοποίησης. Ενδεχομένως και εσωτερικής ενδοσκόπησης και απολογισμού. Είναι τόσα πολλά, άλλωστε, αυτά που έζησε ο Θεσσαλονικιός guard με την πορτοκαλί μπάλα στα χέρια, μέσα στις τέσσερις γραμμές των γηπέδων, που πραγματικά δεν «ζυγίζονται», ούτε «χωνεύονται», ούτε αξιολογούνται μέσα σε λίγους μήνες.

Ούτε μπορεί ξαφνικά να κοιμηθεί παίκτης και την επομένη να ξυπνήσει… προπονητής, γενικός διευθυντής ή scouter. Χρειάζεται χρόνος! Κατ’ αρχήν για να αποφασίσει οριστικά και αμετάκλητα ότι σταματάει, συντάσσοντας το δικό του αποχαιρετιστήριο κείμενο…

Μέχρι τότε το Gazzetta και ο υπογράφων νιώθουν μεγάλη τιμή που μας εμπιστεύτηκε την πρώτη μεγάλη απολογιστική συνέντευξη της μπασκετικής ζωής του.

Με όλες τις καλές και τις κακές στιγμές, με ανέκδοτες ιστορίες και εικόνες από κάθε σταθμό της καριέρας του, με έντονα συναισθήματα που βγάζει και δημοσιοποιεί για πρώτη φορά. Με γέλιο, συγκίνηση και δάκρυα, με αποκαλύψεις, με προβληματισμούς για το παρόν του ελληνικού μπάσκετ και με προτάσεις για την επόμενη μέρα του αθλήματος.

Με την ΑΕΚ και την Εθνική ομάδα στο επίκεντρο και φυσικά με την οικογένειά του να παίζει κομβικό ρόλο στα 14,5 χρόνια που έπαιξε στο εξωτερικό. Ιταλία (Μπενετόν και Μοντεπάσκι), Ρωσία (ΤΣΣΚΑ και Ούνικς), Ισπανία (Μπιλμπάο και Μπανταλόνα) και Γερμανία (Μπάμπεργκ) ήταν οι τέσσερις χώρες στις οποίες έζησε, έπαιξε μπάσκετ και πανηγύρισε συνολικά 25 τίτλους! Μαζί με όλους εκείνους που κατέκτησε στην Ελλάδα, με την «κιτρινόμαυρη» φανέλα.

Είκοσι πέντε σας έγραψα; Βάλτε και δύο ακόμη με την γαλανόλευκη (χρυσό μετάλλιο στο Eurobasket νέων και ανδρών του 2002 και του 2005), οπότε 27 συνολικά!

Κυρίες και κύριοι, φίλοι και φίλοι, ο Νίκος Ζήσης στην συνέντευξη της… ζωής του. Δυόμιση ώρες κουβέντα που θα μπορούσαν να είναι κι άλλες τόσες και έξι χιλιάδες επτακόσιες εξήντα οκτώ λέξεις είναι μάλλον λίγες, για να αποτυπώσουν έναν από τους σπουδαιότερους χαρακτήρες και κορυφαίους παίκτες στην ιστορία του ελληνικού μπάσκετ.

Η επίδραση του ’87 και το συναπάντημα με τον “Ντούντα”!

Με δεδομένο ότι γεννήθηκες τον Αύγουστο του 1983 και τον Ιούνιο του 1987, δεν είχες κλείσει ούτε τα τέσσερα σου χρόνια, το πιο εύκολο και ασφαλές είναι να πει κανείς ότι δεν είσαι παιδί του Ευρωμπάσκετ ’87…

«Και όμως… Έχω ακόμη στη μνήμη μου μία αμυδρή εικόνα που είμαι στο καναπέ του πατρικού μου, στους Αμπελόκηπους Θεσσαλονίκης και θυμάμαι τον πατέρα μου να πανηγυρίζει έντονα και να αναρωτιέμαι το γιατί! Τα υπόλοιπα τα θυμάμαι όλα! Όχι απλά ότι βγήκαμε στους δρόμους να πανηγυρίσουμε όπως όλη η Ελλάδα τότε, αλλά και ότι εκείνο το βράδυ, τρακάραμε κιόλας! Πραγματικά, ίσως αυτή είναι η μοναδική μου ανάμνηση από την προσχολική ηλικία…»

Έτσι εξηγείται η τρέλα σου με το μπάσκετ, να υποθέσω;

«(γέλια!!)… Αυτό που δεν θυμάμαι και το έμαθα από τις μετέπειτα διηγήσεις του, είναι ότι από εκείνο το καλοκαίρι και μετά, είχα “φάει” τον πατέρα μου να με πηγαίνει συνέχεια για μπάσκετ. Έτσι άρχισαν όλα! Οπότε ναι, θεωρώ τον εαυτό μου παιδί του ’87!»

Ο πατέρας σου τι ομάδα είναι; Σε ρωτάω γιατί ένας τυπικός Θεσσαλονικιός είναι είτε Άρης, είτε ΠΑΟΚ, άντε μπορεί και Ηρακλής. Εσύ όμως γράφτηκες στην Ακαδημία της ΧΑΝ Θεσσαλονίκης…

«Ο πατέρας μου είναι ΑΕΚ, αλλά πραγματικά αυτό δεν έχει να κάνει με την επιλογή της ομάδας στην οποία πρωτοέπαιξα επαγγελματικά! Ήταν τυχαίο! Στην ΧΑΝΘ με πήγε επειδή πληροφορήθηκε την εξαιρετική φήμη που είχε σαν Ακαδημία, όσον αφορά την δουλειά που γινόταν και τους προπονητές που εργάζονταν και είχε στείλει νωρίτερα τον αδερφό μου, τον Δάνη. Ήταν και σχετικά κοντά στο σπίτι μας, οπότε βόλεψαν όλα…»

Θυμάμαι ότι σε πρωτογνώρισα στα 16 σου, το καλοκαίρι του 1999, όταν επέστρεφες ως δευτεραθλητής Ευρώπης και πρώτος σκόρερ στο Ευρωμπάσκετ παίδων και πιο καλά την επόμενη χρονιά, που πήρες μετεγγραφή στην ΑΕΚ. Στη σημερινή εποχή μία τέτοια μετακίνηση ενός νεαρού ταλαντούχου σε μεγάλη ομάδα, περισσότερο εγκλωβίζει έναν παίκτη και λιγότερο τον αναπτύσσει. Με σένα συνέβη το αντίθετο, παρ’ ότι το 2000, οι τρεις μεγάλες ομάδες της Αθήνας είχαν μεγαλύτερο ευρωπαϊκό μέγεθος απ’ αυτό που έχουν σήμερα. Γιατί πιστεύεις;

«Γιατί ήμουν πολύ τυχερός που έπεσα πάνω στον Ίβκοβιτς! Το αρχικό πλάνο ήταν ότι θα ενταχθώ στο εφηβικό και ταυτόχρονα ότι θα κάνω και κάποιες προπονήσεις με την αντρική ομάδα, έτσι ώστε να τελειώσω και το σχολείο. Μετά την προετοιμασία με τους άνδρες, όμως, ο coach είπε ότι “αυτό το παιδί θα προπονείται μαζί μας!”. Αυτομάτως, λοιπόν, ψάξαμε και βρήκαμε ένα νυχτερινό ιδιωτικό σχολείο για να μπορέσω να ανταποκριθώ στις υποχρεώσεις της ομάδας. Η ΑΕΚ, τότε, ήταν μία ομάδα που είχε ρίξει μεγάλο βάρος στα νέα ταλέντα και η παρουσία του “Ντούντα” ήταν το κλειδί. Γενικά, ήταν ένας άνθρωπος που έδινε ευκαιρίες στους νέους και τους σεβόταν ακόμη περισσότερο αν ήταν ταπεινοί, μαχητές και δουλευταράδες. Αν έβλεπε κάποιον μικρό που δεν δούλευε ή είχε ύφος, δεν θέλω να θυμάμαι τι γινόταν… Σκεφτείτε ότι ο συγκεκριμένος προπονητής είχε κοουτσάρει την κορυφαία γενιά παικτών της πάλαι ποτέ ηνωμένης Γιουγκοσλαβίας, με Κούκοτς, Ράτζα, Ντίβατς, Ντράζεν και σία… Μόνο απ’ αυτό καταλαβαίνετε…»

Αν ρίξει κανείς μια ματιά στους προπονητές με τους οποίους έχεις δουλέψει, θα καταλάβει από που έχει προκύψει αυτή η μπασκετική σοφία που σε χαρακτηρίζει. Ο πρώτος σου coach, με τον οποίο δούλεψες μόνο έναν χρόνο, μπορούμε να πούμε ότι σε σημάδεψε αρκετά; Υπό την έννοια ότι πέραν της μπασκετικής του αυθεντίας, ήταν ένας δύσκολος άνθρωπος που όμως σου δίδασκε και τη ζωή…

«Αυτό που διδάσκει πάνω απ’ όλα ο Ντούσαν Ίβκοβιτς, είναι η ίδια η ζωή. Και το μπάσκετ είναι ένα κομμάτι της. Μπορεί να τον έζησα λίγο, όμως, ήμουν ακόμη ανήλικος και όλες οι προσλαμβάνουσες που εισέπραξα, με έχουν σημαδέψει πολύ έντονα κι έπαιξαν ρόλο στη νοοτροπία μου. Συν τοις άλλοις ήταν ένα “ιερό τέρας” του σερβικού μπάσκετ, που είχε κοουτσάρει τους μεγαλύτερες αστέρες του αθλήματος. Και μόνο που ασχολιόταν μαζί σου, ήταν πολυτέλεια! Όλα αυτά, σε συνδυασμό με τα μεγαλύτερα παιδιά της ομάδας, τον Χατζή, τον Κακιούζη, τον Ντικούδη, και τον Κικίλια, που ήταν όλοι τους εξαιρετικοί χαρακτήρες και με βοήθησαν πολύ! Εγώ τότε δεν ήξερα τι μου γινόταν, γιατί ήμουν ένα 17χρονο αμούστακο παιδάκι από την Θεσσαλονίκη. Μέσα απ’ όλη αυτή την διαδικασία έμαθα τι σημαίνει να είσαι επαγγελματίας, έμαθα ότι πρέπει να δουλεύεις και πριν και μετά την προπόνηση, έμαθα πολλά πράγματα.»

Αρχή και τέλος με την ίδια φανέλα!

Είναι εντυπωσιακό ότι άρχισες και τελειώνεις την καριέρα σου στην ίδια ομάδα και παρ’ ότι έλλειψες 14,5 χρόνια από την Ελλάδα, πρόλαβες να κατακτήσεις τίτλους και στις δύο εποχές σου στην ΑΕΚ. Στην απόφασή να επιστρέψεις και να κλείσεις την καριέρα σου μ’ αυτόν τον τρόπο, έπαιξε καθόλου ρόλο το παρελθόν σου και το συναισθηματικό δέσιμο;

«Θα σου μιλήσω ειλικρινά… Μετά το καλοκαίρι του 2015, που βρέθηκα κοντά στην επιστροφή αλλά τελικά πήγα στην Μπάμπεργκ, είχα βγάλει από το μυαλό μου ότι θα γυρίσω κάποια στιγμή να παίξω στην Ελλάδα. Θέλεις ότι φοβόμουν και ότι δεν ήξερα τι θα συναντήσω; Θέλεις ότι είχα συνηθίσει στην ησυχία της ζωής στο εξωτερικό και επαγγελματικά αλλά και οικογενειακά; Λίγο απ’ όλα! Γι’ αυτό και το 2019 πήγα στην Μπανταλόνα. Όταν η γυναίκα μου έμεινε έγκυος για 4η φορά, όμως, σε συνδυασμό με κάποια προβλήματα που είχαμε με το σχολείο του γιου μου στην Βαρκελώνη, αποφασίσαμε να γυρίσουν στην Θεσσαλονίκη τον Γενάρη του 2020 κι εγώ απλά να τελειώσω τη σεζόν και να σταματήσω πέρυσι το καλοκαίρι. Ήθελα δίπλα στο Ζήσης να γράφει ότι έπαιξε από το 2000 έως και το 2020! Αλλά αυτό που λένε ότι όταν κάνεις πλάνα, γελάει ο Θεός, ισχύει και με το παραπάνω…»

Αναφέρεσαι προφανώς στο τηλεφώνημα της ΑΕΚ;

«Ακριβώς! Και η πλάκα είναι ότι στην αρχή νόμιζα ότι με πήραν (σ.σ.: ο Γιώργος Χήνας και ο Ηλίας Παπαθεοδώρου) για να ρωτήσουν για κάποιον παίκτη που ενδεχομένως να ήξερα από Γερμανία ή από Ισπανία. Επειδή τότε είχαν μόλις πουλήσει τον Σαντ-Ρος στην ΤΣΣΚΑ και συμπτωματικά είχε χτυπήσει και ο Γκίκας. Όταν μου είπαν ότι πήραν για μένα, αρχικά νόμιζα ότι μου κάνουν πλάκα! Μόλις κατάλαβα ότι μιλούσαν σοβαρά, τους απάντησα αμέσως αρνητικά! Επιστρέφοντας στο σπίτι μου, όμως, άρχισα να το επεξεργάζομαι και συνδυάζοντάς το με την επιστροφή της οικογένειάς μου στην Ελλάδα, συνειδητοποίησα ότι δεν με κρατούσε τίποτε στην Ισπανία. Εντάξει οι συνθήκες ήταν πολύ καλές, από το πρωτάθλημα και την πόλη μέχρι τον ρόλο μου και την συμπεριφορά της ομάδας, που ήταν άψογη, όλα ήταν τέλεια! Καμία φορά, όμως, τα πράγματα έρχονται όπως δεν μπορείς να τα φανταστείς και το λέω αυτό γιατί μέσα σε 10 ώρες, πήρα μία απόφαση που δεν μπορούσα να πάρω τα προηγούμενα 14,5 χρόνια!»

Και πως το “ξεφούρνισες” στην Μπανταλόνα;

«Εκεί είχα θέμα γιατί μου είχαν φερθεί άψογα! Με είχαν προσεγγίσει με πολύ ωραίο τρόπο το καλοκαίρι του 2019 στο Λας Βέγκας, όπου εγώ είχα πάει προσκεκλημένος των Σαν Αντόνιο Σπερς και μου είχαν ξεκαθαρίσει ότι δεν με ήθελαν για να καλύψουν το κενό του Λαπροβίτολα, οποίος είχε βγει MVP της ACB, αλλά για να βοηθήσω στην ανάπτυξη δύο νέων παικτών. Του Ντιμιτρίεβιτς και του Ζάγκαρς. Αν και ο προπονητής, ο Κάρλες Ντουράν με τον general manager της ομάδας, τον Ζόρντι Μαρτίν, πιστεύω ότι με κατάλαβαν, εκτιμώ ότι σε συνολικό επίπεδο, η αποχώρησή μου δεν έγινε δεκτή με τον καλύτερο τρόπο. Προς Θεού καταλαβαίνω απόλυτα τους ανθρώπους και αυτό δεν αποτελεί κανενός είδους αιχμή. Απλά όλα έπρεπε να γίνουν γρήγορα γιατί η ΑΕΚ “καιγόταν” να με δηλώσει στο BCL για τον αγώνα με την Μπούργκος, που ακολουθούσε. Απλά σαν Νίκος Ζήσης και με βάση τον επαγγελματισμό που είχα πάντα, ο τρόπος με τον οποίο έφυγα από την Ισπανία, δεν με εξέφραζε!»

Και ξαφνικά είσαι ξανά παίκτης της ΑΕΚ

«Καλά όταν ήρθα στην Αθήνα, δεν ήξερα τι μου γινόταν. Δεν μπορούσα να πιστέψω ούτε αυτό που είχε συμβεί, ούτε φυσικά το ότι συνέβη μέσα σε χρόνο ρεκόρ! Ήταν τόσο έντονα τα συναισθήματα που δεν μπορούσα να κοιμηθώ μία εβδομάδα…»

Τώρα που πέφτει η αυλαία, μπορούμε να πούμε ότι το έργο τελειώνει με τους τίτλους που είχε κι εσύ φανταστεί;

«Σε καμία περίπτωση, αλλά χαίρομαι πολύ που ήρθαν έτσι τα πράγματα! Κατ’ αρχήν σημειολογικά, είναι όμορφο να κλείνεις την καριέρα σου εκεί που την άρχισες και μάλιστα χωρίς καν να το επιδιώξεις. Και στην δική μου την περίπτωση δεν υπήρχε κανένα τέτοιο σχέδιο. Εντάξει, σίγουρα θα ήθελα την εφετινή χρονιά λίγο διαφορετική. Πιο πολύ στο κομμάτι του κόσμου! Αλλά αυτό που ζούμε με τον κορωνοϊό, συμβαίνει μία φορά στα 100 χρόνια! Κατά δεύτερον στο κομμάτι των στόχων. Η ομάδα ήθελε να κατακτήσει το BCL, ήθελε να φτάσει στους τελικούς του πρωταθλήματος, να πάρει το Κύπελλο, αλλά απέτυχε σε όλα! Κατά τρίτον σε προσωπικό επίπεδο. Είχα τραυματισμούς, πέρασα πολύ βαριά τον κορωνοϊό και μάλιστα μακριά από την οικογένειά μου, με την οποία όλα τα χρόνια είμαστε μαζί. Παρ’ όλα αυτά, χαίρομαι πολύ που σταματάω το μπάσκετ στην ΑΕΚ! Χαίρομαι που επέστρεψα στην πατρίδα και ξαναέζησα το περιβάλλον του ελληνικού μπάσκετ, με τα καλά μας και τα στραβά μας! Και φυσικά, που με αξίωσε ο Θεός να πανηγυρίσω κι έναν τίτλο ακόμη με την ομάδα, το περυσινό Κύπελλο.»

Τα αίτια για το εφετινό 0/5

Τελικά, τι έφτιαξε; Ήταν μεγάλο βάρος το ότι η διοίκηση επένδυσε στην κατάκτηση του BCL και η ομάδα στήθηκε με αρκετά παιδιά προχωρημένης ηλικίας αλλά και εμπειρίας, χωρίς την απαιτούμενη – για την εποχή – αθλητικότητα;

«Το σκεπτικό ήταν να υπάρξει μία συνέχεια ανάμεσα στην περυσινή και την εφετινή ομάδα με φόντο το Final 8! Μέσα στο καλοκαίρι άρχισε να διαφαίνεται ότι η διοργάνωση δεν θα γίνει στην Ιερουσαλήμ και μπορεί να έρθει στο ΟΑΚΑ, με την προσέλευση των φιλάθλων να είναι κοντά στο 50%, οπότε οι προσδοκίες ανέβηκαν. Όταν όμως τα κρούσματα πολλαπλασιάστηκαν και αποκλείστηκε το ενδεχόμενο παρουσίας του κόσμου, χάσαμε ένα σημαντικό πλεονέκτημα. Η ουσία είναι ότι δεν τα καταφέραμε και στη συνέχεια έπρεπε να πορευτούμε με ένα ρόστερ ειδικών συνθηκών. Αυτό που θέλω να τονίσω, όμως, είναι ότι ο coach Παπαθεοδώρου, ο coach Αγγέλου και όλοι οι συνεργάτες τους μαζί με τους παίκτες, πραγματικά κάναμε ό,τι περνούσε από το χέρι μας για ξεπεράσουμε όλα τα εμπόδια που μας παρουσιάστηκαν. Το ότι στο τέλος, με τόσα δεινά που μας έτυχαν, δεν… πλακωθήκαμε και μεταξύ μας, οφείλεται στους πολλούς και καλούς χαρακτήρες που είχαμε. Και το ότι στον μικρό τελικό σταθήκαμε στο ύψος μας, δείχνει τον μπασκετικό μας εγωισμό!»

Έχεις σκεφτεί τι θα πετυχαίνατε αν δεν είχατε τόσες ατυχίες σε επίπεδο τραυματισμών και κρουσμάτων covid-19;

«Δεν θέλω να κρυφτώ πίσω από το δάχτυλό μου, αλλά στην αρχή είχα τις αμφιβολίες μου για το πως θα πορευόταν η ομάδα μετά την ήττα στον τελικό του BCL! Αυτό που με εξέπληξε ήταν η αυταπάρνηση που δείξαμε σε πολλές δύσκολες στιγμές, που το πιο εύκολο θα ήταν να… διαλύσουμε! Συμπερασματικά, μετά από 10 μήνες, μπορώ να πω ότι φεύγω με ψηλά το κεφάλι ανεξαρτήτως του ότι η αποτυχία μας είναι ξεκάθαρη.»

1η περίοδος ΑΕΚ (2000-2005): Πρωτάθλημα, Κύπελλο Ελλάδας και Saporta Cup

Λοιπόν, έφτασε η στιγμή να σε γυρίσω πίσω και να πάρουμε έναν-έναν τους σταθμούς της καριέρας σου κι εσύ να μας περιγράφεις την πιο έντονη εικόνα που σου έχει μείνει ανεξίτηλη στη μνήμη από τον καθένα ξεχωριστά. Ξεκίνημα από την πρώτη εποχή σου στην ΑΕΚ, στην πενταετία 2000-2005. Πρωταθλητής και Κυπελλούχος Ελλάδας πριν κλείσεις τα 20 σου χρόνια, καλύτερος νέος παίκτης του πρωταθλήματος, συμμετοχή στους Ολυμπιακούς Αγώνες με την Εθνική σε ηλικία 21 ετών… Είναι η πενταετία που σε έκανε άντρα και σε βοήθησε να περάσεις στο επόμενο επίπεδο στο εξωτερικό;

«Ακριβώς έτσι! Έχω παρά πολλές αναμνήσεις, ευχάριστες αλλά και δυσάρεστες από εκείνη την 5ετία, όπως ο χαμός του αδερφού μου, που συνέβη το 2003, με σημάδεψε πολύ σαν άνθρωπο και θα μπορούσε να με λυγίσει. Αλλά το μπάσκετ, μέσα από το οποίο τιμώ τον Δάνη κάθε στιγμή, με βοήθησε να σταθώ στα πόδια μου και να πάρω κι εγώ δύναμη. Έγινα άντρας, έμαθα τι σημαίνει να είσαι επαγγελματίας και ήταν η εποχή που έκανα τα περισσότερα όνειρα. Με ταπεινότητα, αλλά με πίστη στον εαυτό μου, με σκληρή δουλειά και με αμφισβήτηση. Άντεξα, όμως και θέλω να πιστεύω ότι πέτυχα τους περισσότερους στόχους που είχα θέσει.»

Ποια είναι η εικόνα που πάντα θυμάσαι όταν σκέφτεσαι εκείνο τον καιρό;

«Το νικητήριο τρίποντο στο ματς του Γαλατσίου με την Εφές, που έπαιζα με σπασμένη μύτη! Αυτή η στιγμή είναι πολύ γνωστή σε όλους τους ΑΕΚτζήδες και αντιπροσωπεύει και μένα απόλυτα. Και φυσικά και κάτι που ακόμη το συζητάμε με τους τότε συμπαίκτες μου, όταν βρισκόμαστε και ακόμη γελάμε. Το 2001, στον τελικό του Κυπέλλου μετά την άμυνα του Κικίλια στον Μποντιρόγκα, στην αρχή νομίσαμε ότι το ματς τελείωσε και μπήκαμε μέσα στον αγωνιστικό χώρο να πανηγυρίσουμε. Απέμενε, όμως, ένα δευτερόλεπτο με αποτέλεσμα να μας πάρει στο κυνήγι ο “Ντούντα” και φάω μία “μπάτσα” που δεν ξεχάσω ποτέ!»

Το γεγονός που δεν ξεχάσεις ποτέ με την «κιτρινόμαυρη φανέλα»;

«Ένα περιστατικό που το ξέρω εγώ και ο τότε προπονητής μου, ο Φώτης Κατσικάρης. Τη σεζόν 2003-04 παίζαμε στα Λιόσια και τον Μάρτιο μετά από μία κακή ήττα, έφυγε από την ομάδα ο Χόρας Τζένκινς, που ήταν ο βασικός μας point-guard. Απέμεναν δύο ματς για την λήξη της κανονικής περιόδου και θυμάμαι ότι ο coach με έριξε στα βαθιά στο αμέσως επόμενο ματς με τον Παναθηναϊκό στα Πατήσια. Χάσαμε στο τέλος, αλλά έπαιξα πολύ καλά, σκόραρα 21 πόντους και εκείνο το παιχνίδι ουσιαστικά με καθιέρωσε στην πεντάδα της ΑΕΚ. Τότε κατάλαβα ότι όσο προσπαθείς, δουλεύεις και πιστεύεις στον εαυτό σου, έχεις πολλές πιθανότητες να πετύχεις πράγματα.»

Μπενετόν Τρεβίζο (2005-2007): 1 πρωτάθλημα, 1 Κύπελλο & 1 Supercup Ιταλίας

Φεύγουμε από την Ελλάδα και ξεκινάει το οδοιπορικό σου στην Ευρώπη. Διετία στην Μπενετόν Τρεβίζο (2005-2007)…

«Είχαμε μία ομάδα πολύ ταλαντούχα με Σισκάουσκας, Ντρου Νίκολας, Γκορί, Μπαρνιάνι, Σοράνια, Μορντέντε και μένα. Την πρώτη χρονιά που κατακτήσαμε το πρωτάθλημα, είχα μείνει 3,5 μήνες εκτός με κάταγμα στο σκαφοειδές και ήμουν στα όρια της κατάθλιψης. Ο coach Μπλατ, που με γούσταρε πάρα πολύ, προσπαθούσε συνεχώς να μου φτιάξει την διάθεση.»

Δηλαδή;

«Με έβλεπε στον πάγκο να κάθομαι και να βλέπω την προπόνηση και τον θυμάμαι να μου λέει “Νικολάκη, μήπως να σου φέρουμε ένα καφεδάκι; Με έναν διπλό καπουτσίνο είσαι ok;”… Εγώ του χαμογελούσα και του έλεγα: “Ντέιβιντ, μην ανησυχείς, θα γυρίσω και θα πάρουμε το πρωτάθλημα!”, όπως και έγινε, παρ’ ότι τότε είμαστε τρίτοι ή τέταρτοι στην βαθμολογία! Αυτά είναι λόγια που πάντα τα θυμάμαι.»

ΤΣΣΚΑ Μόσχας (2007-2009): 2 πρωταθλήματα, 1 VTB League, 1 Euroleague

Κι από το χωριό πάμε στην πόλη! Από την Μπενετόν στην ΤΣΣΚΑ Μόσχας (2007-2009)…

«Εκεί ήταν το πανεπιστήμιο για μένα! Είχα πάει δημοτικό, γυμνάσιο, λύκειο και στην Μόσχα πήρα πτυχίο! Τότε είχα προτάσεις και από τον Ολυμπιακό και την Μπαρτσελόνα και η ΤΣΣΚΑ προερχόταν από τον τίτλο στην Πράγα (2006) και από τον χαμένο τελικό στο ΟΑΚΑ με τον Παναθηναϊκό (2007). Δυσκολεύτηκα πάρα πολύ γιατί το αγωνιστικό επίπεδο των συμπαικτών μου, αλλά και ο βαθμός επαγγελματισμού και οργάνωσης ήταν πολύ υψηλό. Είναι η ομάδα με την οποία κατέκτησα την Euroleague. Μπορεί να μην είχα τον πρωταγωνιστικό ρόλο και να ήμουν 8ος ή 9ος παίκτης, αλλά δεν έχω καθόλου απωθημένα. Άλλωστε, έχω περάσει απ’ όλους τους ρόλους και οπότε και υπό αυτές τις συνθήκες, διδάχθηκα πολλά πράγματα.»

Η στιγμή που θυμάσαι πιο έντονα;

«Δεν μπορώ να αποκαλύψω το ακριβές περιεχόμενο, αλλά έχει να κάνει με την ομιλία του Τζέι Αρ Χόλντεν στην ανάπαυλα του τελικού με τον Παναθηναϊκό, το 2009 στο Βερολίνο. Τότε χάναμε 20 πόντους στο ημίχρονο και αυτά που άκουσα από το στόμα του, μου φτάνουν για να τον κατατάξω στην κορυφή των παικτών-ηγετών τους οποίους είχα συμπαίκτες. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τον τρόπο και την γλώσσα του σώματος που χρησιμοποίησε για να μας τονώσει, μόλις βγήκε από τα αποδυτήρια ο Μεσίνα!».

Μοντεπάσκι Σιένα (2009-2012): 3 πρωταθλήματα, 3 Κύπελλα, 3 Super Cup Ιταλίας

Και από τα κρύα της Μόσχας, επιστρέψεις στην βροχερή Τοσκάνη και την γραφική Σιένα. Μία γεμάτη τριετία (2009-2012) με πολλούς τίτλους…

«Η Μοντεπάσκι ήταν μία ομάδα που έπαιζε πολύ σκληρά στην άμυνα και ήθελε να επιτεθεί στα πρώτα δέκα δευτερόλεπτα και αυτό με δυσκόλεψε στην αρχή, αλλά ήταν μία περίοδος που πέρασα πολύ όμορφα και η μόνη εικόνα που έρχεται στο μυαλό μου, είναι η γέννηση του γιου μου, γιατί είναι ο μόνος που γεννήθηκε στο εξωτερικό. Η μεγάλη σύμπτωση, παρεμπιπτόντως, είναι ότι ο Αλέξανδρος γεννήθηκε στις 14 Ιουνίου, ανήμερα της επετείου του Ευρωμπάσκετ ’87 και μάλιστα χωρίς ραντεβού. Εν μέσω των τελικών με την Καντού.»

Τι σου μένει από αυτή την 3ετία;

«Ότι μου πήρε ένα διάστημα να προσαρμοστώ στο διαφορετικό στυλ μπάσκετ που έπαιζε ο Πιανιτζιάνι, με σκληρή άμυνα και επίθεση στα 10″, η υπέρβαση της πρόκρισης στο Final 4 του 2011 με τον αποκλεισμό του Ολυμπιακού και οι καλοί φίλοι που κάναμε.»

Μπιλμπάο (2012-2013): Χαμένος τελικός Eurocup

Ακολουθεί μία χρονιά (2012-2013) στο Μπιλμπάο με τον Φώτη Κατσικάρη, όπου φτάνετε μέχρι τον τελικό του Eurocup και χάνετε το τρόπαιο από την Λοκομοτίβ Κουμπάν του Καλάθη…

«Στο Μπιλμπάο πήγα λόγω του Φώτη αλλά και γιατί μου έδινε την ευκαιρία να παίζω 30 λεπτά και να είμαι και πάλι πρωταγωνιστής. Εκείνη η ομάδα είχε μία συγκεκριμένη δομή Ισπανών παικτών με ηγετική φυσιογνωμία τον Άλεξ Μουμπρού, ο οποίος ήλεγχε πολλά πράγματα και δεν είναι τυχαίο ότι είναι ο σημερινός προπονητής της και θεωρείται ως ο πλέον ανερχόμενος του ισπανικού μπάσκετ. Τα πράγματα, όμως, δεν εξελίχθηκαν όπως θα ήθελα και να πω την αλήθεια, δεν περνούσα και τόσο καλά. Στα μέσα της σεζόν, μάλιστα, έφτασα ένα βήμα από το να φύγω.»

Τι κρατάς;

«Αυτό που μου έχει μείνει είναι η εσωτερική προσπάθεια που κατέβαλα, το στοίχημα που έβαλα με τον εαυτό μου για να επανέλθω και να μην αφήσω την περιρρέουσα ατμόσφαιρα να με πάρει από κάτω. Και θυμάμαι ότι είχα κάνει σπουδαίες εμφανίσεις στα προημιτελικά και τα ημιτελικά του Eurocup και η πρόκριση στον τελικό ήταν μεγάλη δικαίωση για μένα!»

Ούνικς Καζάν (2013-2014): 1 Κύπελλο Ρωσίας, χαμένος τελικός Eurocup

Κι από την βόρεια Ισπανία και τον Ατλαντικό, μετακομίζεις στην λεγόμενη θύρα της Σιβηρίας, το μακρινό Καζάν…

«Εδώ μπαίνει το κεφάλαιο Τρινκιέρι! Ο Αντρέα είναι ένας προπονητής που με πίστεψε και με κατάλαβε όσο λίγοι, που εκτός από ιδιαίτερος σαν άνθρωπος, είναι και ξεχωριστός σαν coach με πολλά mind games! Με ήθελε από την εποχή που έπαιζα στην Μπενετόν και την Σιένα και η παρουσία του εκεί, σε συνδυασμό και με τον Βουγιούκα και τον Καϊμακόγλου, με έκανε να πιστέψω στην προσπάθεια και τελικά δικαιώθηκα. Πήραμε το Κύπελλο Ρωσίας και τερματίσαμε πρώτοι στην κανονική περίοδο της VTB League, κάποια στιγμή είχαμε σχεδόν 25 συνεχόμενες νίκες σε όλες τις διοργανώσεις, αλλά η εικόνα που μου μένει, είναι πικρή λόγω του δεύτερου σερί χαμένου τελικού στο Eurocup. Τότε μας είχαν έρθει όλα ανάποδα! Με τον τραυματισμό του Ίαν, τη γέννηση του παιδιού του Γκάουντλοκ, ένα προσωπικό πρόβλημα που είχα εγώ με τον δεύτερο γιο μου, τον Μάρκο, δεν ήταν γραφτό να το πάρουμε αυτό το τρόπαιο και αυτό ακόμη με στενοχωρεί.»

Ακολούθησε μισή χρονιά στην Ούνικς και μετά, λίγο πριν την Πρωτοχρονιά έρχεται η πρόταση της Φενερμπαχτσέ…

«Προηγήθηκε εκείνο το προκριματικό Final 8 για το εισιτήριο στην Euroleague, το οποίο πήραμε στο τσακ με προπονητή τον Αργύρη Πεδουλάκη, ενώ χάναμε στο ημίχρονο με 20 πόντους από την Βιλερμπάν. Από εκείνη τη σεζόν, έχω πολλά να θυμάμαι! Κατ’ αρχήν το τηλεφώνημα του general manager της Φενέρ, του Μαουρίτσιο Γκεραρντίνι και του coach Ομπράντοβιτς. Αυτή είναι φοβερή ιστορία…»

Τι ακριβώς έγινε;

«Ήταν παραμονές Χριστουγέννων και είχε έρθει η πεθερά μου με δώρα και ελληνικά φαγητά για να κάνουμε γιορτές! Είχα καλέσει στο σπίτι τον Καϊμακόγλου, τον γυμναστή μας, τον Γιώργο τον Βαβέτση και τον συνεργάτη του Πεδουλάκη (ο οποίος εν τω μεταξύ είχε φύγει από την ομάδα μαζί με τον έτερο assistant, τον Διαμαντή Παναγιωτόπουλο), τότε, τον Γιώργο Βόβορα, για να κάνουμε ελληνικό ρεβεγιόν! Εκεί που ετοιμαζόμαστε να φάμε, λοιπόν, αρχίζει να χτυπάει ασταμάτητα το τηλέφωνό μου και εγώ να αναγκάζομαι να πηγαίνω μέσα στα δωμάτια για να μιλήσω και να συνεννοηθώ! Την επόμενη μέρα φεύγαμε για το Βόλκογκραντ και ήμουν μέσα στην κατάθλιψη! Παίζουμε το παιχνίδι, κερδίζουμε και μάλιστα έχω και καλή απόδοση και θυμάμαι ότι μετά, στο ξενοδοχείο γινόταν “μάχη” για το πόσες μέρες ρεπό θα πάρουμε! Ο coach Πασούτιν παίρνει τηλέφωνο τον πρόεδρο, από τον οποίο περνούσαν όλα και μόλις το κλείνει, μας ανακοινώνει περιχαρής ότι θα πάρουμε ένα 6ήμερο! Όλοι πανηγύριζαν εκτός από μένα!»

Εκεί φαντάζομαι ότι το μυστικό σου αποκαλύφτηκε…

«Μόλις κατάλαβε ότι κάτι δεν πάει καλά, έρχεται προς το μέρος μου και αυτομάτως μπαίνω στην διαδικασία του να του το πω. Δεν θα ξεχάσω την αντίδραση του: “Συγνώμη, σε πήρε ο Ζέλικο τηλέφωνο και σου ζήτησε να παίξεις στην ομάδα του και εσύ σκέφτεσαι πως θα μείνεις εδώ; Είσαι 32 χρονών και είναι μία από τις τελευταίες ευκαιρίες σου να παίξεις στο υψηλότερο επίπεδο, οπότε μην το σκέφτεσαι καθόλου!”, μου είπε και πέραν του ότι με έβγαλε από την δύσκολη θέση, πραγματικά εκτίμησα πάρα πολύ την στάση του.»

Φενερμπαχτσέ (2014-2015): 4η θέση στο Final 4

Και κάπως έτσι βρέθηκες στην Κωνσταντινούπολη…

«Και με το καλημέρα βρέθηκα προ εκπλήξεως! Ταξίδεψα οικογενειακώς με απευθείας μεταμεσονύχτια πτήση από τον Καζάν στην Πόλη και παρ’ ότι έφτασα στις 7 το πρωί, έπρεπε να περάσω από ιατρικές εξετάσεις και εν συνεχεία να πάω στα γραφεία της ομάδας στο γήπεδο για να υπογράψω. Αφότου τελείωσα μου προτείνει ο Μαουρίτσιο, να μπω στο γήπεδο για μία πρώτη γνωριμία με την ομάδα. “Μα του λέω είναι Δευτέρα πρωί και χθες η ομάδα έπαιζε, δεν έχουν ρεπό;”… Είχαν χάσει 20 πόντους το προηγούμενο βράδυ από την Εφές στο “Αμπντί Ιπεκτσί” και τους είχε φέρει για πρωινή! Με το που μπαίνω στον αγωνιστικό χώρο και χαιρετάω τα παιδιά, καταλαβαίνω ότι το κλίμα είναι βαρύ και μετά πάω προς τον coach…»

Αξέχαστη υποδοχή;

«Αφού με καλωσορίζει, ξεκινάει να μου αναλύει τακτικά το ματς και μου λέει: “Ετοιμάσου για την Παρασκευή με την ΤΣΣΚΑ, θα παίξεις κανονικά!”… Με το καλημέρα στα δύσκολα σαν να μην είχα μόλις έρθει! Αλλά ένιωθα ευλογημένος που είχα επιστρέψει στο υψηλότερο επίπεδο με συμπαίκτες Βέσελι, Μπογκντάνοβιτς, Μπιέλιτσα και ξανά Γκάουντλοκ, οπότε δεν με ένοιαζε καθόλου! Ήμουν ο εξισορροπιστής αυτής της ομάδας, που δεν είχε καλή χημεία, έκανα ό,τι καλύτερο μπορούσα και ήταν κρίμα που με τέτοια ποιότητα, δεν καταφέραμε να πετύχουμε τους στόχους μας, σε πρωτάθλημα, Κύπελλο και Final 4.»

Μπάμπεργκ (2015-2019): 2 πρωταθλήματα, 2 Κύπελλα & 1 Super Cup Γερμανίας

Ο επόμενος σταθμός σου αποτέλεσε την ομάδα στην οποία έμεινες τα περισσότερα χρόνια από τότε που έφυγες στην Ελλάδα. Γνωρίζοντάς σε, θα σου πω ότι η Μπάμπεργκ, σαν επιλογή σου βγήκε πολύ περισσότερο απ’ ότι ενδεχομένως θα περίμενες κι εσύ ο ίδιος…

«Αν και το “ψηστήρι” του Τρινκιέρι είχε ξεκινήσει από τον προηγούμενο Φεβρουάριο, θυμάμαι τον εαυτό μου να λέει “εγώ στο χωριό, ποτέ!”. Όταν τελειώσαμε την χρονιά στην Τουρκία και δεν υπήρχε πλάνο ανανέωσης, είχα συμπληρώσει 10 χρόνια μακριά από την Ελλάδα. Δεν σου κρύβω ότι εκείνο το καλοκαίρι του 2015, πλησίασα πολύ στην επιστροφή. Είχα κουραστεί αρκετά με τα πήγαινε-έλα, μου έλειπαν οι φίλοι μου, είχα κάνει και μία αξιοσέβαστη πορεία, οπότε ένιωθα ότι είχε φτασει το πλήρωμα του χρόνου. Θυμάμαι όμως, μία κουβέντα που είχε πει ένας άνθρωπος λίγο πριν υπογράψω στην Μπάμπεργκ: “Αυτή η απόφασή που παίρνεις τώρα θα σου επεκτείνει την καριέρα και σε λίγα χρόνια θα είσαι ευγνώμων απέναντι στον εαυτό σου που την πήρες!”… Και είχε δίκιο!»

Τόσο μεγάλη άρνηση είχες;

«Δεν ντρέπομαι να το πω, αλλά εκείνο το καλοκαίρι δεν ήθελα να πάω στην Μπάμπεργκ! Ήμουν στην Φενέρ του “Ζοτς” και πάλευα για τον τίτλο στην Euroleague και θα πήγαινα σε ένα γερμανικό χωριό; Όχι, ήθελα να μείνω στην αφρόκρεμα γιατί πίστευα ότι δεν θα μου κάνει καλό! Παρ’ ότι ήξερα καλά τον coach, τον Ηλία τον Καντζούρη τον τότε συνεργάτη του και τον Σάντρο, τον γυμναστή που ήταν και στην Εθνική το 2013. Ε, λοιπόν, τελικά αποδείχτηκε ό,τι καλύτερο θα μπορούσε να μου συμβεί!»

Απ’ ότι θυμάμαι η ομάδα δεν ήταν τόσο κακή;

«Όχι απλά δεν ήταν κακή, ήταν ομάδα για Final 4! Πάνω από τους μισούς προπονητές εκείνης της σεζόν στην Euroleague να ρωτήσουμε, πιστεύω ότι θα συμφωνήσουν! Κατ’ αρχήν, αυτή τη στιγμή τέσσερις παίκτες παίζουν στο ΝΒΑ. Εκτός από τον Στρέλνιεκς και μένα, στο rotation ήταν ο Ουαναμέϊκερ, ο Ντάριους Μίλερ, ο Νικολό Μέλι και ο Τάις! Θέλω να πω ότι παρ’ ότι η πόλη δεν έχει κάτι το ιδιαίτερο και όλα νεκρώνουν μετά τις 6 το απόγευμα, μου βγήκε τόσο μεγάλη μπασκετική επιθυμία να κάνουμε κάτι καλό, που πραγματικά δεν το περίμενα! Πέρασα φανταστικά από το πουθενά!»

Και εκτιμήθηκες πολύ από τον σύλλογο…

«Πραγματικά! Έκανα φίλους ζωής κι έφτασα να παίξω συνολικά 4 χρόνια και να ζήσω μία από τις πιο σπουδαίες μου στιγμές στην τελευταία χρονιά, που η ομάδα έπαιζε στο BCL και αρχικά είχα ξενερώσει πολύ. Όμως απέκτησα εξαιρετική χημεία με τον Ράις και τελικά πήραμε το Κύπελλο, με buzzer beater τρίποντο δικό μου και μία από τις καλύτερες εμφανίσεις της καριέρας μου στον τελικό με την Άλμπα! Εκείνο το ματς έχει ξεχωριστή θέση στην καρδιά μου, γιατί στο γήπεδο ήταν η γυναίκα μου και τα τέσσερα παιδιά μου και αντικρίζοντας τους μετά το νικητήριο σουτ, ένιωσα μία απίστευτη ευτυχία! Αυτή ήταν ίσως η σκηνή της ζωής μου στα γήπεδα του μπάσκετ! Και το πιο εντυπωσιακό είναι ότι αυτό το ματς, έγινε μετά από κλήρωση, στο γήπεδό μας!»

 

Στο ίδιο γήπεδο, που δέκα μέρες αργότερα (24/02/2019) έγινε το Γερμανία-Ελλάδα για τα προκριματικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 2019 και προσωπικά το θυμάμαι και ανατριχιάζω, έζησες μία ακόμη σπουδαία στιγμή. Πριν την έναρξη του αγώνα τιμήθηκες από την ΕΟΚ, μπροστά σε κατάμεστες κερκίδες, παλιούς συμπαίκτες και με τον κόσμο να φωνάζει ρυθμικά το όνομά σου…

«Ήταν μία πολύ συγκινητική στιγμή που δεν θα ξεχάσω ποτέ! Αλλά η πλάκα είναι ότι δεν ήταν η τελευταία σπουδαία που έζησα σε εκείνο το γήπεδο. Τον Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς, μετά από ειδοποίηση που έλαβα με email από την διοίκηση της Μπάμπεργκ, όταν ήμουν στο Λας Βέγκας και αυτό, ενημερώθηκα ότι ο σύλλογος ήθελε να με τιμήσει αποσύροντας την φανέλα μου στο φιλικό προετοιμασίας με την Μπάνβιτ. Πήρα άδεια από την Μπανταλόνα για να δώσω το παρών και πραγματικά ένιωσα φανταστικά και εκείνη την βραδιά. Αυτό που θα πρέπει να καταλάβουμε και το οποίο για μας τους Έλληνες, ενδεχομένως για τους Ισπανούς και τους Ιταλούς με τους οποίους έχουμε λίγο-πολύ το ίδιο ταμπεραμέντο, φαίνεται φυσιολογικό, δεν σημαίνει ότι είναι το ίδιο και για την ιδιοσυγκρασία των Γερμανών. Γι’ αυτό και εξεπλάγην ευχάριστα!»

Η σύγκριση Ελλάδας-εξωτερικού

Σκέφτηκες ποτέ μετά το τέλος του πρώτου συμβολαίου σου στο εξωτερικό να γυρίσεις Ελλάδα; Ή είναι τέτοια η διαφορά επιπέδου στα γύρω-γύρω του μπάσκετ, που κάτι μέσα σου λέει “καλά είμαι εδώ, που να επιστρέφω τώρα…”;

«Το νο1 πράγμα που θα πω ζώντας σχεδόν 15 χρόνια στο εξωτερικό, είναι ότι εκεί δεν σε απασχολεί τίποτε άλλο από το μπάσκετ. Στα λύνουν όλα! Προφανώς και κάποιες ομάδες είναι πιο οργανωμένες από κάποιες άλλες και αυτό δεν έχει να κάνει μόνο με το budget, αλλά με τη νοοτροπία. Η Ούνικς για παράδειγμα, μπορεί να στο επιβεβαιώσει και ο Κώστας (σ.σ.: Καϊμακόγλου) έκανε τρομερό αγώνα για να φτάσει σε ένα καλό επίπεδο. Η Μπάμπεργκ με πολύ μικρότερο προϋπολογισμό, ήταν έτη φωτός μπροστά σε οργάνωση. Το οικονομικό δεν σε απασχολεί γιατί όλες σχεδόν οι ομάδες πληρώνουν στην ώρα τους, τα εισιτήρια που θα σου κλείσουν για να πετάξεις θα είναι πολύ προσεγμένα, από την πιο μικρή λεπτομέρεια μέχρι την πιο σημαντική.»

Υπάρχει και άλλο στο οποίο θέλεις να αναφερθείς;

«Αυτό που είπες για τα γύρω-γύρω! Όλες αυτές οι ίντριγκες, οι φήμες, τα άρθρα, τι έγραψε ο ένας ή σε ποιο στρατόπεδο “ανήκει” ο άλλος, όλα αυτά δεν υπάρχουν! Και αν υπάρχουν, δεν φτάνουν στο σημείο να μας απασχολούν γιατί δεν έχουν τόση βαρύτητα όση έχουν στην Ελλάδα. Όταν δεν έπαιζα καλά, έκανα απλά την αυτοκριτική μου και προσπαθούσα να βελτιωθώ και πάντως σε καμία περίπτωση δεν έψαχνα δικαιολογίες.»

Τώρα που γύρισες και τον τελευταίο 1,5 χρόνο, βίωσες αυτή την κατάσταση που περιγράφεις, είναι χειρότερα τα πράγματα από το 2005 όταν έφυγες;

«Είτε είναι, είτε όχι, στα μάτια μου φαίνονται πολύ χειρότερα γιατί πλέον έχω την εμπειρία. Όταν ήμουν μικρός δεν με άγγιζε και δεν με ενδιέφερε τίποτε απ’ όλα αυτά. Κάποιοι έλεγαν ότι δεν κάνω και ότι είμαι αργός. Δεν με απασχολούσε καν, ίσα-ίσα που μου έδινε κίνητρο να τον βγάλω λάθος.»

«Ο κ.Βασιλακόπουλος έπρεπε να είχε δρομολογήσει από μόνος του στην αλλαγή!»

Τι είναι αυτό που σε έχει ενοχλήσει περισσότερο από την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, από τότε που γύρισες στην ΑΕΚ;

«Το ότι όλοι, παίκτες, προπονητές, ομάδες και παράγοντες, έχουν πρόβλημα με την διαιτησία! Είναι προφανές, λοιπόν, ότι κάτι δεν πάει καλά! Πως γίνονται να αδικούνται όλοι; Μετά, είναι δυνατόν 35 χρόνια να έχουμε τους ίδιους ανθρώπους στην διοίκηση της ΕΟΚ; Δεν χρειάζεται να αναλύσουμε ότι χρειάζεται να μπουν νέα πρόσωπα, χωρίς φυσικά να παραγνωρίζω την προσφορά του κ. Βασιλακόπουλου. Εδώ και χρόνια θα έπρεπε από μόνος του να έχει δρομολογήσει την αλλαγή, γιατί όλο αυτό που συμβαίνει τώρα, πληγώνει την υστεροφημία του. Τώρα κανονικά, το σύνολο του ελληνικού μπάσκετ θα έπρεπε να τον τιμά και όχι να αναρωτιέται πότε θα φύγει…»

Γνωρίζω ότι έγιναν συζητήσεις μεταξύ παλαιών παικτών της γενιάς σου, έτσι ώστε να κατέβει ένα σχήμα πρώην διεθνών. Που ήσουν εσύ σ’ αυτό;

«Ξέρω σε τι αναφέρεσαι, απλά εγώ δεν είχα σταματήσει το μπάσκετ οπότε εκ των πραγμάτων, δεν μπορούσα να ασχοληθώ σοβαρά. Άσε που αυτή η πρωτοβουλία δεν προχώρησε κιόλας… Στο μυαλό μου είναι σίγουρα να ασχοληθώ κάποια στιγμή, από κάποιο πόστο με την Εθνική ομάδα, αλλά ακόμη είναι πολύ πρώιμο αυτό…»

Το ότι κάποιοι παλιοί διεθνείς παίκτες ασχολούνται πλέον σοβαρά με την επόμενη μέρα της ομοσπονδίας, είναι θετικό για σένα;

«Μόνο θετικό μπορεί να είναι! Είμαστε μία από τις ελάχιστες ευρωπαϊκές ομοσπονδίες που δεν έχει στο Δ.Σ. ένα και δύο και τρία “ιερά τέρατα” της Εθνικής ομάδας! Πέρα από την προσωπικότητα, τις εμπειρίες και το ειδικό βάρος του καθενός, όλοι οι παλιοί παίκτες επιθυμούν γυρίσουν πίσω πράγματα στο άθλημα, που τους ανέδειξε.»

Εθνική ομάδα (1998-2015): 189 συμμετοχές


Η σχέση με την Εθνική ομάδα άρχισε το 1998 σε ηλικία 15 ετών και διήρκεσε μέχρι το 2015. Δεκαεπτά ολόκληρα χρόνια, απίστευτες συγκινήσεις και στιγμές που σίγουρα θα σε ακολουθούν μία ζωή. Ποιες είναι οι σημαντικότερες εικόνες που σε σημάδεψαν και ανά τακτά χρονικά διαστήματα, τις φέρνεις στο μυαλό σου;

«Κατ’ αρχήν, πριν ξεκινήσω την βουτιά στο παρελθόν, θα σου πω ότι ανατριχιάζω στην ιδέα ότι θα δω τον Σπανούλη ξανά στα “γαλανόλευκα”. Ανεξάρτητα από το ότι είναι αδελφικός μου φίλος και κουμπάρος μου και πέρα από την αγάπη που του έχω. Το ότι ανατριχιάζω, πρέπει να λέει κάτι στα νεότερα παιδιά για το τι σήμαινε για μας η Εθνική ομάδα. Εκεί βίωσα το πιο έντονο “κοκτέιλ” χαράς και λύπης μαζί μέσα στα γήπεδα! Αυτό τα λέει όλα…»

Περίμενες ότι μπορούσε κάποια στιγμή να γίνει αυτή η επιστροφή;

«Ποτέ των ποτών! Κι όποιος πει το αντίθετο, τότε δεν ξέρει τις καταστάσεις. Ούτε ο ίδιος το πίστευε! Όλο αυτό ξεκίνησε από τον Πιτίνο και σε εκείνον πρέπει να πάει όλο το credit. Εκείνος του το “φύτεψε” στο μυαλό και το διαχειρίστηκε ιδανικά για να γίνει πραγματικότητα.»

Αν σου ζητήσω κάποια κλικς…

«Τι να πρωτοθυμηθώ; Την λήξη του τελικού και την απονομή στο Βελιγράδι, το τρίποντο του Μήτσου με την Γαλλία ή την κλωτσιά του Θοδωρή στην μπάλα με το που τελείωσε ο ημιτελικός με τους Αμερικανούς στην Σαιτάμα; Από ‘κει πέρα, θυμάμαι πάρα πολλές ώρες λύπης, αγωνίας, στρεσαρίσματος, αυτοκριτικής στα ξενοδοχεία με τον Βασίλη που αρέσκεται στην υπερανάλυση, αλλά η στιγμή που έρχεται πάντα στο μυαλό μου, συνέβη στην Μαδρίτη λίγο μετά τον αποκλεισμό μας στο Παγκόσμιο του 2014 από την Σερβία…»

Ξέρω τι θα μου πεις γιατί ήμουν μπροστά…

«Με τον Γιάννη τον Αντετοκούνμπο δεν έχω κάποια ιδιαίτερη σχέση ή επαφή, αλλά πραγματικά είπε κάτι εκείνη την ημέρα που με άγγιξε και με έκανε να καταλάβω πόσο σπουδαίο χαρακτήρα είχε! Είχαμε μόλις βγει από τα αποδυτήρια και πριν μπούμε στο πούλμαν, πήγαμε να χαιρετήσουμε τους φιλάθλους της Εθνικής, τους “Πελαργούς” που μας ακολουθούσαν 10 χρόνια και είχαν βγει από το γήπεδο. Τότε, λοιπόν, άκουσα το παιδί με το σκουφάκι του πόλο, που χτυπούσε το τύμπανο να μου λέει “δεν πειράζει ρε Νικόλα είναι σαν να το πήραμε” (σ.σ.: στο σημείο αυτό ο Νίκος κάνει μία παύση, προσπαθεί ανεπιτυχώς να συγκρατήσει τα δάκρυά του και μετά από προσπάθεια “ανάνηψης” τουλάχιστον μισού λεπτού, επανέρχεται) και στην κυριολεξία κατέρρευσα, καλή ώρα όπως τώρα! Μέσα στο λεωφορείο, έρχεται κάποια στιγμή ο Γιάννης για να μου πει κάτι και να με παρηγορήσει. Μία εβδομάδα, μετά διάβασα μία συνέντευξή του στην οποία ούτε λίγο ούτε πολύ είπε: “Κατάλαβα τι σημαίνει Εθνική ομάδα, όταν είδα τον Ζήση να κλαίει…”. Αυτή η ατάκα ήταν η μεγαλύτερη επιβράβευση των κόπων μας, γιατί συνειδητοποίησα ότι το συγκεκριμένο παιδί έχει την χαρακτήρα για να φτάσει ψηλά και να μας ξεπεράσει όλους! Και αυτό άλλωστε είναι το ζητούμενο..

Τι φταίει και από το 2009 είμαστε εκτός διακρίσεων και επιτυχιών;

«Κατ’ αρχήν η λανθασμένη νοοτροπία που είχαμε ότι θα είμαστε πάντα στα μετάλλια! Γίναμε κακομαθημένοι και μεταφέραμε από μόνοι μας την πίεση στην Εθνική ομάδα. Δηλαδή δεν είχαμε την σωστή διαχείριση απέναντι στην συσσωρευμένη πίεση που είχαμε στο διάστημα χωρίς επιτυχίες. Λυγίζαμε εύκολα, δεν είχαμε αυτό το κάτι παραπάνω που χρειαζόμαστε για να πάρουμε ένα ματς, που θα μας πήγαινε στο επόμενο επίπεδο. Ακόμη κι αν ο αντίπαλος δεν ήταν ανίκητος. Αυτός είναι ένας σημαντικός λόγος. Από ‘κει και πέρα, πρέπει να βρούμε τον τρόπο να παντρέψουμε τον Γιάννη με τα υπόλοιπα παιδιά, ώστε να βγει ωφελημένη η Εθνική. Από ΄κει και πέρα, αυτό που θα πρέπει να μας προβληματίσει, είναι τι γίνεται από κάτω, στις μικρότερες ηλικίες, πως δουλεύει και αν δουλεύει το περιβόητο αναπτυξιακό πρόγραμμα. Ενάμιση χρόνο που παίζω στο ελληνικό πρωτάθλημα, δεν έχω δει στην Α1 Κατηγορία παίκτη κάτω των 20 ετών… Όλοι εμείς και οι άλλες σπουδαίες γενιές του ελληνικού μπάσκετ, βγήκαμε από το αναπτυξιακό πρόγραμμα. Αυτή τη στιγμή που μιλάμε, δεν υπάρχει κανένα πλάνο στις υποδομές. Βρισκόμαστε, λοιπόν, μπροστά σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι. Ή θα ξηλώσουμε όλο το σύστημα και θα το φτιάξουμε από την αρχή ή θα γίνουμε μία μέτρια μπασκετική δύναμη, που είχε μία μεγάλη ιστορία και παράδοση και θα ζούμε με τις δάφνες του παρελθόντος.»

Το ελληνικό μπάσκετ του σήμερα και η επόμενη μέρα του Νίκου Ζήση

Τι έμαθες από τον «τελευταίο χορό» σου στο ελληνικό μπάσκετ;

«Ότι μας αρέσει πολύ η ίντριγκα και το κουτσομπολιό. Είναι μέσα στην ζωή μας. Επειδή ούτως ή άλλως εδώ θα ζούσα το υπόλοιπο της ζωής μου, χαίρομαι που γύρισα και τελείωσα το μπάσκετ στην Ελλάδα. Δεν μετανιώνω ούτε δευτερόλεπτο που μέσα σε λίγες ώρες, τον Ιανουάριο του 2020 στην Βαρκελώνη, αποφάσισα να επιστρέψω. Όπως δεν μετανιώνω που έφυγα για το εξωτερικό. Έπρεπε να τα ζήσω όλα…»

Δεν ένιωσες ποτέ ότι έχασες πράγματα από την Ελλάδα, λείποντας για τόσο καιρό;

«Όταν έφυγα για το Τρεβίζο το 2005, έφυγα με μαύρο δάκρυ! Ήμουν ο κλασσικός Ελληνάρας που μου άρεσε πολύ να ζω στην Ελλάδα και δεν είχα καμία κάψα να κάνω καριέρα στο εξωτερικό. Τότε η οικογένεια Φιλίππου δεν ήθελε να με πουλήσει σε ελληνική ομάδα, όμως, οπότε η μετεγγραφή σε ευρωπαϊκό σύλλογο ήταν μονόδρομος. Τα πρώτα χρόνια πολλοί φίλοι μου έλεγαν “Τι κάνεις στο εξωτερικό; Γύρνα πίσω!”. Δεν ήταν λίγες οι φορές που πλησίασα στην επιστροφή, κυρίως για λογαριασμό του Ολυμπιακού και αργότερα και του Παναθηναϊκού. Και ήταν κάποιες φορές που το ήθελα και πολύ! Αλλά πάντα κάτι συνέβαινε και δεν ήταν γραφτό να συμβεί. Από το 2010 και μετά, οι ίδιοι φίλοι μου που με προέτρεπαν να γυρίσω μου έλεγαν το αντίθετο: “Μην τυχόν και γυρίσεις πίσω!”, ενώ οι ομάδες μας ήταν ακόμη στην “ελίτ”. Συμπερασματικά, θέλω να πω ότι όλα αυτά τα χρόνια που έλλειπα, συνήθισα και έμαθα σε μία… ησυχία!»

Πόσο σημαντικό ρόλο παίζει η οικογένεια που είναι δίπλα σε έναν αθλητή, που από επιλογή βρίσκεται μακριά από την πατρίδα;

«Είμαι ευλογημένος που είχα την γυναίκα μου μαζί να με στηρίζει διαρκώς, να φροντίζει την οικογένεια και να “συνυπογράφει” τις επαγγελματικές επιλογές μου. Θα το χρωστάω για πάντα αυτό στην Φανή, γιατί είχε την ωριμότητα να καταλάβει ότι η δουλειά αυτή είχε ημερομηνία λήξης και το ταμπεραμέντο να καθιστά όμορφη την ζωή μας, όπου κι αν βρισκόμαστε. Παίρνοντας τα καλύτερα από κάθε πόλη που ζούσαμε. Δεν θα ήμουν ποτέ στο εξωτερικό για 15 χρόνια χωρίς εκείνη.»

Έχεις σκεφτεί ποτέ ότι μία από τις δυσάρεστες αν όχι η πιο δυσάρεστη εμπειρία που είχες ποτέ μέσα σε γήπεδο και αναφέρομαι στο εγκληματικό χτύπημα από τον Βαρετζάο το 2006 στην Χαμαμάτσου, αποτέλεσε την αφορμή να έρθεις πιο κοντά στην Φανή και ουσιαστικά να φτάσετε στον γάμο σας;

«Ακούγεται λίγο σαν σενάριο Χολιγουντιανής ταινίας, αλλά είναι ακριβώς έτσι! Γνωριζόμαστε από 16 χρονών, είχαμε μία φιλική και πλατωνική σχέση αλλά τίποτε το σοβαρό. Το ότι η επέμβαση στο ζυγωματικό έγινε στην Θεσσαλονίκη, την έφερε στο νοσοκομείο – κι εδώ πρέπει να ευχαριστήσω τον μετέπειτα κουνιάδο μου γι’ αυτό (χαμογελάει) – κι αυτό ήτανε!»

Πως είναι να κοιμάσαι παίκτης και να ξυπνάς… κι εγώ δεν ξέρω τι;

«Στην δική μου την περίπτωση δεν θα ισχύσει το… ξυπνάς προπονητής ή κάτι άλλο. Θέλω να πάρω τον χρόνο μου, θα μείνω σίγουρα μέσα στο μπάσκετ, αλλά δεν θέλω να βιαστώ και να πάρω βιαστικές αποφάσεις. Το να “σκοτώσεις” τον παίκτη μέσα σου θέλει επεξεργασία, είναι ένα σοκ διαρκείας! Δεν γίνεται μπαμ και κάτω! Να φανταστείς ότι στην δική μου την περίπτωση, η επεξεργασία έχει αρχίσει εδώ και δύο χρόνια!»

Επομένως, ο Νίκος Ζήσης της επόμενης χρονιάς που βρίσκεται πιο κοντά: στο να αναλάβει μία θέση συμβουλευτική σε μία μεγάλη ομάδα, scouter σε έναν οργανισμό του ΝΒΑ, ακόμη και general manager σε ευρωπαϊκή ομάδα, ή θα πατηθεί ένα κουμπί και θα γίνει ξαφνικά προπονητής;

«Το δεύτερο αποκλείεται να γίνει! Δεν είναι δεσμευτικό να γίνει κάποιος καλός προπονητής, επειδή έκανε μία πολύ καλή καριέρα σαν παίκτης. Χρειάζεται χρόνος για να ωριμάσει αυτό μέσα σου, τουλάχιστον όπως το σκέφτομαι εγώ. Οπότε θέλω να έχω τον χρόνο να μελετήσω με την ησυχία μου και να ζυγίσω τις επιλογές που θα έχω, να δω τι μου ταιριάζει περισσότερο. Δεν με πιέζει ο χρόνος, ούτε απαραίτητα τον Σεπτέμβριο πρέπει να είμαι κάπου…»

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ