Η αθανασία, η ευθανασία και ένα δάκρυ για μία “τρελή κυρία”

Η παραολυμπιονίκης, Μαριέκε Βέρβοορτ, δεν άντεξε τον πόνο, τη λύπη και πέρασε οικειοθελώς στην άλλη πλευρά. Μία ιστορία δύναμης και αδυναμίας, σωστού και λάθους, Θεού και ανυπαρξίας του…

 

Αυτή τη φορά δεν έχει να κάνει με το ποδόσφαιρο…

Επεσε κάτω, χτύπησε το έδαφος με τη γροθιά και φώναξε με την τελευταία δύναμή του στον θάνατο: «Ερχομαι, τι φωνάζεις;». Για τη Μαριέκε Βέρβοορτ ήταν λες και όλη της τη ζωή άκουγε την ίδια φωνή που άκουσε στα στερνά του ο φιλόσοφος Ζήνωνας. Ενας ήχος που από τα 14 της την καλούσε να περάσει στην άλλη πλευρά. Αυτό που σταδιακά θα εξελισσόταν σε ένα προμελετημένο, μα διόλου απονενοημένο διάβημα. Μία επιθυμία, μία υποταγή στη θλίψη, στον πόνο και την ίδια στιγμή μία νίκη κόντρα στη ζωή που της στέρησε η ίδια η ζωή. Μία αθανασία μέσω της ευθανασίας…

Εκείνο το γλυκό κορίτσι που μεγαλώνοντας απολάμβανε να την αποκαλούν “τρελή κυρία”. Που βρέθηκε σε μία στιγμή καθηλωμένο στο αναπηρικό καρότσι. Μία τόσο σπάνια ασθένεια, ένας αργός θάνατος που νέκρωνε σταδιακά όλο και περισσότερο το -αδύναμο να αντισταθεί στο μοιραίο- κορμί. Και όμως πάλεψε όσο ελάχιστοι θα μπορούσαν. Το βίωσε για 26 χρόνια. Ενα βάσανο καθημερινό, χωρίς αρχή και τέλος, που την οδήγησε στο να πάρει τόσο γενναία την κατάσταση στα χέρια της. Ισως και να μην ήταν γενναιότητα. Ισως να ήταν ο φόβος που την οδήγησε στο προαποφασισμένο τέλος.

Συστήθηκε στον κόσμο στους Παραολυμπιακούς Αγώνες του Λονδίνου το 2012, όπου κατέκτησε το χρυσό μετάλλιο στα 100 μέτρα της κατηγορίας T52, ενώ αντίστοιχα στο Παγκόσμιο της Ντόχα πέτυχε την 2η καλύτερη επίδοση στην ιστορία των 200 μέτρων. Κάπως έτσι λοιπόν, λίγο πριν τα δύο ασημένια στο Ρίο Ντε Τζανέιρο το 2016, βγήκε και σόκαρε την αθλητική και όχι μόνο υφήλιο. «Εχω υπογράψει τα χαρτιά της ευθανασίας μου. Δεν λέω ότι θα το κάνω τώρα, μετά τους αγώνες. Απλά λέω ότι τα έχω έτοιμα. Θα ζω μέρα με τη μέρα και όταν ο πόνος και οι λύπες θα είναι τόσο πολύ περισσότερες από τις χαρές, τότε θα συμβεί»!

Τα προηγούμενα χρόνια, αλλά κυρίως στα τρία που ακολούθησαν εκείνη την ομολογία της, έως και την υλοποίηση της απόφασης, η Μαριέκε έβαλε μπροστά το σχέδιο να ζήσει τα όνειρά της. Πέταξε με F16, οδήγησε αγωνιστικό μονοθέσιο, έκανε όλα τα είδη αλεξίπτωτου και ένα σωρό ομορφιές και τρέλες μαζί. «Για λίγο αισθάνθηκα αθάνατη. Κάθε φορά όμως που επέστρεφα, ήξερα ότι ήμουν νεκρή. Τα περισσότερα βράδια έκλεινα τα μάτια μου για πέντε λεπτά και ξυπνούσα από τον πόνο. Δεν μπορούσα άλλο να το αντέξω. Ηταν αβάσταχτο».

Τα πιο όμορφα της ζωής της τα έζησε στο πλευρό του Ζεν. Ενα υπέροχο πλάσμα, ένα λαμπραντόρ οδηγός, που ήταν μόνιμα δίπλα της για να της σώζει ξανά και ξανά τη ζωή. «Δεν κατάλαβα ποτέ πώς το κάνει. Κάθε φορά που παθαίνω επιληπτικές κρίσεις, το έχει αισθανθεί νωρίτερα και έχει κάνει αυτά που πρέπει. Ηταν ένας λόγος για να ξυπνάω. Το να είμαι μαζί του. Μόνο που το σώμα μου μικραίνει ολοένα και πιο πολύ. Καθώς η αρρώστια προχωράει, πεθαίνω κάθε ώρα, κάθε στιγμή και από λίγο περισσότερο».

Η Μαριέκε τελικά πραγματοποίησε και την ύστατη, την πιο δύσκολη, την πιο μεγάλη… απευχόμενη επιθυμία. Στις 22 Οκτωβρίου δέχτηκε την ένεση που έκανε την αναπνοή της να ησυχάσει. Για πρώτη φορά από τότε που ήταν παιδί, θα μπορούσε να είναι ξανά ήρεμη. Την ίδια στιγμή, η φυγή της, άνοιξε ξανά αυτή την τεράστια συζήτηση για την ευθανασία και για την οποία ποτέ, κανείς, δεν θα μπορέσει να πει με βεβαιότητα εάν είναι η σωστή λύση ή εάν ο άνθρωπος δεν πρέπει να παρεμβαίνει στα σχέδια του Θεού, του πεπρωμένου, της φύσης ή όπου πιστεύει ο καθένας τέλος πάντων. Αξίζει όμως να κρατήσουμε τη δική της προσέγγιση, σε μία εσωτερική αναζήτηση που εμείς οι υπόλοιποι δεν μπορούμε να κατανοήσουμε πραγματικά.

«Φοβάμαι. Πόσο πολύ φοβάμαι. Ωστόσο, αυτά τα χαρτιά που υπέγραψα, μου χαρίζουν μία ηρεμία στο μυαλό και την ψυχή κι αυτό είναι αρκετά όμορφο για μένα. Το να έχω αυτά τα χαρτιά της ευθανασίας έτοιμα, με κάνουν να γνωρίζω ότι θα επιλέξω εγώ τη στιγμή, τον τρόπο. Μπορώ να σας διαβεβαιώσω, ότι εάν δεν υπήρχαν, θα είχα ήδη αυτοκτονήσει από απόγνωση. Πιστεύω πραγματικά ότι θα υπήρχαν λιγότερες αυτοκτονίες, εάν κάθε χώρα επέτρεπε τον συγκεκριμένο νόμο. Αλήθεια σας το λέω. Πρέπει άπαντες να κατανοήσουν ότι δεν πρόκειται για δολοφονία, μα το αντίθετο: επιτρέπει στους ανθρώπους να ζήσουν έστω και λίγο περισσότερο. Οπως συνέβη και με μένα»!

Και καθώς γονείς, φίλοι και ο Ζεν θα αποχαιρετούν για πάντα τη Μαριέκε, όσοι μάθαμε την ιστορία της, από απόσταση θα ευχόμαστε να είχε ο αρχαίος Σοφοκλής το μεγαλύτερο δίκιο όλων: πως “για τους πεθαμένους δεν υπάρχουν άλλα βάσανα”. Οπως και για μία “τρελή κυρία”, που ως τελευταία επιθυμία πριν την ευθανασία, αναζήτησε την αθανασία μία εικόνας: «Θέλω να θυμάστε για πάντα εκείνο το κορίτσι που χόρευε στη βροχή»!