Η μεγάλη υποψία…

Βλέπω και ξαναβλέπω αυτό το εκπληκτικό πραγματικά γκολ του διαβολάκου που λέγεται Τόρες και που άνοιξε το σκορ στο ματς ΑΕΚ – Βόλος (3-2). Εχω δει κάτι χιλιάδες γκολ στη ζωή μου, αλλά αυτό πραγματικά δεν το έχω ξαναδεί. Ο τύπος μετά την μπαλιά του Μουνίθ έχει βρεθεί με το σώμα μπροστά από την μπάλα. Επειδή είναι κοντούλης και γρήγορος θα περίμενα να γυρίσει το σώμα του και να τολμήσει ένα είδος βολ πλανέ προσπαθώντας να στείλει την μπάλα προς την εστία του Τσιντώτα – κι αυτό δύσκολο θα ήταν. Αλλά επειδή το τυπάκι αυτό είναι ιδιοφυία αποφασίζει σε δέκατα του δευτερολέπτου να κάνει κάτι απίθανο: να βρει την μπάλα με το τακουνάκι και ενώ το σώμα του είναι μπροστά από αυτή και στον αέρα! Ενας άλλος θα χε πάθει εγκεφαλική θλάση και μόνο στη σκέψη μιας τέτοιας προσπάθειας – ακόμα αι αν όλο αυτό το είχε σκεφτεί, δύσκολα θα το επιχειρούσε διότι θα ήταν πανεύκολο να γίνει ρεζίλι. Ο Τόρες και το σκέφτηκε και το προσπάθησε και σκόραρε. Δυστυχώς όμως βρίσκεται σε μία χώρα που κανείς σχεδόν δεν μπήκε στον κόπο το απίθανο αυτό γκολ του να το αναδείξει.

Σεμιναριακού επιπέδου

Φυσικά δεν είναι η πρώτη φορά που αυτό συμβαίνει και δεν οφείλεται στο γεγονός ότι ο σκόρερ αγωνίζεται σε μία μικρή ομάδα. Αυτή την αγωνιστική είχαμε και μερικά άλλα καταπληκτικά γκολ: τα πέτυχαν ποδοσφαιριστές που φοράνε τη φανέλα ομάδων ιστορικότερων από αυτή του Βόλου, αλλά και με αυτά ουδείς ασχολήθηκε. Ο Ναμπί στο ματς του Ολυμπιακού με τον ΟΦΗ  κάνει το τέλειο σουτ εκτός περιοχής, φτάνοντας στην μπάλα και χωρίς να την κοντρολάρει καν. Η όλη φάση είναι σεμιναριακού επιπέδου διότι υπάρχουν δύο τουλάχιστον παίκτες που, με την κίνησή τους χωρίς την μπάλα, του ελευθερώνουν το χώρο.  Του απαντάει ο Σουντανί: το γκολ που δίνει τη νίκη στον Ολυμπιακό είναι ένα κομψοτέχνημα. Ξεκινά με στοχευμένο πρέσινγκ στους αμυντικούς του ΟΦΗ από τον ίδιο τον Σουντανί, ο Γκερέρο που κερδίζει την μπάλα παίζει αμέσως κάθετα κι ο Αλγερινός εκτελεί ενστικτωδώς χωρίς να αφήσεις τον Σωτήριου, ούτε καν να σκεφτεί τι σκοπεύει να κάνει! Ωραίο είναι και το γκολ του Σβιντέρσκι στο ματς του ΠΑΟΚ με τη Λαμία. Μπορεί οι πανικόβλητοι αμυντικοί της Λαμίας να έχουν αφήσει τρία στρέμματα χώρο στον Στοχ για να πασάρει, όμως η εκτέλεση του Πολωνού μαρτυρά σέντερ φορ ράτσας. Ο τύπος γνωρίζει πού ακριβώς βρίσκεται μολονότι έχει πλάτη προς την εστία. Θέλει να στείλει την μπάλα προς το τέρμα όσο πιο γρήγορα γίνεται και το κάνει με ένα άγγιγμα: είναι αρκετό. Κανείς φυσικά δεν μπήκε στον κόπο εξηγήσει τη σπάνια δυσκολία αυτών των γκολ αλλά και τα μυστικά τους. Αντιθέτως πέρασε με μία ακόμα Κυριακή για να συζητάμε για το VAR και τις υποδείξεις των διαιτητών. Μάλλον γιατί αυτό αντιλαμβανόμαστε ως ποδόσφαιρο.

Μια τρομερή υποψία

Πριν από τα παιχνίδια αυτής της αγωνιστικής και μετά το περίφημο σεμινάριο, που είχε γίνει για το VAR την προηγούμενη εβδομάδα (στo οποίo  έδωσαν το παρόν όλοι για να συμφωνήσουν ότι υπάρχει πρόβλημα) είχα γράψει στην εφημερίδα ότι η ιστορία αυτή, αν έχει ακόμα κάποιο δημοσιογραφικό ενδιαφέρον, είναι γιατί κανείς δεν μπαίνει στον κόπο να μας λύσει τις μεγάλες απορίες που στο μεταξύ προέκυψαν. Εγραφα ότι η αγορά του VAR θυμίζει αγορά αυτοκινήτου χωρίς φρένα και χωρίς φώτα και ότι οι ερωτήσεις που έχουν αξία είναι δυο: γιατί αγοράστηκε κάτι τόσο προβληματικό και γιατί κάποιος το παρέλαβε παρά τις ελλείψεις του – θυμίζω ότι πληρώθηκε με δημόσιο χρήμα. Ομολογώ ότι νόμιζα πως βρισκόμαστε μπροστά σε μια ιστορία ελληνικής τσαπατσουλιάς, όσο όμως περνάνε οι αγωνιστικές αρχίζω να έχω μία τρομερή υποψία. Μήπως τελικά σε όλο αυτό το μπλέξιμο υπάρχει μία τρομερή σκηνοθεσία, ώστε να μην αλλάξουν τα δεδομένα της διαιτησίας όπως τα γνωρίζουμε; Επιτρέψτε μου να σας αναπτύξω το συλλογισμό μου.

Ποιος κάνει κουμάντο

Στην Ελλάδα μεγαλύτερη σημασία και από το διαιτητή του αγώνα έχει το ποιος μπορεί να πείσει αυτό το διαιτητή ποιον ακριβώς πρέπει να προσέχει και να εξυπηρετεί «για να μην έχει πρόβλημα». Οι διαιτητές είναι κατά βάση ανασφαλείς άνθρωποι που νιώθουν ότι χρωστάνε σε κάποιους την ύπαρξή τους στους πίνακες – φυσικά και το σήμα του διεθνή και τα ωραία χρήματα που παίρνουν και τα οποία σχεδόν ποτέ δεν θα τα έβγαζαν από τη δουλειά τους. Για χρόνια ολόκληρα ο διαιτητής είναι υποχρεωμένος να ξέρει τις απαιτήσεις όσων περιμένουν εξυπηρετήσεις – άλλοτε μεγαλύτερες και άλλοτε μικρότερες. Στο μεταξύ εμφανίζεται το VAR και η τεράστια δύναμή του. Για πρώτη φορά ο διαιτητής έχοντας στη διάθεσή του τη χρήση της τεχνολογίας δεν χρειάζεται να λογοδοτεί για τις όποιες αποφάσεις του: το VAR έρχεται για να μικρύνει τις αμφιβολίες του και για να βοηθήσει τον διαιτητή να κρίνει όχι αστραπιαία, αλλά με χρόνο στη διάθεσή του. Το VAR μπορεί να διορθώσει ακόμα και τα περίφημα ανθρώπινα λάθη. Χάρη στο VAR ο διαιτητής κινδυνεύει πλέον λιγότερο από τους παρατηρητές και τις εκθέσεις τους και δεν νοιώθει αναλώσιμος.  Φυσικά, χάρη στο VAR, μικραίνει και ο ρόλος όλου αυτού του περίεργου σιναφιού που υπάρχει γύρω από τους διαιτητές για να τους πουλάει προστασία, εξασφαλίζοντας την προσοχή τους. Σε κάθε χώρα που μπήκε το VAR μειώθηκαν οι τιμωρίες των διαιτητών ακριβώς γιατί αυτό διορθώνει σχεδόν όλα τα λάθη τους. Μόνο που εμείς στην Ελλάδα δεν θέλουμε  ένα δυνατό διαιτητή: θέλουμε κάποιον που να ψάχνει διαρκώς ποιος κάνει κουμάντο.

Ο σκηνοθέτης είναι ιδιοφυής

Υποπτεύομαι λοιπόν κάτι απλό: όλη αυτή η ιστορία του VAR σκηνοθετήθηκε με τον καλύτερο τρόπο ώστε να μην αλλάξει καθόλου ο ρόλος του διαιτητή και να μην μειωθεί η ανασφάλεια του. Ετσι αρχικά βάλαμε κάποιες θολές προδιαγραφές ώστε στο διαγωνισμό για την απόκτησή του VAR να μπορεί να πάρει μέρος ο πάσα ένας. Στη συνέχεια φροντίσαμε το VAR να το πληρώσει το κράτος oι λειτουργοί του οποίου, ως συνήθως, πετάνε τα λεφτά των Ελλήνων φορολογουμένων από το παράθυρο. Τέλος φέραμε ένα ελαττωματικό μηχάνημα που δεν έχει στοιχειώδη πράγματα, όπως goal-line technology και ψηφιακές γραμμές για την αξιολόγηση του οφσάιντ. Αυτό το δεύτερο μάλιστα το κάναμε και γρήγορα γνωστό – θεωρητικά για να δικαιολογήσουμε κάποια λάθη διαιτητών, στην πραγματικότητα όμως για να καταδείξουμε ότι το VAR που τόσο περιμέναμε είναι απλά ένα ελαττωματικό μηχάνημα που δεν βοηθά και πολύ τους διαιτητές. Ετσι στην πραγματικότητα κρατήσαμε σχεδόν αναλλοίωτο το ρόλο του διαιτητή, την ανασφάλεια του και την υποχρέωσή του να βοηθήσει με τρόπους νέους: να αφήνει το σκληρό παιγνίδι, να μην βγάζει κάρτες ή να αποβάλει παίκτες για ψύλλου πήδημα, να σπάει το ρυθμό του αγώνα σφυρίζοντας διαρκώς, να μετατρέπει τα άουτ σε κόρνερ κτλ!

Πάλι πρέπει αυτός να ψάχνει τι γίνεται, πάλι πρέπει να ανησυχεί να μην κακοκαρδίσει το «μεγάλο», πάλι πρέπει να ακούει τα πληρωμένα τσιράκια που στις μεγάλες ομάδες αποκαλούνται «υπεύθυνοι διαιτησίας» – ένα ελλαττωματικό VAR βοηθά για να μείνουν όλα ίδια. Η εξαιρετική αυτή σκηνοθεσία είχε φυσικά και άλλα κεφάλαια. Ένα δυο ασήμαντα λάθη π.χ μπορεί να προκαλέσουν ένα σωρό συζητήσεις για το ποιος ελέγχει τη διαιτησία και την ομοσπονδία – λες και δεν το ξέρουμε!

Μακάρι να έχω άδικο. Αν όμως έχω δίκιο, και πίσω από αυτά που βλέπουμε υπάρχει πραγματικά μία σκηνοθεσία, ο σκηνοθέτης είναι ιδιοφυΐα και το έργο του εκπληκτικό. Πολύ ανώτερο και από το γκολ του Τόρες…