Το μεγάλο παράσημο του Κώστα Καίσαρη

Την περασμένη Παρασκευή έμαθα ότι δεν ήταν καλά ο Κώστας Καίσαρης και ότι είχε κάνει εισαγωγή στο Ερρίκος Ντυνάν. Είχε σταματήσει να γράφει στα Νέα την τελευταία εβδομάδα – πράγμα παράξενο αφού δεν σταματούσε ποτέ: κι από την άδεια του έγραφε.

Πήγε να το δει ένας κοινός φίλος, ο διευθυντής μας Κώστας Κοφινάς. Ανησυχούσα κι άρχισα να ανησυχώ πιο πολύ. Ο Καίσαρης τον παρακάλεσε να μας μεταφέρει ως επιθυμία του (τελευταία δυστυχώς) να μην πάμε να τον δούμε. Η υγεία του επιδεινώθηκε τις τελευταίες μέρες – τουλάχιστον ο άνθρωπος έφυγε γρήγορα και δεν υπέφερε για καιρό. Αυτός ο τόσο γεμάτος ζωή απίστευτος τύπος έσβησε σε μια εβδομάδα. Με ένα τρόπο σχεδόν μυθιστορηματικό, όπως μυθιστορηματικά παράξενα έζησε.

Ζωή γεμάτη ιστορίες

Γράφτηκαν από χθες πολλά για τον Καίσαρη και θα γραφτούν κι άλλα γιατί όποιος τον ήξερε είχε πάντα ιστορίες να διηγηθεί. Ο,τι ακούσετε για αυτόν, καλό ή στραβό, είναι αλήθεια. Ο Καίσαρης ήταν γεμάτος πάθη μέχρι την τελευταία του μέρα. Ακόμα και το γραπτό του έβγαζε σχεδόν πάντα ένα ωραίο πάθος: είχε μια μυστήρια ευθύτητα. Το διάβαζες κι άκουγες τη βαριά βραχνή φωνή του – τη «φωνή του Νταρθ Βέιντερ» που λέει κι ένας φίλος, αυτή τη φωνή που από πιτσιρικάδες στο Φίλαθλο μιμούμασταν. Καμιά φορά άκουγες και το παράξενο γέλιο του – ένα κοφτό περίεργο γέλιο, διακριτικό και μακρόσυρτο. Ο Καίσαρης γελούσε σαν το γέλιο του να έχει σιγαστήρα – σαν να μην ήθελε να καταλαβαίνει κανείς ότι γελάει. Αλλά γελούσε με την καρδιά του για όλους και όλα. Και πάντα πίστευα ότι έκανε αυτή τη δουλειά για να μπορεί να το κάνει.

Ο Καίσαρης ήταν μια εξαιρετική παρέα και ως σχολιαστής και ως άνθρωπος. Δεν μιλούσε πολύ, αλλά όταν το έκανε σε υποχρέωνε να τον ακούς. Πρέπει να είναι ο πρώτος που έβαλε στο γραπτό του όλες τις καθημερινές εκφράσεις του – άλλες δεν είχε και δεν έψαξε, γιατί δεν τις χρειάζονταν κιόλας. Ήταν άλλωστε «περιβόλι» και μπορούσε να δίνει μια μοναδική διάσταση σε λέξεις απλές που όταν τον συναναστρεφόσουν στις κολλούσε για πλάκα. «Τομάρι». «Φοβερά πράγματα». «Αρρωστημένες καταστάσεις». «Να κλαις». «Μάλιστα, μάλιστα». Σαν να τον ακούω και τώρα…

Φίρμα χάρη στο γραπτό

Υπήρξε μία μοναδική περίπτωση στην ιστορία του ελληνικού Τύπου ο Κώστας Καισαρης. Στη μεγάλη του διαδρομή κατάφερε κάτι σπάνιο – ίσως μοναδικό – για την εγχώρια αθλητικογραφία μας: έγινε γνωστός (φίρμα πραγματική) σε όλους όσους αγαπούν το ποδόσφαιρο χωρίς να κάνει ποτέ του τηλεόραση και έχοντας κάνει ελάχιστες ραδιοφωνικές εμφανίσεις – τον θυμάμαι απλά κάποια πρωϊνά να μοιράζεται τα μικρόφωνα με τον Ανδρέα Δημάτο. Και φωτογραφίες του ήταν δύσκολο να βρεις. Η επιτυχία του οφείλεται αποκλειστικά στο γραπτό του και είναι μάλιστα από τους λίγους που επιτυχίες έκανε δυο και τεράστιες: την πρώτη σαν «Αποδυτηριάκιας» και τη δεύτερη με το ονοματεπώνυμό και την υπογραφή του.

Ο «αποδυτηριάκιας» υπήρξε δικό του δημιούργημα – αυτός απογείωσε τη στήλη, μια στήλη που όμοιά της δεν υπήρξε και δεν θα υπάρξει ποτέ. Έπεισε τον Νίκο Καραγιαννίδη, όταν αυτός ξεκίνησε το Φίλαθλο να του τη δώσει – ο Καίσαρης τότε έγραφε στο Ριζοσπάστη. Την έβαλαν στη σελίδα δύο. Ο Καραγιαννίδης κατάλαβε τη δύναμη της σε χρόνο ρεκόρ και την έστειλε στην τελευταία σελίδα. Η στήλη προκάλεσε για χρόνια ένα είδος μαζικής υστερίας. Δεν την έγραφε μόνο ο Καίσαρης, αλλά αν δεν την έγραφε ο Καίσαρης θα είχε πεθάνει μετά από μια εβδομάδα. Ο Καίσαρης υπήρξε χάρη στον «Αποδυτηριάκια» του, ο πρώτος Ελληνας blogger. Η προσέγγιση των γεγονότων με ένα τρόπο δημοσιογραφικό (διότι είδηση υπήρχε πάντα) και συνάμα διαστροφικό (διότι ο σκοπός ήταν η διασκέδαση του αναγνώστη) έκανε χιλιάδες ανθρώπους να ξεκινάνε τη μέρα τους μαζί του. Η θεματολογία ξέφυγε σύντομα από τα ποδοσφαιρικά και απέκτησε χαρακτήρα κοινωνικής κριτικής: ο Καίσαρης έγραφε για όσα του άρεσαν και κυρίως για όσα δεν του άρεσαν. Και κυρίως πήρε όλο αυτό το χώρο που ονομάζαμε «παρασκήνιο» και τον έφερε μπροστά δίνοντας του χαρακτήρα θεατρικής παράστασης.  Επίσης υπήρξε ο απόλυτος χρονογράφος του ελληνικού επαγγελματικού ποδοσφαίρου. Είναι ο άνθρωπος που χάρισε προσωνύμια σε όλους τους μεγάλους ποδόσφαιροπαράγοντες και συγχρόνως είχε για χρόνια το αποκλειστικό προνόμιο να μιλάει με όλους τους όποτε ήθελε. Πολλοί εξαιτίας του έχασαν τον ύπνο τους – πολλοί τον αποθέωσαν, πολλοί τον απείλησαν – κανείς ποτέ δεν κατάφερε να του κλείσει το στόμα.

Όταν αργότερα έφυγε από το Φίλαθλο και πήγε στο Goal άρχισε να υπογράφει με το ονοματεπώνυμό του. Θυμάμαι ότι πολλοί συνάδερφοι πρόβλεπαν την παρακμή του – πίστευαν ότι η αθυροστομία του, οι αποκαλύψεις του και το ειρωνικό του χιούμορ λειτουργούσαν μόνο γιατί υπήρχε το ιστορικό του ψευδώνυμο. Ο Κάισαρης τους έκλεισε το στόμα! Συνέχισε να είναι εξίσου δεικτικός, εξίσου σκληρός, εξίσου ακριβοδίκαιος, εξίσου αποκαλυπτικός υπογράφοντας με το όνομά του. Γιατί ήταν παρατηρητικός, άριστος γνώστης των ανθρώπων και είχε πάντα τη σωστή ερώτηση.

Έγραφε σε χειρόγραφο για χρόνια και μετά με γραφομηχανή. «Μάθαμε να μετράμε τις λέξεις και να τις βάζουμε στη σωστή σειρά γιατί δεν μπορούσαμε να σβήνουμε και να ξαναγράφουμε» έλεγε. Η δομή του κειμένου του ήταν για αυτό απαράμιλλη – η επεξεργασία της φράσης στο τετραπέρατο μυαλό του προηγούταν της γραφής: η πειθαρχία του γραπτού του λόγου ήταν υπέροχη υπήρξα μόνιμα και για δεκαετίες καθημερινός αναγνώστης του γιατί τη ζήλευα. Ζήλευα επίσης τις τρομερές του σταυροφορίες εναντίον όσων δεν άντεχε, τον Νταλάρα π.χ. Του έλεγα καμιά φορά ότι αδικεί ανθρώπους που δεν γνωρίζει – μου απαντούσε πως δεν θέλει να γνωρίσει κανένα γιατί γούσταρε να κρίνει το τι κάνουν κι όχι το ποιοι είναι.

Σίγουρα θα ξαναβρεθούμε

Ηταν τζογαδόρος, καλοφαγάς, λάτρευε τη Μύκονο και το Αιγαίο. Διασκέδαζε και νυχτοπερπατούσε: του άρεσε η νύχτα όσο το ποδόσφαιρο – περισσότερο η ατμόσφαιρά του γηπέδου. Δεν έχανε παράσταση του Πιλαλί, του Σπανού, του άρεσε πολύ και ο Χάρης ο Γαλανός γιατί «τα τραγουδούσε όλα». Και του άρεσαν και οι μαγαζάτορες και οι ιστορίες τους: ο «Μάμπο», ο Βασίλης ο Αδραχτάς, όσοι του φαινόντουσαν ωραίοι πρωταγωνιστές για ιστορίες της νύχτας.

Πιστεύω ότι στεναχωρήθηκαν στο άκουσμα της είδησης της φυγής του και όσοι δεν ήθελαν να ασχολείται μαζί τους κι αυτό είναι το μεγάλο παράσημο της καριέρας του: ήταν απαραίτητος ακόμα και σε όσους στεναχωρούσε.

Θα μου λείψει τα βράδια της Δευτέρας. Θα μου λείψει όταν βγαίναμε να γιορτάσουμε το Σάββα Θεοδωρίδη που υπεραγαπούσε – ήθελε να γράψει τη βιογραφία του. Θα μου λείψει το κομμάτι του με το οποίο ξεκινούσα τη μέρα μου. Δεν είχε ποτέ αυτοκίνητο και πάντα οι βραδιές τελείωναν με την ερώτηση του ποιος θα τον πάει πίσω. Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί κάποιος που δεν οδηγούσε βιάστηκε τόσο πολύ να φύγει, αλλά θα κάνω υπομονή. Αν κάτι υπάρχει μετά από δω σίγουρα θα ξαναβρεθούμε με τον Καίσαρη.