Ο Κωνσταντίνου και οι άλλες… φωτοβολίδες του Champions League

Δεν υπάρχει καλύτερη διοργάνωση για να λάμψει ένας ποδοσφαιριστής, αλλά κάποιοι το έκαναν μόνο εκεί και μόνο για μία σεζόν.

ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (ΠΑΝΑΘΗΝΑΪΚΟΣ, 2001-02)

Ο Παναθηναϊκός… στοιχημάτισε το καλοκαίρι του 2011 αποφασίζοντας να δώσει 11,3 εκατ. ευρώ για να αποκτήσει τον Κωνσταντίνου. Σταθερός σκόρερ για τον Ηρακλή, έχοντας 61 γκολ σε 119 παιχνίδια, υπήρχαν αμφιβολίες για το κατά πόσο θα μπορούσε να σταθεί στο Champions League. Η απάντηση ήταν ένα εμφατικό «ναι», τουλάχιστον αρχικά… Δένοντας καλά με την έμπειρη τριάδα των Πάουλο Σόουζα, Γιαν Μικάελσεν και Ρόμπερτο Γιάρνι, ο Κωνσταντίνου έβαλε 6 γκολ σε 14 ματς, συμπεριλαμβανομένου ενός τρομερού μακρινού συρτού σουτ στον προημιτελικό με τη Μπαρτσελόνα στο Camp Nou. Αν και αυτό ήταν ό,τι καλύτερο έκανε ποτέ στην Ευρώπη, ο Κωνσταντίνου βοήθησε τον Παναθηναϊκό να κατακτήσει το νταμπλ το 2004, πριν πάει στον μεγάλο αντίπαλο, Ολυμπιακό, το 2005. Στην Ευρώπη δεν έκανε ξανά κάτι αξιόλογο, αλλά τουλάχιστον πανηγύρισε άλλα τρία πρωταθλήματα και δύο κύπελλα Ελλάδας.

ΖΕΡΟΜ ΡΟΤΕΝ (ΜΟΝΑΚΟ, 2003-04)


Ροτέν και Λουντοβίκ Ζιουλί ήταν στις πτέρυγες της Μονακό καθώς πήγαινε ως τον τελικό του Champions League 2004, φτιάχνοντας μεγάλα γκολ για τους Φερνάντο Μοριέντες και Ντάντο Πρσο. Αμφότεροι αποτέλεσαν μεταγραφικούς στόχους το καλοκαίρι, αλλά ενώ ο Ζιουλί πήγε με μεγάλη χαρά στη Μπαρτσελόνα, ο Ροτέν αντιστάθηκε στο ενδιαφέρον κλαμπ όπως οι Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ και Τσέλσι, για να υπογράψει στην Παρί Σεν Ζερμέν, την ομάδα της πόλης του. Μια επιλογή που του κόστισε. Ενώ ο Ζιουλί κατέκτησε πρωτάθλημα και Champions League με την Μπαρτσελόνα, ο Ροτέν και η Παρί Σεν Ζερμέν -τα οικονομικά της οποίας δεν είχαν καμία σχέση με τα τωρινά- σταθερά φλέρταρε με τον υποβιβασμό. Ο Ροτέν έπαιξε σε μόλις επιπλέον ματς Championd League, σε μια μάλλον αποτυχημένη θητεία -ως δανεικός- στη Ρέιντζερς. Αν και έπαιζε κανονικά για την εθνική Γαλλίας, είναι δύσκολο να μην κοιτάξεις την καριέρα του και να μη σκεφτείς πώς θα μπορούσαν να είχαν εξελιχθεί τα πράγματα.

ΣΙΜΟΝΕ ΙΝΤΣΑΓΚΙ (ΛΑΤΣΙΟ, 1999-00)

Η 19χρονη σχέση του αδερφού του Πίπο με τη Λάτσιο άρχισε το 1999, με μια αξέχαστη πρώτη σεζόν. Ο Ιντσάγκι δυσκολευόταν να σκοράρει στη Serie A μετά τη μεταγραφή του από την Πιατσέντσα -έβαλε μόλις 7 γκολ σε 22 συμμετοχές εκείνη τη χρονιά- αλλά ήταν ασταμάτητος στο Champions League με 9 γκολ σε 11 αγώνες. Η κορυφαία εμφάνιση του ήρθε τον Μάρτιο του 2000, όταν ισοφάρισε το τότε ρεκόρ του Μάρκο Φαν Μπάστεν, βάζοντας τέσσερα γκολ στη Μαρσέιγ. Ηταν η εμφάνιση που του έδωσε την κλήση στην εθνική Ιταλίας για ένα φιλικό με την Ισπανία, με τις συζητήσεις να αφορούν το αν θα είναι βασικός δίπλα στον αδερφό του για το Euro 2000. Παρά το γεγονός ότι πανηγύρισε το νταμπλ με τη Λάτσιο εκείνη τη σεζόν πάντως, ο Σιμόνε δεν κατάφερε να κρατήσει τον ρυθμό του Πίπο στο σκοράρισμα τα επόμενα χρόνια. Ο νεότερος Ιντσάγκι έβαλε διψήφιο αριθμό γκολ μόνο μία σεζόν ακόμη στην καριέρα του, πριν αποσυρθεί το 2010. Είναι πιο επιτυχημένος από τον αδερφό του, πάντως, ως προπονητής, παραμένοντας στον πάγκο της Λάτσιο.

ΝΤΙΕΓΚΟ ΤΡΙΣΤΑΝ (ΛΑ ΚΟΡΟΥΝΙΑ, 2001-02)

Ο Τριστάν βγήκε από τη σκιά του Ρόι Μακάι για τη Ντεπορτίβο τη σεζόν 2001-02 και γρήγορα άρχισε να κάνει δύσκολη τη ζωή των αγγλικών ομάδων στο Champions League. Ο Ισπανός ήταν καθοριστικός στις νίκες επί των Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ και Αρσεναλ σε ομίλους, με εκείνα τα δύο γκολ στο 3-2 επί της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ να μην έχουν ξεχαστεί, ολοκληρώνοντας τη σεζόν με 6 τέρματα στην Ευρώπη. Ο Τριστάν είχε επιλεγεί για την αποστολή της Ισπανίας για το Μουντιάλ του 2002 αλλά ένα πρόβλημα στον αστράγαλο κατά τη διάρκεια του τουρνουά τον άφησε εκτός δράσης, για να υπάρξουν κι άλλοι τραυματισμοί την επόμενη σεζόν. Ισως επειδή η νυχτερινή ζωή του, δεν ήταν αυτή που έπρεπε για αυτό το επίπεδο… Δεν είχε πρωταγωνιστικό ρόλο όταν η Λα Κορούνια έφτασε στον ημιτελικό το 2004 και σύντομα το άστρο του άρχισε να σβήνει στις Μαγιόρκα, Λιβόρνο, Κάντιθ και Γουέστ Χαμ, όπου σκόραρε μόνο τρεις φορές σε 17 συμμετοχές.

ΛΑΡΣ ΡΙΚΕΝ (ΝΤΟΡΤΜΟΥΝΤ, 1996-97)

Πιθανότατα ο ορισμός του one-season wonder, ο Ρίκεν είναι βασικά γνωστός επειδή έβαλε το πιο γρήγορο γκολ ως αλλαγή σε τελικό Champions League – μόλις 16 δευτερόλεπτα από τη στιγμή που αντικατέστησε τον Στέφαν Σαπουιζά κόντρα στη Γιουβέντους το 1997. Ηταν ένα εκπληκτικό μακρινό πλασέ επειδή ο Ρίκεν είδε τον τερματοφύλακα τον Μπιανκονέρι, Αντζελο Περούτσι, να είναι εκτός θέσης, βάζοντας τέλος στις ελπίδες της Γιούβε για ανατροπή. Η Ντόρτμουντ νίκησε με 3-1 και ο Ρίκεν ήταν θέμα συζήτησης. Εχοντας ήδη εξασφαλίσει τον τίτλο του “ήρωα”, πέρασε τα επόμενα χρόνια κάνοντας συνεχώς αποθεραπείες. Αν και φάνηκε να αναγεννάται τη σεζόν 2001-02, βοηθώντας τη Μπορούσια να κατακτήσει το πρωτάθλημα και κερδίζοντας μια θέση στην αποστολή της Γερμανίας για το Μουντιάλ, τα προβλήματα τραυματισμών συνεχίστηκαν. Αποσύρθηκε τελικά το 2007, ως ένας παίκτης που έπαιξε μόνο σε μία ομάδα, με μια καριέρα από την οποία θυμόμαστε μόνο ένα γκολ.