Η εκδίκηση του καλού

Πριν πέντε μέρες διάβαζα στην ιταλική εφημερίδα Reppublica μια έρευνα που αφορούσε την αναγνωσιμότητα των ειδήσεων τον καιρό του Ιντερνετ: η εφημερίδα με στοιχεία αποδείκνυε πως οι αναγνώστες (κι όχι μόνο οι αναγνώστες της) διαβάζουν κυρίως ό,τι έχει να κάνει με αρνητική κριτική. Έκανε επίσης μια ωραία σύγκριση με τους καιρούς που Ιντερνετ δεν υπήρχε, θυμίζοντας (αυθαίρετα ίσως αλλά με τρόπο ενδιαφέρον) τις πιο μεγάλες πωλήσεις της εφημερίδας με βάση το πρωτοσέλιδό της. Η έρευνα υπενθύμιζε ότι οι μεγάλες πωλήσεις της εφημερίδας (σε ποσοστό 85% περίπου) είχαν να κάνουν με θετικά πρωτοσέλιδα. Ο κόσμος κάποτε αγόραζε εφημερίδες κυρίως για να ενημερωθεί για κάτι καλό με τον ίδιο τρόπο που σήμερα χαρίζει κλικ σε όποιον ασχολείται με προβληματικές καταστάσεις. Ζούμε μια περίοδο που μας ελκύει η συμφορά και μας γοητεύει η γκρίνια; Η μήπως φταίει το μέσο; Νομίζω και τα δυο.

Τραβά το ενδιαφέρον του κόσμου

Όσο διάβαζα το κομμάτι έφερνα στο μυαλό μου ένα δικό μας παράδειγμα που έχει σχέση και με τα αθλητικά: τα όσα συνέβησαν την περασμένη εβδομάδα με πρωταγωνιστή τον Αγγελο Αναστασιάδη τα κατορθώματα του οποίου αντιπαραβάλω με τα όσα έκανε στο final 8 του πόλο ένας άλλος Ελληνας προπονητής: ο σπουδαίος κόουτς του Ολυμπιακού Θοδωρής Βλάχος. Από ένα καπρίτσιο της μοίρας οι περιπέτειες των δυο συνέπεσαν: τις μέρες που η ποδοσφαιρική Εθνική Ελλάδος έπαιξε κι έχασε από την Ιταλία και την Αρμενία, ο Βλάχος οδήγησε τον Ολυμπιακό σε ένα ακόμα τελικό Τσάμπιονς λιγκ στο πόλο – ο πρωταθλητής Ελλάδος έχασε το τρόπαιο από την Φερενσβάρος στα πέναλτι. Κάποιος θα πει ότι η διαφορά της δημοφιλίας των σπορ καθιστά λογικό το ότι ασχοληθήκαμε πολύ με τον Αναστασιάδη και καθόλου με τον Βλάχο: το ποδόσφαιρο είναι εθνική ψύχωση – το πόλο όχι. Όμως στον ευρωπαϊκό τελικό του πόλο έπαιξε ο Ολυμπιακός, που τραβά το ενδιαφέρον του κόσμου: η συμμετοχή του στη διοργάνωση είχε προβολή και οι αναφορές σε όσα έκανε δεν έλειψαν. Αν κάτι έλειψε είναι η επισήμανση ότι ο Ελληνας προπονητής του έκανε για μια ακόμα χρονιά υποδειγματική δουλειά: αυτό ομολογώ ότι δεν το διάβασα πουθενά. Ενώ διάβασα εκατομμύρια λέξεις για τις επιλογές του Αναστασιάδη και τα λάθη του, πριν μάλιστα το ματς με την Αρμενία όπου ο δημόσιος καυγάς του με τον αρχηγό της ομάδας Σωκράτη Παπασταθόπουλο μετέτρεψε κάτι που έμοιαζε με κωμωδία σε αληθινό δράμα.

Λαβές για συζητήσεις

Κάποιος θα πει πως στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι οι χαρακτήρες που δίνουν διαφορετικές λαβές για ενασχόληση. Ο Αναστασιάδης έμοιαζε εξ αρχής με ωρολογιακή βόμβα: όλοι τον κοιτούσαν με απορία περιμένοντας πότε θα απασφαλίσει: τη στιγμή της έκρηξής του κάμποσοι ένοιωσαν ότι δικαιώθηκαν. Ο Βλάχος, από την άλλη, μοιάζει ένας άνθρωπος χωρίς μυστικά – η σπάνια (για τα δεδομένα του ελληνικού αθλητισμού) περίπτωση του ανθρώπου που κάνει πολύ καλά τη δουλειά του και σε αυτή βασίζει τις επιτυχίες του. Κοιτώντας το παρελθόν του Αναστασιάδη θα βρεις καυγάδες και ιστορίες που θα μπορούσαν να είναι θέμα βιβλίου ή ακόμα και ντοκιμαντέρ – και δεν χρειάζεται να πας και πολλά χρόνια πίσω για να τα βρεις αυτά. Κοιτώντας το παρελθόν του Βλάχου βλέπεις απλά μια διαδρομή αξιοπρέπειας. Γεννήθηκε στο Βόλο το 1969. Υπήρξε παίκτης του Ολυμπιακού από 1989 έως το 1998, και έγινε βοηθός τριών μεγάλων δασκάλων του πόλο: του Ντράγκαν Ματουτίνοβιτς, του Ζόλταν Κάσας και του Βέσελιν Τζούχο – μαζί τους έμεινε από το 2000 έως το 2005. Δούλεψε με επιτυχία ως πρώτος προπονητής στο Παλαιό Φάληρο και το 2011 επέστρεψε στον Ολυμπιακό για να αντικαταστήσει τον Βαγγέλη Πάτερο, ως πρώτος τεχνικός της ομάδας πόλο του Ολυμπιακού: έκτοτε κερδίζει πρωταθλήματα και διεκδικεί και συλλέγει και ευρωπαϊκές κούπες φτάνοντας σε τελικούς με ευκολία που σε υποψιάζει μήπως έχουμε να κάνουμε με τον καλύτερο προπονητή πόλο του καιρού μας στην Ευρώπη. Τα πάει πολύ καλά και στην Εθνική. Αλλά δεν μιλάει για το Θεό σε κάθε συνέντευξή Τύπου, δεν τσακώνεται δημοσίως με τους παίκτες, δεν δίνει λαβές για συζητήσεις. Κι ίσως να φταίει αυτό το τελευταίο για το ότι μολονότι οδήγησε και φέτος τον Ολυμπιακό σε ένα τελικό του Τσάμπιονς λιγκ, σχεδόν κανείς δεν ασχολήθηκε με το κατόρθωμά του, επισημαίνοντας έστω την δυσκολία του.

Το καλό είναι μονοδιάστατο

Η συζήτηση, η αντιπαράθεση, η γκρίνια: αυτά μετρούν πιο πολύ στην εποχή των social media και του διαδικτύου – οι άνθρωποι της Reppublica έχουν νομίζω δίκιο. Η αρνητική κριτική σε πρόσωπα δημιουργεί αμέσως στρατόπεδα: υπάρχουν αυτοί που θα ταυτιστούν με το είδος της κριτικής (και θα απαιτήσουν κιόλας αυτή να γίνει σκληρότερη) κι αυτοί που θα την θεωρήσουν μεροληπτική ή άδικη. Δεν χρειάζεται πάντα αυτοί να είναι μισοί μισοί – πράγμα ιδανικό. Αρκεί που τα στρατόπεδα υπάρχουν και κάνουν φασαρία: η φασαρία είναι τελικά που δίνει ζωή στα κείμενα. Και η ενημέρωση; Δεν είναι πολύ πιο ενδιαφέρον να εξηγήσεις πως τα καταφέρνει ο Βλάχος από το να αραδιάζεις χιλιάδες λέξεις για να κάνεις κατανοητό γιατί δικαιώθηκες όταν έλεγες ότι θα αποτύχει ο Αναστασιάδης; Για μένα είναι. Αλλά ποιος νοιάζεται να αναδείξει το καλό; Άλλωστε με το καλό υπάρχει ένα πρόβλημα: είναι συνήθως μονοδιάστατο και δεν επιτρέπει αντιρρήσεις. Τι να πεις δηλαδή για το Βλάχο; Ότι απέτυχε να κερδίσει το τρόπαιο στα πέναλτι; Η ότι δεν ήταν επιτυχία του το ότι ξαναέφτασε στον τελικό με μια ομάδα που ήταν ήδη πρωταθλήτρια Ευρώπης; Κι άντε και είσαι τρελός και το πεις. Ποιος θα σε πιστέψει; Και ποιος θα ασχοληθεί μαζί σου;

Τι μας είναι χρήσιμο

Ειδικά στα αθλητικά η αδυναμία προβολής του καλού αρχίζει να γίνεται τρομερό πρόβλημα: αδυνατώντας να προβάλει κανείς το καλό δεν επιτρέπει και στον κόσμο να το χαρεί όσο θα πρεπε. Η έλλειψη προβολής δημιουργεί κατά βάση τη φθορά των αξιών: ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι αντιλαμβάνονται το ρόλο τους ως οπαδοί διεκδικώντας απλά ένα δικαίωμα στην μουρμούρα – χάνουν την αληθινή χαρά και τη συγκίνηση που προσφέρει η επιτυχία γιατί δεν καταλαβαίνουν την δυσκολία της. Χρησιμοποιούν τα σπορ απλά για να βγάλουν από μέσα τους τη δική τους ανάγκη να κριτικάρουν, να επιπλήξουν, να δείξουν πόσα πολλά ξέρουν. Το έκαναν παλιότερα οι δημοσιογράφοι που νόμιζαν ότι είναι προπονητές ή που χαίρονταν να παριστάνουν τους παράγοντες – μετά ήρθε το διαδύκτιο και τα social media και πλέον το κάνουν όλοι.

Ισως αυτή η αυτοψυχανάλυση να είναι και χρήσιμη – ίσως τελικά, αν ο σκοπός μας είναι να βγάλουμε στη φόρα τα εσώψυχά μας, να έχουμε μεγαλύτερη ανάγκη τον Αναστασιάδη από το Βλάχο. Αλλά και πάλι καλό είναι να μην ξεχνάμε πως υπάρχει και το καλό και μας εκδικείται καταδικάζοντάς μας στη σιωπή. Εστω και καθυστερημένα ας την σπάσουμε για να πούμε ένα μπράβο στον καλύτερο Ελληνα προπονητή, τον Θοδωρή Βλάχο…