Το μεγάλο μυστικό του Νίκι Λάουντα

Διάβασα πολλά πράγματα για τον θρύλο της Formula 1 Νίκι Λάουντα που έφυγε χθες από τη ζωή – υπήρξαν και στην Ελλάδα και στο εξωτερικό (κυρίως στην Ιταλία όπου ο Αυστριακός παρέμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του δημοφιλέστατος) αρκετά αφιερώματα και είναι λογικό: μιλάμε για κάποιον το όνομα του οποίου υπήρξε για χρόνια συνώνυμο του κόσμου των μηχανοκίνητων αυτοκινήτων. Σε όλα αυτά τα αφιερώματα καταλάβαινες εύκολα κάτι: υπάρχουν αυτοί που έγραψαν για το Λάουντα έχοντας ζήσει κάτι από το μύθο του κι αυτοί που απλά τον ανακάλυψαν εκ των υστέρων – κυρίως χάρη στην ταινία του Ρον Χάουαρντ, το καταπληκτικό «Rush» που περιγράφει τη μεγάλη του μονομαχία  με τον Τζέιμς Χαντ τα χρόνια που μεσουρανούσαν. Για να το πω λίγο διαφορετικό υπάρχουν αυτοί που έγραψαν για τον Λάουντα κι αυτοί που έγραψαν για τη φήμη του.

Ολοκαύτωμα στα μάτια του κόσμου

Εγώ πρόλαβα λίγο τον Λάουντα, αλλά μεγάλωσα με τη φήμη του, την οποία το Rush μου την υπενθύμισε – δεν με βοήθησε να την ανακαλύψω. Ο Αυστριακός ήταν ο πρώτος οδηγός – σταρ που θυμάμαι και η εντυπωσιακή του φήμη δεν είχε να κάνει ούτε με τις νίκες του, που δεν ήταν πάντως λίγες, ούτε με τις αμοιβές του ή την τρομερή ζωή του. Ο Λάουντα ήταν πάντα ο άνθρωπος που την 1η Αυγούστου του 1976, στην αυθεντική παλιά πίστα του Νίρμπουργκρινγκ, νίκησε το θάνατο. Ολος ο κόσμος είχε δει την Ferrari του να τσακίζεται τρέχοντας με 190 χιλιόμετρα, και να τυλίγεται στις φλόγες. Ολος ο κόσμος είδε για πάνω από ένα λεπτό τον Λάουντα να μην μπορεί να βγει από το μονοθέσιο και να καίγεται. Κι όλος ο κόσμος, μετά από ελάχιστο χρόνο, τον είδε να επιστρέφει σχεδόν παραμορφωμένος και να ξανατρέχει για να γίνει παγκόσμιος πρωταθλητής: όλο αυτό υπήρξε σαφώς πιο εντυπωσιακό από τους τίτλους οποιουδήποτε οδηγού.

Αταίριαστοι αλλά συμπληρωματικοί

Κάποια χρόνια αργότερα ήρθε το Rush. Η ταινία του κάπως ακαδημαϊκού και παθιασμένου με τις αληθινές ιστορίες Ρον Χάουαρντ ανέδειξε τη μεγάλη μονομαχία του Λάουντα και του Χαντ αποδεικνύοντας ότι η πραγματικότητα είναι θεαματικότατη: οι ελάχιστες «αμερικανιές» (δηλαδή οι μυθοπλαστικές παρεμβάσεις των σεναριογράφων για να δώσουν δραματική έμφαση σε κάποιες κούρσες) δεν κάνουν κακό στο γενικότερο πραγματικό πλαίσιο. Ο θεατής που γνωρίζει τα γεγονότα εκείνου του παγκόσμιου πρωταθλήματος  απολαμβάνει την αναπαράστασή τους ξαναζώντας τη δεκαετία του ΄70 στις λαμπρότερες στιγμές της. Ο Χάουαρντ είναι δεδομένο ότι άντλησε την έμπνευση του από την προσωπικότητα των δυο πρωταγωνιστών. Αταίριαστοι αλλά και συμπληρωματικοί, γεννημένοι νικητές και για αυτό ινδάλματα,  γοητευτικοί μέσα στην μανιακή τους αντίληψη για το τι είναι επιτυχία, ο Λάουντα και ο Χαντ είναι εξαιρετικά σπάνιοι ανταγωνιστές έχοντας ένα εντελώς διαφορετικό εγχειρίδιο θριάμβου – οι νίκες τους είναι απόδειξη ότι μπορείς να φτάσεις στην επιτυχία από εντελώς διαφορετικούς δρόμους. Ο συμπαθητικός και εξωστρεφής Χαντ είναι σχεδόν αυτοκαταστροφικός. Ο συνετός Λάουντα ένα τέρας θέλησης που σε κάνει ίσως και να το λυπάσαι. Ο Αγγλος κρύβει τις ανασφάλειες του στα πρωτοσέλιδα των ταμπλόιντς, ο Αυστριακός πίσω από τον κακιασμένο αυθορμητισμό του κρύβει την ανάγκη να δείξει στον πατέρα του ποιος είναι. Και οι δυο κερδίζουν και οι δυο χάνουν. Το μόνο που ο Χάουαρντ δεν μπορεί να απαντήσει είναι γιατί ο Λάουντα ξαναγύρισε, μετά την σκληρή εκείνη βραδιά στο Νίρμπουργκρινγκ, που ήταν τόπος μαρτυρίου: 130 οδηγοί έχουν χάσει τη ζωή τους σε αυτή την καταραμένη πίστα και το ότι αυτός γλύτωσε θα πρεπε να το δει σαν μήνυμα να σταματήσει.

Δεν ήταν ποτέ του βέβαιος

Αυτό το μυστικό το πήρε μαζί του ο Λάουντα, αλλά παραμένει το πιο γοητευτικό σημείο μιας ζωής που ήταν πιο συναρπαστική κι από μυθιστόρημα. Μου άρεσε πάντα να το συζητώ κάνοντας διάφορες εικασίες και θέτοντάς το στην πραγματική και όχι στην αθλητική του βάση: τι είναι αυτό που υποχρέωσε ένα νεαρό εκατομμυριούχο, μετά από μια τέτοια δοκιμασία ζωής, να προτιμήσει να επιστρέψει, καμένος και δύσμορφος στις πίστες, όταν μάλιστα είχε όσα χρήματα χρειαζόταν για να ζήσει ήσυχα τη ζωή του; Δεν ήταν σίγουρα η ανάγκη του να δώσει απαντήσεις γιατί ο Λάουντα ήταν η περίπτωση του ανθρώπου που για αυτό ποτέ του δεν ενδιαφέρθηκε: ήταν περισσότερο καλόγερος από σταρ. Αποκλείεται να επέστρεψε για να χτίσει δια μέσου της επιστροφής του μια καταπληκτική ιστορία φήμης που πάντα θα προκαλεί θαυμασμό: δεν ήταν ποτέ του βέβαιος ότι επιστρέφοντας θα καταφέρει ν αντέξει την πίεση των αγώνων και την δυσκολία τους, γιατί το ατύχημα του άφησε τεράστια αναπνευστικά κουσούρια – πέρα από τους πόνους των εγκαυμάτων. Ο Λάουντα δεν ήταν ο πιλότος που αγαπούσε το ρίσκο, ώστε να ρισκάρει την ίδια του τη ζωή: ήταν ένας καταπληκτικός υπολογιστής, ένας στρατηγός της κούρσας κι όχι ο άνθρωπος που πάταγε τέρμα το γκάζι για να νοιώσει την αδρεναλίνη στο αίμα του. Τον αποκαλούσαν «κομπιούτερ» σε μια εποχή που πολλοί δεν γνώριζαν τι είναι τα κομπιούτερ. Από ένα τέτοιο άνθρωπο (υπολογιστή, συγκροτημένο, αντιστάρ) θα ήταν λογικό να περιμένεις να παρατήσει τα πάντα μετά την επεισοδιακή συνάντησή του με το θάνατο. Κι όμως αυτός επέστρεψε, παραμένοντας μάλιστα το ίδιο σκληρός, ακατανόητα τελειομανής και σχεδόν αντιπαθητικός: το είδος του είρωνα που βγάζει τον αντίπαλο από τα ρούχα του.

Η μόνη απάντηση που κατάφερα ποτέ να δώσω σε όλο αυτό είναι ότι ο Λάουντα συνέχισε να τρέχει πονώντας και υποφέροντας για να τιμωρεί τον εαυτό του για το λάθος που έκανε στο Νίρμπουργκρινγκ. Ηξερε την πίστα και την δυσκολία της, είχε τρέξει εκεί πολλές φορές, το ατύχημά του ήταν ένα δικό του λάθος: ο Λάουντα, που λάθη δεν συγχωρούσε, αποφάσισε να μην συγχωρέσει ποτέ τον εαυτό του, υποβάλλοντάς τον στη δοκιμασία να συνεχίσει να ζει όπως πριν – ενώ κάτι τέτοιο ήταν και ιατρικά απαγορευμένα. Στο τέλος το πλήρωσε: τα αναπνευστικά προβλήματα που στάθηκαν η αιτία να φύγει νέος σχετικά από τη ζωή (μόλις 70 χρονών) οφείλονται κατά τους γιατρούς και την οικογένεια του σε εκείνο του του ατύχημα, αλλά και στην εκτός λογικής εντυπωσιακά γρήγορη επιστροφή του.

Οσο και όπου μπορούσε

Υπάρχουν δυο περιστατικά ακόμα στην πολυτάραχη ζωή του που θα μπορούσαν να γίνουν ταινίες: το ένα είναι ο τελευταίος τίτλος που κέρδισε. Το 1983, οδηγώντας μια Mac Laren ο Αυστριακός κέρδισε τον τότε ανερχόμενο Αλέν Προστ με μισό πόντο διαφορά! Όμως ο Πρόστ και ο Λάουντα έμοιαζαν πολύ – ίσως η μάχη τους να μην δίνει έμπνευση. Το δεύτερο είναι η συντριβή ενός αεροσκάφους της εταιρίας του, της Lauda Air. Συνέβη στις 26 Μαϊου του 1991, το αεροπλάνο συνετρίβη στην Ταϊλάνδη – είχε φύγει από το Χονγκ Κονγκ με προορισμό τη Βιέννη. Είχε 226 επιβάτες – όλοι νεκροί. Ο Λάουντα δεν μίλησε ποτέ για αυτό, μολονότι απαλλάχτηκε από κάθε ευθύνη. Μετά την συνάντηση με το θάνατο στο Νίρμπουργκρινγκ γνώριζε ότι αυτός δεν θα τον συγχωρέσει που του γλύτωσε και τον κυνηγούσε όσο και όπου μπορούσε…