11 κοντοί μάγοι της μπάλας

Θέσαμε ως ανώτατο όριο το 1.70 και επιλέξαμε μια ενδεκάδα ξένων παικτών που έγραψαν τη δική τους, τεράστια ιστορία στο άθλημα. Στη συγκεκριμένη λίστα, δεν μιλάμε απαραίτητα για τους “κορυφαίους” κοντούς, αφού όπως αντιλαμβάνεστε, δεν κυκλοφορούσαμε με μια μεζούρα για να μετράμε ποδοσφαιρικά ύψη! Έτσι λοιπόν, είναι πιθανότατο – για να μην πω σίγουρο – να έχουμε παραλείψει κάποιον ή κάποιους θαυματουργούς κοντούς και να εκτεθούμε! Γι’ αυτό περιοριστήκαμε στο να μαζέψουμε έντεκα παίκτες από 1.70 και κάτω, που όμως υπήρξαν χωρίς καμία αμφιβολία μεγάλες ποδοσφαιρικές προσωπικότητες.

Φαντάζομαι, θα αναρωτηθείτε – και με το δίκιο σας – με ποιο κριτήριο αποφασίσαμε να φτιάξουμε μια λίστα που να αποτελείται από κοντούς παίκτες. Νομίζω ότι διαχρονικά προκαλούσαν εντύπωση οι ικανότητες εκείνων των ποδοσφαιριστών που παρά το γεγονός ότι ήταν μικροκαμωμένοι, μπορούσαν να πρωταγωνιστούν και να αποδεικνύονται καθοριστικοί στην εξέλιξη των παιχνιδιών, αντιμετωπίζοντας με επιτυχία τους πιο ψηλούς και – σχεδόν πάντα – πιο δυνατούς αντιπάλους τους. Αρκετές μάλιστα φορές, αυτό έγινε με τόσο μεγάλη επιτυχία, που το παρατσούκλι “κοντός” κατάφερε να ξεφύγει τελείως από την υποτιμητική του διάσταση και να αποκτήσει μια τελείως διαφορετική “ερμηνεία”, εκείνη της άμεσης παραδοχής στις αρετές του εκάστοτε “μικρού το δέμας”, που έκανε – ή κάνει – χαζούς τους πιο προικισμένους σωματικά παίκτες, με τις εμπνεύσεις και τις δημιουργίες του. Το χαμηλό κέντρο βάρους, η πολύ καλή ισορροπία, η ευελιξία και η ταχύτητα σε μικρούς χώρους, είναι μερικά από τα βασικότερα χαρακτηριστικά των “κοντών” στο ποδόσφαιρο.

Αυτοί είναι – κατά τη γνώμη μας – έντεκα από τους κορυφαίους κοντούς στην ιστορία του παγκόσμιου ποδοσφαίρου. Δεν υπάρχει σύστημα και “λογική” ομάδας, αφού “απουσιάζουν” κάποιες θέσεις. Οι παίκτες έχουν τοποθετηθεί τελείως τυχαία μέσα στη γραφική απεικόνιση, εκτός φυσικά από τον Θεό που βρίσκεται δικαιωματικά στο κέντρο.

Να πούμε ότι η “συνομοταξία” των κοντών, διαθέτει τους δυο κορυφαίους ποδοσφαιριστές στην ιστορία του αθλήματος. Αναφερόμαστε φυσικά στον Θεό Ντιέγο Μαραντόνα και τον Λιονέλ Μέσι (Πατέρα και Υιό αν το προτιμάτε, το Άγιο Πνεύμα το αφήνουμε στη δική σας επιλογή!), αν και είναι αλήθεια πως και οι εννέα υπόλοιποι κινήθηκαν σε υψηλότατα επίπεδα και έγραψαν τα ονόματά τους με χρυσά γράμματα στη “βίβλο” του ποδοσφαίρου. Κοιτάζοντας πιο προσεκτικά τη λίστα, βλέπουμε ότι Αργεντινή και Βραζιλία μοιράζονται την πρώτη θέση με τρεις παρουσίες έκαστη (Μαραντόνα, Μέσι, Σίβορι & Γκαρίντσα, Ρομάριο, Ρομπέρτο Κάρλος), ενώ η Ιταλία συμπληρώνει το βάθρο με δυο παρουσίες (Μεάτσα και Σίβορι, που πολιτογραφήθηκε Ιταλός στη διάρκεια της καριέρας του). Ακολουθούν με μονή εκπροσώπηση, η Ισπανία (Τσάβι), το Μεξικό (Κάμπος), η Δανία (Σίμονσεν) και η Αγγλία (Λι). Ένα ακόμα στοιχείο, είναι ότι η Νότια Αμερική κερδίζει εύκολα τη μάχη απέναντι στην Ευρώπη, αφού έχει στη λίστα τους επτά από τους έντεκα παίκτες, αν και ο Σίβορι μετράει και για τις δυο ηπείρους, οπότε το “τελικό σκορ” είναι επτά έναντι πέντε.

Η μεγάλη πλειοψηφία των κοντών της λίστας, αποτελείται από μέσους και επιθετικούς, ενώ υπάρχουν ένας τερματοφύλακας (Κάμπος) και ένας αμυντικός (Ρομπέρτο Κάρλος). Στη διάρκεια της καριέρας τους, έχουν σκοράρει και οι έντεκα (συμπεριλαμβανομένου και του Κάμπος), ενώ όλοι μαζί έχουν πετύχει 2.917 γκολ, κάτι που σημαίνει ότι ο μέσος όρος είναι 265 τέρματα! Πρώτος σε συμμετοχές είναι ο Τσάβι με 1.061 και πρώτος σκόρερ είναι ο Ρομάριο με 748 γκολ. Να ξεκαθαρίσουμε ότι η επιλογή των “11” είναι καθαρά υποκειμενική, πιθανότατα κάποιοι να έχουν τις ενστάσεις τους – μαζί με διαφορετικές επιλογές -, κάτι απόλυτα κατανοητό και σεβαστό. Κάποιοι έμειναν εκτός στις λεπτομέρειες (Αμάνθιο) και κάποιοι άλλοι δεν μπήκαν λόγω ορίου, για μόλις έναν πόντο (Ινιέστα). Πάμε τώρα στην αναλυτική παρουσίαση της εκλεκτής ενδεκάδας, με χρονολογική σειρά από το ξεκίνημα της επαγγελματικής καριέρας του καθενός. Δίπλα σε κάθε όνομα, μπορείτε να δείτε και το αντίστοιχο ύψος του παίκτη.

01. ΤΖΟΥΖΕΠΕ ΜΕΑΤΣΑ (1.69)

– Θέση: Επιθετικός

– Χρονική περίοδος: 1927-1947

– Συμμετοχές: 511 (+53 με την Εθνική Ιταλίας)

– Γκολ: 314 (+33 με την Εθνική Ιταλίας)

Ο Τζουζέπε “Πεπίνο” Μεάτσα γεννήθηκε το 1910 στο Μιλάνο και ξεκίνησε να παίζει μπάλα από τα έξι του χρόνια. Ο μικρός Πέπε ήταν φίλαθλος της Μίλαν, όμως οι “ροσονέρι” τον απέρριψαν επειδή ήταν μικροκαμωμένος, με αποτέλεσμα να καταλήξει στα τσικό της Ίντερ. Απέκτησε το παρατσούκλι “il Balilla” (ο μικρούλης), όμως αυτό δεν τον εμπόδισε από το να δείξει το “φονικό” του ένστικτο σκοράροντας με κάθε πιθανό τρόπο. Ο Μεάτσα διατηρεί ακόμα και σήμερα το ρεκόρ παραγωγικότητας στη Serie A από παίκτη που πρωτοεμφανίζεται στο ιταλικό πρωτάθλημα, με 31 γκολ!

Στην Ίντερ παρέμεινε 13 χρόνια (1927-1940) και κατέκτησε τρία πρωταθλήματα και ένα Κύπελλο. Στη συνέχεια μετακινήθηκε στη συμπολίτισσα Μίλαν (1940-1942), ακολούθησαν η Γιουβέντους (1942/43), η Βαρέζε (1944) και η Αταλάντα (1945/46) και ολοκλήρωσε την καριέρα του επιστρέφοντας στην Ίντερ (1946/47). Ο Μεάτσα θεωρείται ο κορυφαίος Ιταλός παίκτης όλων των εποχών και ένας από τους μεγαλύτερους στην ιστορία του ποδοσφαίρου. Αγωνίστηκε στη θέση του μέσα αριστερά και μέσα δεξιά επιθετικού στο σχήμα-σύστημα 2-3-5 της εποχής.

Ξεκίνησε ως σέντερ φορ, αλλά στη διάρκεια της καριέρας του, έπαιξε και ως οργανωτικό χαφ. Διέθετε εκπληκτική τεχνική, ήταν ταχύτατος και πανέξυπνος στις τοποθετήσεις του, φοβερός ντριμπλέρ, μοίραζε εντυπωσιακές τελικές πάσες, είχε το πιο αποτελεσματικό σουτ της εποχής του και παρά το μικρό του ύψος (1.69), διακρινόταν και στο ψηλό παιχνίδι. Ήταν ένας πραγματικός ηγέτης μέσα στο γήπεδο και τα στημένα του αποτελούσαν φόβητρο για τους αντίπαλους τερματοφύλακες. Κατέκτησε δυο συνεχόμενα Μουντιάλ με την Εθνική Ιταλίας (1934 & 1938), στο δε πρώτο αναδείχτηκε κορυφαίος παίκτης του τουρνουά.

Είναι ο μικρότερος σε ηλικία παίκτης που έφτασε τα 100 γκολ στη Serie A (23 ετών), είναι ο τέταρτος σκόρερ στην ιστορία του ιταλικού πρωταθλήματος με 216 τέρματα και ο τρίτος Ιταλός σκόρερ σε όλες τις διοργανώσεις με 338 γκολ (πίσω από τους Πιόλα και Ντελ Πιέρο). Επίσης, με 33 τέρματα, είναι ο δεύτερος σκόρερ στην ιστορία της Εθνικής Ιταλίας, πίσω μόνο από τον Τζίτζι Ρίβα. Αφού κρέμασε τα παπούτσια του, ασχολήθηκε για μια δεκαετία με την προπονητική. Πέθανε το 1979 και προς τιμήν του, η κοινή έδρα των Ίντερ και Μίλαν, το “Σαν Σίρο”, μετονομάστηκε σε “Stadio Giuseppe Meazza”.

02. ΓΚΑΡΙΝΤΣΑ (1.69)

– Θέση: Δεξί εξτρέμ

– Χρονική περίοδος: 1951-1972

– Συμμετοχές: 345 (+50 με την Εθνική Βραζιλίας)

– Γκολ: 102 (+12 με την Εθνική Βραζιλίας)

Ο Μανουέλ Φρανσίσκο ντος Σάντος γεννήθηκε το 1933 στο Μαζέ του Ρίο ντε Τζανέιρο. Από μικρός ήταν πιο μικρόσωμος από τους συνομηλίκους του, γι’ αυτό η αδερφή του άρχισε να τον φωνάζει χαϊδευτικά “γκαρίντσα” (τρυποφράκτης, μικρό τροπικό πουλί του Αμαζονίου), παρατσούκλι που τον ακολούθησε σε όλη τη ζωή του. Πέρασε από διάφορες ομάδες στην εφηβεία του και το 1953 υπέγραψε στην Μποταφόγκο, με τη φανέλα της οποίας αγωνίστηκε για δώδεκα χρόνια (1953-1965), ολοκληρώνοντας εκεί στην ουσία την καριέρα του, αφού στη συνέχεια πέρασε από τέσσερις ακόμα ομάδες, με ελάχιστες όμως συμμετοχές.

Ο Γκαρίντσα υπήρξε ο μεγαλύτερος Βραζιλιάνος παίκτης μετά τον Πελέ και η καλύτερη ντρίμπλα όλων των εποχών στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο. Ασχολήθηκε με το άθλημα μάλλον τυχαία, αφού εκ γενετής παρουσίασε διάφορες δυσπλασίες. Τα πόδια του ήταν γυρισμένα προς τα μέσα κατά 80 μοίρες, ενώ το αριστερό πόδι ήταν έξι εκατοστά πιο κοντό από το δεξί! Η σπονδυλική του στήλη δεν ήταν ίσια και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, ο Μανέ πέρασε στην παιδική του ηλικία πολιομυελίτιδα, κάτι που επιδείνωσε τα ήδη υπάρχοντα προβλήματα.

Πέρασε από χειρουργείο για να διορθώσει το πρόβλημα των ποδιών, αλλά η επέμβαση δεν πέτυχε, όμως τα στραβά κανιά του, θα αποδεικνύονταν ένα από τα μεγάλα του όπλα στο μέλλον. Ο “χαρά του λαού” όπως τον αποκαλούσαν, ήταν ένας πραγματικός σόουμαν των γηπέδων και το κορυφαίο δεξί εξτρέμ που ανέδειξε ποτέ το άθλημα. Μπορούσε να περάσει τους αντιπάλους του με δεκάδες διαφορετικούς τρόπους, ενώ ήταν και δεινός σκόρερ.

Με την Μποταφόγκο πέτυχε 101 τέρματα σε 323 επίσημα παιχνίδια και κατέκτησε δυο Μουντιάλ με την Εθνική Βραζιλίας (1958 & 1962). Το 1962, με τον Πελέ τραυματία, έγινε αυτός ο ηγέτης της “σελεσάο” και αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ και κορυφαίος παίκτης του τουρνουά. Είναι χαρακτηριστικό ότι η Βραζιλία δεν ηττήθηκε ποτέ με τους Γκαρίντσα και Πελέ στην ενδεκάδα της. Μετά την ολοκλήρωση της καριέρας του, αντιμετώπισε πολλά προβλήματα υγείας λόγω του αλκοολισμού του, κάτι που τον οδήγησε στον θάνατο το 1983, σε ηλικία μόλις 49 ετών (κίρρωση του ήπατος).

03. ΟΜΑΡ ΣΙΒΟΡΙ (1.63)

– Θέση: Επιθετικός

– Χρονική περίοδος: 1954-1969

– Συμμετοχές: 380 (+19 με την Εθνική Αργεντινής & +9 με την Εθνική Ιταλίας)

– Γκολ: 208 (+9 με την Εθνική Αργεντινής & +8 με την Εθνική Ιταλίας)

Ο Ενρίκε Ομάρ Σίβορι γεννήθηκε το 1935 στο Σαν Νικολάς του Μπουένος Άιρες από γονείς ιταλικής καταγωγής. Από μικρός άρχισε να παίζει μπάλα και στην εφηβεία του ενσωματώθηκε στις ακαδημίες της Ρίβερ Πλέιτ, με την πρώτη ομάδα της οποίας έκανε ντεμπούτο στα 19 του χρόνια, στη σεζόν 1954/55. Παρέμεινε στους “μιγιονάριος” για μια τριετία, κατακτώντας ισάριθμα πρωταθλήματα συν δυο κύπελλα. Σε 63 επίσημες συμμετοχές, ο Σίβορι πέτυχε 29 τέρματα και το 1957 μετακινήθηκε στη Γιουβέντους αντί του ποσού των δέκα χιλιάδων πέσος (περίπου 100.000 ευρώ), κάτι που εκείνη την εποχή ήταν παγκόσμιο ρεκόρ για ποδοσφαιρική μεταγραφή.

Στο Τορίνο, ο Σίβορι, μαζί με τον Ουαλό Τζον Τσαρλς και τον Ιταλό Τζαμπιέρο Μπονιπέρτι, δημιούργησαν ένα φοβερό επιθετικό τρίο, φτάνοντας στην κατάκτηση του πρωταθλήματος τη σεζόν 1957/58. Στα οκτώ χρόνια που αγωνίστηκε με τη φανέλα της Γιούβε, ο “Cabezón” (“κεφάλας”, το παρατσούκλι του) πήρε δυο ακόμα πρωταθλήματα (1960 & 1961) συν δυο Κύπελλα (1959 & 1960), ενώ το 1961 του απονεμήθηκε η Χρυσή Μπάλα, όντας ο πρώτος Ιταλός (διέθετε και τις δυο υπηκοότητες) που τιμήθηκε με το συγκεκριμένο βραβείο.

Ο Σίβορι πέτυχε 167 τέρματα σε 253 επίσημες συμμετοχές με τους “μπιανκονέρι” και το 1965 μετακινήθηκε στη Νάπολι, όπου έμεινε για μια τριετία. Την τρίτη του σεζόν (1967/68) ταλαιπωρήθηκε από τραυματισμούς στο γόνατο, ενώ είχε και διαφωνίες με τον προπονητή του, Μπρούνο Πεζάολα, κάτι που οδήγησε στην αναχώρησή του στο ξεκίνημα της επόμενης σεζόν και στην ολοκλήρωση της καριέρας του. Αρχικά αγωνίστηκε με την Εθνική Αργεντινής, με την οποία κατέκτησε το Κόπα Αμέρικα του 1957 και στη συνέχεια φόρεσε τη φανέλα της Εθνικής Ιταλίας, με την οποία έπαιξε στο Μουντιάλ του 1962.

Ο Σίβορι υπήρξε ένας πολύ μεγάλος επιθετικός, με εντυπωσιακή τεχνική κατάρτιση, έφεση τόσο στο σκοράρισμα όσο και στη δημιουργία, καταπληκτική ντρίμπλα και προσποιήσεις, μοναδική αντίληψη του παιχνιδιού και τελειώματα με τα δυο πόδια, αλλά και με το κεφάλι, παρά το μικρό του ύψος (1.63). Πολλοί ειδικοί τον αποκάλεσαν “Μαραντόνα της δεκαετίας του ’60”. Ασχολήθηκε για μια δεκαετία με την προπονητική και οδήγησε την Εθνική Αργεντινής στην πρόκριση για το Μουντιάλ του 1974. Πέθανε το 2005 από καρκίνο στο πάγκρεας.

04. ΑΛΑΝ ΣΙΜΟΝΣΕΝ (1.65)

– Θέση: Δεξί εξτρέμ

– Χρονική περίοδος: 1971-1989

– Συμμετοχές: 458 (+55 με την Εθνική Δανίας)

– Γκολ: 186 (+20 με την Εθνική Δανίας)

Ο Άλαν Ρόντεκαμ Σίμονσεν (στη μέση της φωτογραφίας, ανάμεσα σε Μαραντόνα και Σούστερ) γεννήθηκε το 1952 στο Βάιλε της Δανίας και ξεκίνησε το ποδόσφαιρο από τις ακαδημίες της τοπικής Vejle BK. Το 1971, σε ηλικία 19 ετών, έκανε το ντεμπούτο του με την πρώτη ομάδα και κατέκτησε δυο συνεχόμενα πρωταθλήματα Δανίας (1971 & 1972), συν ένα Κύπελλο (1972). Αμέσως μετά τη συμμετοχή του στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Μονάχου το 1972 (όπου πέτυχε 3 γκολ), πήρε μεταγραφή στην Μπορούσια Μένχενγκλαντμπαχ. Στις δυο πρώτες του σεζόν στον δυτικογερμανικό σύλλογο, δυσκολεύτηκε πολύ να προσαρμοστεί, έχοντας ελάχιστες συμμετοχές.

Όμως στην τρίτη του χρονιά (1974/75) πήρε φανέλα βασικού, σημείωσε 18 γκολ σε 34 συμμετοχές και βοήθησε την ομάδα του να κατακτήσει το πρωτάθλημα. Στην ίδια σεζόν, πραγματοποίησε καταπληκτικές εμφανίσεις στο Κύπελλο UEFA, πέτυχε 10 τέρματα σε 12 αγώνες και ήταν αυτός που άνοιξε και έκλεισε το σκορ στον τελικό της διοργάνωσης, στο θριαμβευτικό 5-1 επί της Τβέντε. Την επόμενη σεζόν (1975/76) ο Σίμονσεν σημείωσε 16 τέρματα και η Γκάντμπαχ αναδείχτηκε ξανά πρωταθλήτρια. Η περίοδος 1976/77 αποδείχτηκε η κορυφαία στην καριέρα του Δανού, αφού όχι μόνο ήρθε το τρίτο σερί πρωτάθλημα, αλλά η ομάδα έφτασε μέχρι τον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών με αντίπαλο τη Λίβερπουλ στο “Ολίμπικο” της Ρώμης.

Εκεί ο Σίμονσεν πέτυχε ένα εντυπωσιακό γκολ, ισοφαρίζοντας το ματς σε 1-1, όμως τελικά οι “reds” κατέκτησαν το τρόπαιο (3-1). Παρόλα αυτά, ο Σίμονσεν κέρδισε τη Χρυσή Μπάλα (ο πρώτος Δανός που το πέτυχε), ξεπερνώντας οριακά στην ψηφοφορία τους Κέβιν Κίγκαν και Μισέλ Πλατινί. Ολοκλήρωσε την παρουσία του στην Γκλάντμπαχ με ένα ακόμα Κύπελλο UEFA, το 1979, απέναντι στον Ερυθρό Αστέρα, σημειώνοντας το καθοριστικό τέρμα στον επαναληπτικό αγώνα. Αμέσως μετά, αναχώρησε για τη Μπαρτσελόνα, όπου έμεινε μια τριετία, κατακτώντας ένα Κύπελλο Ισπανίας (1981) και ένα Κύπελλο Κυπελλούχων (1982), όπου σκόραρε στον τελικό απέναντι στη Σταντάρ Λιέγης. Αποχώρησε από τη Βαρκελώνη στο ξεκίνημα της σεζόν 1982/83, μετά την απόκτηση του Μαραντόνα, αφού παρόντος και του Σούστερ, θα έμενε εκτός βασικού σχήματος λόγω του τότε κανονισμού, που επέτρεπε μόνο δυο ξένους στην ενδεκάδα.

Ο Σίμονσεν υπέγραψε στη δεύτερης κατηγορίας της Αγγλίας, Τσάρλτον Αθλέτικ, όπου έμεινε μόνο τρεις μήνες, λόγω της αδυναμίας του συλλόγου να τον πληρώσει. Τελικά κατέληξε στην Βάιλε, με την οποία κατέκτησε ένα ακόμα πρωτάθλημα Δανίας (1984), ολοκληρώνοντας την καριέρα του το 1989, σε ηλικία 37 ετών. Υπήρξε ένα από τα κορυφαία εξτρέμ της γενιάς του, με άψογη τεχνική κατάρτιση και τρομερά τελειώματα στις αντίπαλες εστίες. Διέθετε καταπληκτικό σουτ, ταχύτητα και ντρίμπλα, σέντρες και πάσες ακριβείας και μοναδική αντίληψη του παιχνιδιού. Πήρε μέρος στο EURO 1984 και στο Μουντιάλ του 1986 με την Εθνική Δανίας και ασχολήθηκε με την προπονητική.

05. ΣΑΜΙ ΛΙ (1.57)

– Θέση: Κεντρικός χαφ

– Χρονική περίοδος: 1976-1991

– Συμμετοχές: 360 (+14 με την Εθνική Αγγλίας)

– Γκολ: 19 (+2 με την Εθνική Αγγλίας)

Ο Σάμιουελ Λι γεννήθηκε το 1959 στο Λίβερπουλ και ξεκίνησε από μικρός το ποδόσφαιρο. Σε ηλικία 15 ετών πήγε στις ακαδημίες της Λίβερπουλ και πραγματοποίησε το ντεμπούτο του με την πρώτη ομάδα τον Απρίλιο του 1978, απέναντι στη Λέστερ, πετυχαίνοντας ένα τέρμα στη νίκη των “reds” με 3-2. Πολύ γρήγορα, παρά το μικρό του ύψος (μόλις 1.57!), κέρδισε θέση βασικού και εξελίχθηκε σε έναν από τους πρωταγωνιστές της Λίβερπουλ, στην εποχή της μεγάλης κυριαρχίας σε Αγγλία και Ευρώπη.

Κατέκτησε τρία σερί πρωταθλήματα (1982, 1983 & 1984), τέσσερα σερί Λιγκ Καπ (1981, 1982, 1983 & 1984) και δυο Κύπελλα Πρωταθλητριών (1981 & 1984). Το 1981, στον ημιτελικό του Πρωταθλητριών, με αντίπαλο τη Μπάγερν, ανέλαβε το μαν του μαν μαρκάρισμα του Πάουλ Μπράιτνερ, “αχρηστεύοντας” τελείως τον Γερμανό άσο, κάτι που βοήθησε σημαντικά τη Λίβερπουλ να πάρει την πρόκριση στον τελικό, όπου νίκησε 1-0 τη Ρεάλ Μαδρίτης.

Ο Λι υπήρξε ένας χρησιμότατος χαφ, προικισμένος με τρομερή αντοχή και ατελείωτα τρεξίματα στο χώρο του κέντρου, αλλά και με μοναδική αντίληψη του παιχνιδιού, κάτι που φαινόταν από τον τρόπο με τον οποίο βοηθούσε στην επιθετική ανάπτυξη της ομάδας του με σωστές και γρήγορες πάσες, είτε κοντινές, είτε μακρινές. Επίσης διέθετε καλό σουτ, πετυχαίνοντας αρκετά κρίσιμα γκολ. Με τον ερχομό του Γιάν Μέλμπι το 1984, άρχισε να χάνει τη θέση του στην ενδεκάδα και το 1986 αναχώρησε για την Κουίνς Παρκ Ρέιντζερς, ενώ έναν χρόνο αργότερα, πήγε στην Ισπανία και την Οσασούνα (μαζί με τον πρώην συμπαίκτη του στους “reds”, Μάικλ Ρόμπινσον).

Το 1990 επέστρεψε στην Αγγλία, πρώτα για λογαριασμό της Σαουθάμπτον (1990) και κατόπιν της Μπόλτον (1990/91), όπου και ολοκλήρωσε την καριέρα του. Τη διετία 1982-1984 φόρεσε τη φανέλα της Εθνικής Αγγλίας και πραγματοποίησε το ντεμπούτο του με τα “λιοντάρια” στις 17 Νοεμβρίου 1982, με αντίπαλο την Ελλάδα στο “Καυτανζόγλειο” (προκριματικά για το EURO 1984), όπου σημείωσε το τρίτο γκολ στη νίκη με 3-0 των Άγγλων. Ασχολήθηκε με την προπονητική, κυρίως ως δεύτερος (Μπόλτον, Λίβερπουλ, Σαουθάμπτον, Κρίσταλ Πάλας, Έβερτον), ενώ πέρασε και από το προπονητικό τιμ της Εθνικής Αγγλίας (2016).

06. ΝΤΙΕΓΟ ΜΑΡΑΝΤΟΝΑ (1.65)

– Θέση: Μεσοεπιθετικός

– Χρονική περίοδος: 1976-1997

– Συμμετοχές: 590 (+91 με την Εθνική Αργεντινής)

– Γκολ: 310 (+34 με την Εθνική Αργεντινής)

Ο Ντιέγο Αρμάνδο Μαραντόνα γεννήθηκε το 1960 στη Λανούς της Αργεντινής και ξεκίνησε το ποδόσφαιρο από τους “Cebollitas”, την ομάδα των ακαδημιών της Αρχεντίνος Τζούνιορς. Από μικρός εντυπωσίαζε τους πάντες με το αστείρευτο ταλέντο του και τις μοναδικές του εμπνεύσεις, με αποτέλεσμα να πραγματοποιήσει το ντεμπούτο του με την πρώτη ομάδα, λίγες μέρες πριν κλείσει τα 16 του χρόνια! Ο Ντιέγο έμεινε μια πενταετία στους “μπίτσος”, πετυχαίνοντας 115 γκολ σε 167 συμμετοχές, πριν μετακινηθεί τον Φεβρουάριο του 1981 στην Μπόκα Τζούνιορς. Δυο μήνες αργότερα, έπαιξε το πρώτο του superclásico απέναντι στη Ρίβερ Πλέιτ μέσα στην “Μπομπονέρα” και σκόραρε ντριμπλάροντας τους Ταραντίνι και Φιγιόλ (3-0 τελικό αποτέλεσμα). Η σεζόν ολοκληρώθηκε με την κατάκτηση του πρωταθλήματος, ακολούθησε το Μουντιάλ του 1982 και αμέσως μετά ο Μαραντόνα πήρε μεταγραφή στη Μπαρτσελόνα, έναντι του ποσού-ρεκόρ των 7.5 εκατομμυρίων δολαρίων.

Ο “pibe de oro” (το χρυσό παιδί) έμεινε μια διετία στη Βαρκελώνη, όμως δεν μπόρεσε να δείξει όσα θα ήθελε, αφού πρώτα τον ταλαιπώρησε μια ηπατίτιδα και μετά σχεδόν τον σακάτεψε ο Γκοϊκοετσέα με ένα δολοφονικό τάκλιν το οποίο τον άφησε εκτός γηπέδων για τρεις μήνες. Παρόλα αυτά, πρόλαβε να γίνει ο πρώτος παίκτης της Μπάρτσα, που χειροκροτήθηκε από τους φίλους της Ρεάλ μέσα στο “Μπερναμπέου”, όμως στον τελικό του Κυπέλλου το 1984, με αντίπαλο την Αθλέτικ Μπιλμπάο, πρωταγωνίστησε στα θλιβερά επεισόδια μετά τη λήξη, με την κλωτσοπατινάδα, για την οποία τιμωρήθηκε με πολύμηνο αποκλεισμό, κάτι που οδήγησε στη μετακίνησή του στη Νάπολι, πάλι με ποσό-ρεκόρ για μεταγραφή (10.5 εκ. δολάρια).

Εκεί έμεινε για επτά χρόνια και οδήγησε τους “παρτενοπέι” στην κατάκτηση δυο πρωταθλημάτων, των πρώτων στην ιστορία του συλλόγου (1987 & 1990), ενός Κυπέλλου Ιταλίας (1987) και ενός Κυπέλλου UEFA (1989), βάζοντας ουσιαστικά την ομάδα στον ποδοσφαιρικό χάρτη της Ιταλίας. Στη Νάπολη ο Μαραντόνα λατρεύτηκε σαν θεός, πετυχαίνοντας 115 γκολ σε 259 συμμετοχές. Τα προβλήματα με την κοκαΐνη και η 15μηνη τιμωρία του, ανάγκασαν τον Ντιέγο να φύγει από την Ιταλία και να αναζητήσει την τύχη του πρώτα στη Σεβίγια (1992/93) και κατόπιν στην Αργεντινή (Νιούελς και Μπόκα), όπου ολοκλήρωσε την καριέρα του το 1997. Πήρε μέρος σε τέσσερα Μουντιάλ, κατέκτησε εκείνο του 1986, η FIFA του στέρησε ένα δεύτερο το 1990 με το πέναλτι-μαϊμού που σφυρίχτηκε από τον Μεξικάνο διαιτητή, ενώ το 1994 πιάστηκε ξανά σε έλεγχο αντιντόπινγκ και αποκλείστηκε από τη διοργάνωση.

Υπήρξε ο κορυφαίος ποδοσφαιριστής στην ιστορία του αθλήματος, ο απόλυτος βιρτουόζος, ένας πλήρης παίκτης σε οργάνωση, δημιουργία και εκτέλεση, ένα μαγικό δεκάρι και ένας φοβερός σκόρερ. Ένας εκπληκτικός χειριστής της μπάλας, με εντυπωσιακή ντρίμπλα, τέλειο κοντρόλ και ονειρεμένη πάσα. Η εμφάνισή του στο Μουντιάλ του 1986, εκεί όπου είχε παρουσιαστεί άψογα προετοιμασμένος, αποτελεί μια πραγματική ποδοσφαιρική ραψωδία, την κορυφαία παράσταση που έδωσε ποτέ παίκτης σε Παγκόσμιο Κύπελλο, με αποκορύφωμα το “γκολ του αιώνα” απέναντι στην Αγγλία. Πέρα από όλα αυτά όμως, ο Μαραντόνα ήταν ένας γεννημένος ηγέτης, ένας πραγματικός αρχηγός, μια πηγή έμπνευσης για τους συμπαίκτες του. Ανακηρύχθηκε από τη FIFA ως ο κορυφαίος παίκτης του 20ου αιώνα μαζί με τον Πελέ. Ασχολήθηκε με την προπονητική, χωρίς όμως επιτυχία, σίγουρα πάντως ήταν, είναι και θα είναι ο ένας και μοναδικός, ο Θεός του ποδοσφαίρου.

07. ΡΟΜΑΡΙΟ (1.67)

– Θέση: Σέντερ φορ

– Χρονική περίοδος: 1985-2009

– Συμμετοχές: 892 (+70 με την Εθνική Βραζιλίας)

– Γκολ: 693 (+55 με την Εθνική Βραζιλίας)

Ο Ρομάριο ντε Σόουζα Φαρία γεννήθηκε το 1966 στο Ρίο ντε Τζανέιρο, ξεκίνησε το ποδόσφαιρο στην τοπική ομάδα Ολαρία και εκεί τον ανακάλυψαν οι σκάουτ της Βάσκο ντα Γκάμα, που τον πήραν στις ακαδημίες τους. Η πρώτη μεγάλη του διεθνής επιτυχία ήρθε το 1988, όταν βγήκε πρώτος σκόρερ στο ολυμπιακό τουρνουά της Σεούλ με 7 τέρματα (αργυρό μετάλλιο). Έχοντας συμπληρώσει μια τριετία στην πρώτη ομάδα της Βάσκο, το καλοκαίρι του 1988 πήρε μεταγραφή για την Αϊντχόφεν, όπου έμεινε πέντε χρόνια κατακτώντας τρία πρωταθλήματα (1989, 1991 & 1992) και δυο Κύπελλα (1989 & 1990), ενώ βγήκε πρώτος σκόρερ τρεις σερί φορές (1989, 1990 & 1991). Το 1993 μετακινήθηκε στη Μπαρτσελόνα, όπου έγινε μέλος της “dream team” του Γιόχαν Κρόιφ.

Στην πρώτη του σεζόν πέτυχε 30 γκολ σε 33 ματς, βγήκε πρώτος σκόρερ της Πριμέρα Ντιβισιόν και κατέκτησε το πρωτάθλημα, όχι όμως και το Champions League μετά τη βαριά ήττα με 4-0 από τη Μίλαν στο ΟΑΚΑ. Μια από τις κορυφαίες στιγμές της καριέρας του, ήρθε στις 8 Ιανουαρίου του 1994, όταν πέτυχε χατ-τρικ εναντίον της Ρεάλ Μαδρίτης μέσα στο “Καμπ Νόου”, εκεί όπου εφάρμοσε το σήμα κατατεθέν του, την περίφημη ντρίμπλα “cola de vaca” πάνω στον Αλκόρτα. Η συνέχεια όμως δεν ήταν ανάλογη. Η κακή εξωγηπεδική ζωή του Βραζιλιάνου και οι προβληματικές σχέσεις του με τον Κρόιφ, τον έφεραν στην πόρτα της εξόδου το καλοκαίρι του 1995. Από εκεί και μετά ξεκίνησε μια περιπλάνηση 15 χρόνων, στη διάρκεια των οποίων ο Ρομάριο αγωνίστηκε σε πολλές ομάδες, χωρίς όμως να επανέλθει στα υψηλά επίπεδα της μέχρι τότε καριέρας του.

Πέρασε κατά σειρά από τις Φλαμένγκο, Βαλένθια, Βάσκο ντα Γκάμα, Φλουμινένσε, Αλ Σαντ, Μαϊάμι, Άντελαϊντ Γιουνάιτεντ και Αμέρικα, στην οποία ολοκλήρωσε την καριέρα του το 2009. Ο ίδιος δηλώνει ότι έχει πετύχει 1002 τέρματα, όμως αρκετά από αυτά δεν είναι επίσημα, αφού είτε αφορούν γκολ που σημειώθηκαν όταν ήταν έφηβος και έπαιζε σε μικρές κατηγορίες, είτε έχουν επιτευχθεί σε φιλικά παιχνίδια. Το μόνο σίγουρο είναι ότι ο Ρομάριο υπήρξε ένας χαρισματικός σκόρερ, ένας πραγματικός “φονιάς” μέσα στην περιοχή, με μια ατελείωτη γκάμα εκτέλεσης. Ταχύτατος, ευέλικτος, ευφυέστατος και βέβαια, καθοριστικός για τις ομάδες του, χαρακτηριζόταν από τις σωστές τοποθετήσεις του και τον μοναδικό τρόπο να αποφεύγει τα μαν του μαν μαρκαρίσματα των αντίπαλων αμυντικών, δεν ήξερε μόνο πώς να στέλνει τη μπάλα στα δίχτυα, αλλά ήταν και ένας έξοχος δημιουργός με πανέξυπνες ασίστ.

Ο Κρόιφ τον έχει χαρακτηρίσει ως “τον μεγαλύτερο παίκτη που έχει κοουτσάρει”, ενώ ο Μαραντόνα έχει πει ότι “ο καλύτερος επιθετικός που έχω δει, βρίσκεται ανάμεσα στον Ρομάριο και τον Φαν Μπάστεν”. Ο Ρομάριο φόρεσε 70 φορές τη φανέλα της “σελεσάο” (55 γκολ), με την οποία κατέκτησε δυο Κόπα Αμέρικα (1989 & 1997) και φυσικά το Μουντιάλ του 1994, στο οποίο ανακηρύχθηκε κορυφαίος παίκτης του τουρνουά, ενώ ήταν εύστοχος στη διαδικασία των πέναλτι στον τελικό με την Ιταλία. Μετά την ολοκλήρωση της καριέρας του, ασχολήθηκε με το ποδοβόλεϊ και το μπιτς σόκερ. Το 2010 εξελέγη βουλευτής με το σοσιαλιστικό κόμμα, ενώ το 2014 εξελέγη γερουσιαστής, εκπροσωπώντας το διαμέρισμα του Ρίο ντε Τζανέιρο.

08. ΧΟΡΧΕ ΚΑΜΠΟΣ (1.68)

– Θέση: Τερματοφύλακας

– Χρονική περίοδος: 1988-2004

– Συμμετοχές: 445 (+130 με την Εθνική Μεξικού)

– Γκολ: 34

Ο Χόρχε Κάμπος Ναβαρέτε γεννήθηκε το 1966 στο Ακαπούλκο του Μεξικού και από μικρός έδειξε την έφεσή του στο ποδόσφαιρο, κυρίως στις θέσεις του τερματοφύλακα και του σέντερ φορ. Ξεκίνησε την επαγγελματική του καριέρα στην Πούμας, όμως επειδή η θέση του γκολκίπερ ήταν καπαρωμένη από τον Αδόλφο Ρίος, ζήτησε να χρησιμοποιηθεί στην επίθεση, όπου διακρίθηκε πετυχαίνοντας στην πρώτη του γεμάτη σεζόν (1989/90) 14 τέρματα στο πρωτάθλημα και 22 συνολικά σε όλες τις διοργανώσεις! Από την επόμενη χρονιά “οπισθοχώρησε” στα γκολπόστ, παίρνοντας πλέον τη θέση του βασικού τερματοφύλακα, όμως η ομάδα του, όποτε υπήρχε ανάγκη, τον χρησιμοποιούσε και ως αναπληρωματικό σέντερ φορ!

Κατέκτησε το μεξικάνικο πρωτάθλημα για πρώτη φορά με την Πούμας τη σεζόν 1990/91 και το επανέλαβε το 1997, με τη φανέλα όμως της Κρους Ασούλ, στην οποία πήγε εκείνη τη χρονιά, μετά από ένα διετές πέρασμα από τους Λος Άντζελες Γκάλαξι. Εκτός από την Πούμας και την Κρους Ασούλ, ο Κάμπος αγωνίστηκε στην πατρίδα του και στις Ατλάντε, Τίγρες και Πουέμπλα. Μάλιστα, σε ένα παιχνίδι της Ατλάντε, ο Κάμπος πέτυχε ένα εντυπωσιακό γκολ με ανάποδο ψαλίδι! Σε εκείνο το ματς, είχε ξεκινήσει ως τερματοφύλακας, όμως ο προπονητής του, απελπισμένος που οι επιθετικοί δεν μπορούσαν να σκοράρουν, έκανε αλλαγή έναν άλλο παίκτη με τον δεύτερο τερματοφύλακα και έστειλε τον Κάμπος στην επίθεση!!!

Ο Μεξικανός αγωνίστηκε και στην αμερικανική Major League Soccer στα τρία πρώτα χρόνια της (1996-1997 στους Los Angeles Galaxy & 1998 στους Chicago Fire), όντας ο πρώτος αλλοδαπός σταρ που πήρε μεταγραφή για εκεί, κάτι που τον έκανε ιδιαίτερα δημοφιλή στο νεοσύστατο πρωτάθλημα. Ο Κάμπος υπερασπίστηκε την εστία της Εθνικής Μεξικού 130 φορές, παίρνοντας μέρος σε δυο Μουντιάλ (1994 & 1998). Έχει μείνει γνωστός για τις “παρδαλές”, πολύχρωμες εμφανίσεις που φορούσε, αρκετές από τις οποίες φλέρταραν ανοιχτά με το κιτς! Παρά το σχεδόν απαγορευτικό του ύψος για τερματοφύλακα (μόλις 1.68), κατάφερε να κάνει μια πολύ σημαντική καριέρα, βασιζόμενος στις πολλές αρετές του.

Ταχύτατος, αθλητικός, ευέλικτος και αλτικότατος, με πολύ καλά αντανακλαστικά, σταθερός και εντυπωσιακά αποτελεσματικός στις εξόδους του, υπήρξε από τους κορυφαίους γκολκίπερ της εποχής του, με αρκετές κλήσεις στη μικτή κόσμου. Το 1999, ενώ βρισκόταν σε ένα πρωτοχρονιάτικο τουρνουά με την Εθνική του στο Χονγκ Κονγκ, αναγκάστηκε να επιστρέψει στο Μεξικό, όταν έμαθε ότι ο πατέρας του είχε πέσει θύμα απαγωγής. Το 2004, όταν εγκατέλειψε την αγωνιστική δράση, έγινε βοηθός προπονητής στην Εθνική για μια διετία. Σήμερα είναι σχολιαστής αγώνων στο μεξικανικό τηλεοπτικό κανάλι TV Azteca.

09. ΡΟΜΠΕΡΤΟ ΚΑΡΛΟΣ (1.68)

– Θέση: Αριστερό μπακ

– Χρονική περίοδος: 1991-2015

– Συμμετοχές: 820 (+125 με την Εθνική Βραζιλίας)

– Γκολ: 102 (+11 με την Εθνική Βραζιλίας)

Ο Ρομπέρτο Κάρλος ντα Σίλβα Ρότσα γεννήθηκε το 1973 στην Γκάρσα, μια μικρή πόλη κοντά στο Σάο Πάολο και ξεκίνησε από μικρός να παίζει μπάλα. Στην εφηβεία του έπαιξε στην Ουνιάο Σάο Ζοάο, μια μικρή τοπική ομάδα, από όπου όμως κλήθηκε για πρώτη φορά στην Εθνική Βραζιλίας. Στα 19 του δόθηκε δανεικός στην Ατλέτικο Μινέιρο και έναν χρόνο μετά πήρε μεταγραφή στην Παλμέιρας, με την οποία αγωνίστηκε για μια διετία (1993-1995), κατακτώντας ισάριθμα πρωταθλήματα. Το 1995 έκανε το μεγάλο βήμα με τη μετακίνησή του στην Ίντερ, όμως η σεζόν (1995/96) αποδείχτηκε αποτυχημένη και έτσι το καλοκαίρι του 1996 κατέληξε στη Ρεάλ Μαδρίτης, με τη φανέλα της οποίας αγωνίστηκε για έντεκα συναπτά έτη, με 584 επίσημες συμμετοχές και 71 τέρματα.

Είναι ο ξένος παίκτης της Ρεάλ με τις περισσότερες συμμετοχές στο ισπανικό πρωτάθλημα (370) και αποτέλεσε μέλος των περίφημων galácticos της πρώτης προεδρίας του Φλορεντίνο Πέρεθ. Με τη φανέλα των “μερένγκες” κατέκτησε τέσσερα πρωταθλήματα (1997, 2001, 2003 & 2007) και τρία Champions League (1998, 2000 & 2002). Αγωνίστηκε και στους τρεις τελικούς του ChL και ήταν εκείνος που το 2002 έδωσε την πάσα στον Ζιντάν για το εκπληκτικό γκολ του Γάλλου εναντίον της Μπάγερ Λεβερκούζεν.

Το καλοκαίρι του 2007 συμφώνησε με τη Φενέρμπαχτσε και τον Ιανουάριο του 2010 επέστρεψε στη Βραζιλία μετά από απουσία 15 ετών, για να αγωνιστεί στην Κορίνθιανς. Έναν χρόνο αργότερα μετακινήθηκε στη ρωσική Ανζί Μαχατσκαλά, στην οποία ολοκλήρωσε την καριέρα του το καλοκαίρι του 2012. Ο Ρομπέρτο Κάρλος συμπλήρωσε 125 συμμετοχές με τη “σελεσάο”, έχοντας στο παλμαρέ του δυο Κόπα Αμέρικα (1997 & 1999) και το Μουντιάλ του 2002. Υπήρξε το καλύτερο αριστερό μπακ της γενιάς του και ένα από τα κορυφαία σε όλη την ιστορία του ποδοσφαίρου.

Μικρόσωμος, αλλά προικισμένος με πολύ καλή τεχνική, ντρίμπλα, ταχύτητα, μακρινή πάσα, πείσμα και μαχητικότητα και πάνω απ’ όλα με ένα φοβερά δυνατό σουτ κυρίως στις εκτελέσεις των φάουλ, ο Ρομπέρτο Κάρλος εκτός από full back υψηλού επιπέδου, είναι και ένας από τους κορυφαίους αμυντικούς όλων των εποχών στο σκοράρισμα (σημείωσε 113 γκολ σε επίσημα παιχνίδια). Τα φάουλ του έγραψαν τη δική τους ιστορία στο σύγχρονο ποδόσφαιρο, τόσο για τη φοβερή τους δύναμη, όσο και για τα εκπληκτικά – συχνά εξωφρενικά – φάλτσα τους και του χάρισαν το παρατσούκλι “el hombre bala” (ο άνθρωπος σφαίρα). Μετά την ολοκλήρωση της καριέρας του, ασχολήθηκε για λίγο με την προπονητική στη Ρωσία και την Τουρκία.

10. ΤΣΑΒΙ ΕΡΝΑΝΤΕΘ (1.70)

– Θέση: Κεντρικό χαφ

– Χρονική περίοδος: 1997-Συνεχίζει

– Συμμετοχές: 928 (+133 με την Εθνική Ισπανίας)

– Γκολ: 109 (+13 με την Εθνική Ισπανίας)

Ο Τσάβι Ερνάντεθ Κρέους γεννήθηκε το 1980 στην Τεράσα της Καταλονίας και από πολύ μικρός ακολούθησε τα βήματα του πατέρα του, που ήταν πρώην παίκτης στη Σαβαδέλ. Στα 11 χρόνια του μπήκε στη Μασία, την ακαδημία της Μπαρτσελόνα και αμέσως έδειξε το ταλέντο του και την ηγετική του προσωπικότητα. Το 1998, σε ηλικία 18 ετών, ο Φαν Χάαλ τον πήρε στην πρώτη ομάδα και του έδωσε την ευκαιρία να πραγματοποιήσει το ντεμπούτο του και από εκεί και μετά, ξεκίνησε μια πορεία 17 χρόνων, στη διάρκεια της οποίας ο Τσάβι κατέκτησε 25 τίτλους: 8 πρωταθλήματα, 3 Κύπελλα, 6 ισπανικά Σούπερ Καπ, 4 Champions League, 2 ευρωπαϊκά Σούπερ Καπ και 2 Μουντιάλ Συλλόγων! Με τους “μπλαουγκράνα” συμπλήρωσε 769 επίσημες συμμετοχές σε όλες τις διοργανώσεις (πρώτος στην ιστορία του συλλόγου), πετυχαίνοντας 85 τέρματα.

Υπήρξε ένας από τους βασικούς πυλώνες της κυριαρχίας των “culés” σε Ισπανία και Ευρώπη, αλλά και της Εθνικής Ισπανίας σε Ευρώπη και Κόσμο. Ένα από τα κορυφαία κεντρικά χαφ της γενιάς του αλλά και όλων των εποχών στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο, θεωρείται από πολλούς ως ο καλύτερος Ισπανός παίκτης της ιστορίας. Ιδανικός στο να “ανακαλύπτει” ελεύθερους χώρους στο γήπεδο, με μια μοναδική αντίληψη του παιχνιδιού, με εκπληκτικές πάσες ακριβείας, με τέλειο κοντρόλ, με θαυμαστή ευφυΐα και ταχύτητα αντίδρασης, με εντυπωσιακή ικανότητα στην αλλαγή του ρυθμού και σχεδόν αλάνθαστος, ο Τσάβι υπήρξε από τους κύριους εκφραστές του περίφημου “τίκι τάκα” της Μπαρτσελόνα και της Roja, φέρνοντας πραγματική επανάσταση στο σύγχρονο ποδόσφαιρο.

Χωρίς να διακρίνεται ούτε για τη δύναμή του, ούτε για την ταχύτητά του, ήξερε να προστατεύει τη μπάλα όσο λίγοι, ενώ εφάρμοζε τέλεια την “pelopina”, κίνηση-σήμα κατατεθέν του με στροφή 360 μοιρών, που τον βοηθούσε να αποφύγει το μαρκάρισμα του αντίπαλου, να βρει χώρο και χρόνο για να σκεφτεί την επόμενη πάσα του. Πέρα από όλα αυτά, ήταν γεννημένος ηγέτης και το ήθος του μέσα στους αγωνιστικούς χώρους αποτελεί παράδειγμα προς μίμηση. Με την Εθνική έφτασε τις 133 συμμετοχές και κατέκτησε δυο EURO (2008 & 2012) και ένα Μουντιάλ (2010).

Στο ευρωπαϊκό πρωτάθλημα του 2008 ανακηρύχθηκε κορυφαίος παίκτης του τουρνουά, ενώ στο παγκόσμιο κύπελλο του 2010, ολοκλήρωσε τη διοργάνωση δίνοντας 599 σωστές πάσες, με το απίστευτο ποσοστό του 91%! Στον τελικό του 2012, στο 4-0 με την Ιταλία, επιχείρησε 136 πάσες, από τις οποίες οι 127 (94%) ήταν σωστές! Το καλοκαίρι του 2015 άφησε την αγαπημένη του Μπαρτσελόνα και μετακινήθηκε στην Αλ Σαντ του Κατάρ, όπου αγωνίζεται μέχρι σήμερα. Πέρυσι ανανέωσε το συμβόλαιό του για δυο ακόμα χρόνια, ίσως σταματήσει φέτος με την ολοκλήρωση της σεζόν, ίσως του χρόνου, πάντως στη συνέχεια σκέφτεται να ασχοληθεί με την προπονητική.

11. ΛΙΟΝΕΛ ΜΕΣΙ (1.70)

– Θέση: Μεσοεπιθετικός

– Χρονική περίοδος: 2003-Συνεχίζει

– Συμμετοχές: 697 (+128 με την Εθνική Αργεντινής)

– Γκολ: 592 (+65 με την Εθνική Αργεντινής)

Ο Λιονέλ Αντρές Μέσι γεννήθηκε το 1987 στο Ροσάριο της Αργεντινής και από πολύ μικρός ξεκίνησε να παίζει μπάλα. Μόλις στα έξι του, γράφτηκε στις ακαδημίες της Νιούελς Ολντ Μπόις και στην εξαετία που έμεινε εκεί, πέτυχε σχεδόν 500 γκολ, αφήνοντας όλους τους ειδικούς άφωνους με το ταλέντο του. Στα δέκα του, διαγνώστηκε με ορμονική δυσλειτουργία, η θεραπεία της οποίας όμως ήταν πολυδάπανη. Αρκετές ομάδες της Αργεντινής τον διεκδικούσαν, αλλά καμία δεν μπορούσε να αναλάβει τα έξοδα της θεραπείας. Τρία χρόνια αργότερα, ο Μέσι έφτασε στη Βαρκελώνη με τον πατέρα του, όπου μετά από δοκιμές, ο Κάρλες Ρεσάκ πήρε την υπογραφή του μικρού Αργεντίνου σε μια χαρτοπετσέτα εστιατορίου! Αμέσως μετά, ο Λέο ενσωματώθηκε στη Μασία (2001) και ξεκίνησε μια πορεία θριάμβων, η οποία συνεχίζεται μέχρι και σήμερα.

Όσες λέξεις και αν στριμώξουμε εδώ, σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να περιγράψουν το ποδοσφαιρικό μεγαλείο του. Αφού διέλυσε κάθε πιθανό ρεκόρ στις μικρές κατηγορίες των ακαδημιών, πήρε το βάπτισμα του πυρός με την πρώτη ομάδα το 2003 με προπονητή τον Φρανκ Ράικαρντ. Από τότε βάλθηκε να κατακτήσει κάθε πιθανό τίτλο, κάθε πιθανή επίδοση και να καταρρίψει κάθε ποδοσφαιρική λογική με τα κατορθώματά του. Τα ρεκόρ που έχει στην κατοχή του είναι αμέτρητα, ας δούμε τα πιο σημαντικά. Έχει κατακτήσει 32 τίτλους με τη Μπαρτσελόνα, ανάμεσα στους οποίους φιγουράρουν 9 πρωταθλήματα και 6 Κύπελλα Ισπανίας, συν 4 Champions League. Έχει πάρει 5 Χρυσές Μπάλες και 5 Ευρωπαϊκά Χρυσά Παπούτσια.

Έχει το ρεκόρ σκοραρίσματος στην ιστορία της Πριμέρα Ντιβισιόν (404), το αντίστοιχο ρεκόρ για μια σεζόν (50), το ευρωπαϊκό ρεκόρ γκολ σε μια σεζόν (73) και σε ένα ημερολογιακό έτος (91), το ρεκόρ τερμάτων σε clásicos (26), τα περισσότερα χατ τρικ στο Champions League (8), αλλά και τις περισσότερες ασίστ στην ισπανική λίγκα (162). Συνολικά έχει πετύχει 657 τέρματα με τη Μπάρτσα και την Εθνική Αργεντινής. Θεωρείται από πολλούς ως ο κορυφαίος παίκτης όλων των εποχών, ένα πραγματικό φαινόμενο δημιουργίας και εκτέλεσης, ένα θαύμα της φύσης, ένας παίκτης που συνδυάζει όλες τις πιθανές ποδοσφαιρικές αρετές ενός δεκαριού και ενός επιθετικού. Η αλλαγή κατεύθυνσης και ρυθμού, η τρομερή του επιτάχυνση με τη μπάλα στα πόδια, η εντυπωσιακή του ντρίμπλα, οι εκπληκτικές του προσποιήσεις, οι απίστευτες ασίστ του, οι εκτελέσεις του βγαλμένες όλες από μια ατελείωτη γκάμα επιλογών, το τέλειο κοντρόλ του, η τρομερή του φυσική κατάσταση, η αδιαπραγμάτευτη αποφασιστικότητά του, το πνεύμα του νικητή που κυλάει στις φλέβες του, όλα αυτά είναι μερικά μόνο από τα στοιχεία που συνδυάζονται άψογα στο παιχνίδι του Λέο.

Ο πιο καθοριστικός παίκτης στην εποχή της κυριαρχίας των “μπλαουγκράνα”, συνεχίζει να πρωταγωνιστεί στα 31 του χρόνια, ψάχνοντας συνεχώς νέες προκλήσεις και καινούργιους στόχους. Το μοναδικό του “αγκάθι” είναι η Εθνική (της οποίας είναι πρώτος σκόρερ με 65 γκολ), με την οποία είχε ένα θυελλώδες ξεκίνημα (Μουντιάλ Νέων το 2005 και χρυσό ολυμπιακό μετάλλιο το 2008), όμως στη συνέχεια δεν κατάφερε να κατακτήσει κάποιον μεγάλο τίτλο σε επίπεδο Ανδρών, παρά το γεγονός ότι έφτασε με την “αλμπισελέστε” σε τρεις τελικούς του Κόπα Αμέρικα (2007, 2015 & 2016) και σε έναν του Μουντιάλ (2014).