Αδικήθηκε τελικά ο Σφαιρόπουλος;

Δεν θα σας γράψω κάτι για την εμφάνιση του Ολυμπιακού με την Μακάμπι – όποιος θέλει να διαβάσει κάτι για το χθεσινό ματς ας ψάξει αλλού, δόξα το Θεό υπάρχουν πάρα πολλοί που γράφουν για τα παιγνίδια πολύ καλύτερα από μένα. Με τα αγωνιστικά της ομάδας μπάσκετ του Ολυμπιακού, (αλλά και του ΠΑΟ…), στο blog θα ξανασχοληθώ αν προκύψει κάτι καινούργιο που αφενώς να έχει ενδιαφέρον, αφετέρου να δημιουργεί νέα δεδομένα: μέχρι τότε νομίζω ότι οι παρατηρήσεις, που έχω κάνει μέχρι τώρα, παραμένουν επίκαιρες – δεν χρειάζεται να λέμε τα ίδια και ίδια. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θα ασχοληθώ και με άλλα ωραία του μπάσκετ. Ευτυχώς η Ευρωλίγκα μας δίνει υπέροχες αφορμές. Για παράδειγμα αυτές τις μέρες υπήρχε μια υπόγεια συζήτηση για το αν ο Ολυμπιακός, δηλαδή η διοίκηση και ο κόσμος του, αδίκησαν τον Γιάννη τον Σφαιρόπουλο.

Θέλουν να κρίνονται από τα αποτελέσματα

Αδικούμε τους προπονητές με όσα λέμε για αυτούς; Σε γενικές γραμμές ναι. Συνήθως κρίνουμε μια δουλειά η οποία είναι πρακτική (έχει να κάνει με προπόνηση αθλητών και διαχείριση ανθρώπινου δυναμικού) με βάση το αποτέλεσμά της. Όπως οι κριτικοί του κινηματογράφου βλέποντας μια ταινία κρίνουν συνήθως τους ηθοποιούς και το σενάριο, αδυνατώντας συνήθως να εκτιμήσουν το αμιγώς τεχνικό κομμάτι, δηλαδή την επιλογή των φακών, τον τρόπο διεύθυνσης των ηθοποιών, το μοντάζ κτλ, έτσι κι εμείς που ασχολούμαστε με τα αθλητικά κρατάμε από όλη τη δουλειά ενός προπονητή συνήθως μόνο ένα πράγμα: το αποτέλεσμα. Μόνο που ειδικά στα ομαδικά επαγγελματικά σπορ το αποτέλεσμα δεν είναι πάντα του προπονητή: πολλές φορές ανήκει περισσότερο στις διοικήσεις και στους παίκτες – ειδικά στην Ελλάδα. Επομένως η κρίση είναι άδικη, πλην όμως βολική για τους προπονητές: αν επικρατούσε η άποψη πως είναι κάποιοι που πρέπει να παρακαλούν τους προέδρους να βάλλουν χρήματα και τους παίκτες να παίξουν, οι αμοιβές τους θα ήταν αρκετά μικρότερες.

Οι προπονητές θέλουν να κρίνονται από τα αποτελέσματα – άλλωστε με αυτά πολλές φορές δικαιολογούν τη μετριότητα των εμφανίσεων των ομάδων και χάρη σε αυτά ακριβοπληρώνονται. Επομένως ακόμα κι αν υπάρχει στο παιγνίδι αυτό κάτι το λανθασμένο (αφού οι κρίσεις των αποτελεσμάτων δεν βασίζονται στη γνώση της δουλειάς) εν τούτοις δεν υπάρχει κάτι το άδικο: τη σύμβαση αυτή την αποδέχονται οι προπονητές, γιατί πιστεύουν ότι τους συμφέρει.

Το είδος των δεσμεύσεων

Πάμε παρακάτω. Μπορεί ένας προπονητής να θεωρεί ότι κρίθηκε άδικα γιατί φορτώθηκε ευθύνες που δεν είναι δικές του; Εδώ το πράγμα έχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Για να μην φορτωθεί άδικα ένας προπονητής αποτυχίες πρέπει να γνωρίζουμε πρώτα από όλα το είδος των δεσμεύσεων που έχει αναλάβει – και μάλιστα να ξέρουμε και τις λεπτομέρειες τους. Πρέπει π.χ να ξέρουμε ποιοι είναι οι στόχοι που έχει στη σεζόν: όλες οι ομάδες δεν έχουν τους ίδιους στόχους. Πρέπει να γνωρίζουμε ποιες ακριβώς είναι οι αρμοδιότητές του και μέχρι που φτάνουν – αν π.χ επιλέγει παίκτες και συνεργάτες αυτός κτλ. Πρέπει επίσης να είναι γνωστό το τι πιστεύει για το μπάτζετ μιας ομάδας σε συνάρτηση με τις απαιτήσεις της: αν π.χ μια ομάδα έχει χαμηλό μπάτζετ και μεγάλες απαιτήσεις θα πρέπει να ξέρουμε ποια είναι η θέση του ως προς αυτές – να βάλει λεφτά και να μεγαλώσει το μπάτζετ ο ίδιος δεν γίνεται. Οι πιο πολλοί προπονητές επιλέγουν συνειδητά για όλα αυτά τα σημαντικά να μην μιλάνε, μολονότι γνωρίζουν πως εξαιτίας της άγνοιας των λεπτομερειών των δεσμεύσεων μπορεί να φορτωθούν το σταυρό του μαρτυρίου της γκρίνιας.

Γιατί δεν μιλάνε; Για δυο λόγους: ο πρώτος είναι γιατί χάρη στον εγωισμό και την ματαιοδοξία τους πιστεύουν πως μπορεί να φέρουν σε πέρας και την πιο δύσκολη αποστολή. Ο δεύτερος γιατί η άγνοια των δεσμεύσεων λειτουργεί καμιά φορά και ως άλλοθι. Όταν φύγουν μπορούν να επικαλούνται συμφωνίες που δεν τηρήθηκαν, τεράστιες δυσκολίες που βρήκαν μπροστά τους κτλ. Με άλλα λόγια προτιμούν να μην ξέρουμε, γιατί αυτό τους βολεύει. Φυσικά το κάνουν αφήνοντας με τη σιωπή τους το δικαίωμα στον οπαδό (αλλά και στο δημοσιογράφο) να προσδιορίζει αυτός τους στόχους και να απαιτεί ίσως και πράγματα που δεν γίνονται. Φυσικά θυμώνουν με τις υπερβολές του, αλλά στην πραγματικότητα οι προπονητές απαιτούν την κατανόηση και την μετριοπάθεια του οπαδού (ή του δημοσιογράφου…), ενώ οι ίδιοι χτίζουν ένα ηγετικό προφίλ αρνούμενοι να εξηγήσουν τι κάνουν, τι θέλουν και τι τους ζητάνε. Είναι σαν να σου λένε «εγώ με αυτούς που έχω, μπορώ τα πάντα, αλλά αν δεν τα καταφέρω πρέπει να με καταλάβεις». Για ποια αδικία μιλάμε;

Πότε κάποιος αδικείται;

Σε δυο μόνο περιπτώσεις αδικείται ένας προπονητής: αδικείται πραγματικά όποιος δεν τυγχάνει καμίας ουσιαστικής βοήθειας από την διοίκηση κι όποιος δεν έχει χρόνο για να δείξει τη δουλειά του. Βοήθεια δεν είναι μόνο τα χρήματα: οι πιο πολλοί προπονητές αποδέχονται τις οικονομικές συνθήκες – κι ας λένε άλλα, όταν φύγουν. Πιο σημαντικό είναι να φροντίζει η διοίκηση να τους προστατεύει συνετίζοντας π.χ τους παίκτες ή αναλαμβάνοντας το δικό της μερίδιο ευθύνης σε μια αποτυχία που μπορεί να έχει να κάνει και με την έκβαση μιας διοργάνωσης, αλλά και με την ίδια τη σύσταση της ομάδας. Αν π.χ αφήνεις ένα προπονητή χωρίς παίκτες, ενώ άλλα του χεις τάξει ή ενώ φαίνεται ότι υπάρχουν ανάγκες, τον αδικείς γιατί τον εκθέτεις. Επίσης τον αδικείς πάντα όταν δεν του δίνεις το χρόνο να φτιάξει την ομάδα που θέλει, έστω και με παίκτες φθηνότερους: ο χρόνος για τον καλό προπονητή είναι εργαλείο. Αν του τον στερήσεις δεν του δίνεις τη δυνατότητα να δείξει όσα μπορεί. Σε όλα τα σπορ.

Είδαμε τι μπορεί και τι δεν μπορεί

Πάμε τώρα με βάση όλα αυτά τα απλά να δούμε αν αδικήθηκε ο Σφαιρόπουλος. Τον Ολυμπιακό τον ανέλαβε γιατί πόνταραν οι Αγγελόπουλοι στην κατάρτισή του και όχι στο βιογραφικό του: ελάχιστοι είχαν ποτέ μια τέτοια τύχη. Τον ανέλαβε όταν ήταν ψηλά: η βάση του ήταν οι ίδιοι παίκτες που είχαν κερδίσει την Ευρωλίγκα δυο φορές – και ήταν όλοι στην καλύτερη ηλικία τους. Δεν τον βρήκε κακομοίρη και διαλυμένο, αλλά αρκετά έτοιμο και είναι αλήθεια ότι τον κράτησε για χρόνια ψηλά. Του δόθηκε ο χρόνος για να τον κάνει καλύτερο, αλλά χρόνο με το χρόνο τον έκανε χειρότερο. Δεν θυμάμαι ποτέ να δήλωσε ότι ήθελε κάποιον και δεν του τον πήρανε: και να συνέβη είναι δύσκολο να πείσει ότι θα άλλαζε η επιλογή του αυτή την εικόνα της ομάδας, διότι αν κάτι δημιουργούσε απορίες ήταν οι δικές του συνεχόμενες αστοχίες στους ξένους παίκτες. Χθες είπε ότι όταν ανέλαβε τη Μακαμπί το γήπεδο γκρίνιαζε και δεν γέμιζε: προφανώς το είπε για να γίνει κατανοητή η καλή του δουλειά σε σχέση με αυτή των προηγούμενων. Όταν έφυγε από τον Ολυμπιακό, στο τελευταίο του εντός έδρας ματς, που ήταν ο τέταρτος τελικός των play off με τον ΠΑΟ, το ΣΕΦ ήταν μισοάδειο: μας έδωσε, άθελά του, την πιο δίκαιη απάντηση.

Κανείς δεν αδίκησε σε τίποτα τον Σφαιρόπουλο. Είναι ένας καλός προπονητής και θα βρίσκει καλές δουλειές. Ισως να ξαναγυρίσει κάποτε και στον Ολυμπιακό – δεν αποκλείεται. Αλλά τον κύκλο του τον έκλεισε. Αντιμετωπίζοντας τις απαιτήσεις με σιωπή κι έχοντας πάρα πάρα πολύ χρόνο για να δείξει τι ακριβώς μπορεί. Και το είδαμε…