Λιγότερες ευκαιρίες, περισσότερα γκολ

Τη χρονιά του τίτλου της Λέστερ είχαμε αναφερθεί περισσότερο αναλυτικά σε όλους όσοι βρίσκονταν στο παρασκήνιο, παρέχοντας στην ομάδα ένα σημαντικό υπόβαθρο για να μεγιστοποιήσει την απόδοσή της. Πριν κλειδώσει ο τίτλος, για την ανάδειξη της σημασίας του Βάρντι στην επιθετική επάρκεια των «Αλεπούδων», είχαμε αναφερθεί στα περισσότερο γνωστά πλέον expected goals, που αναδείκνυαν τον Άγγλο φορ ως τον πιο αποδοτικό γρήγορο επιθετικό στις τέσσερις τελευταίες σεζόν της Premier League. Πρόκειται για ένα από τα λεγόμενα «advaced metrics», τα οποία μολονότι αντιμετωπίζονται ακόμα με σκεπτικισμό από κάποιους ποδοσφαιράνθρωπους, διαρκώς κερδίζουν έδαφος.

Λίγους μήνες μετά ο Ιταλός αναλυτής που κέρδισε το διαγωνισμό της Μάντσεστερ Σίτι, είχε σταθεί στη σημασία της ανάλυσης, «χαμηλώνοντας» ωστόσο τον παράγοντα των expected goals. Φαίνεται όμως ότι η ένταξή τους στην καθημερινότητα της Premier League συντελεί στην έκρηξη των γκολ που σημειώνεται φέτος, μαζί με όλες εκείνες τις μετρήσεις που εστιάζουν στην ποιότητα και όχι στην ποσότητα. Με απλά λόγια, τα expected goals είναι ένας δείκτης που ουσιαστικά συνδυάζει δεδομένα για να προβλέψει τα γκολ που θα έρθουν σε συνδυασμό με τον αριθμό και την ποιότητα των ευκαιριών που δημιουργεί μια ομάδα. Αντίστοιχες προβλέψεις μπορούν να γίνουν για τις ασίστ, για τους βαθμούς που υπολογίζεται να κατακτήσει σε βάθος μηνών κ.ο.κ. Η ουσία για τις ομάδες έγκειται στο γεγονός ότι τέτοια μοντέλα μπορούν μέσω της ανάλυσης και της «μετάφρασής» της από το προπονητικό τιμ να «δείξουν» στοιχεία του παιχνιδιού που μπορούν να βελτιωθούν και ατομικές αγωνιστικές συμπεριφορές που μπορούν να αλλάξουν.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Opta, στη φετινή Premier μπαίνουν 2.85 γκολ ανά ματς. Ο μέσος όρος ήταν υψηλότερος μόνο το μακρινό 1967-68, όπου έφτανε τα 3.02. Όπως παρουσιάζουν οι Times όμως, αυτό συμβαίνει μολονότι έχουν μειωθεί οι ευκαιρίες και τα λάθη που οδηγούν σε γκολ! Σε σύγκριση με τις σεζόν 2009-10 και 2010-11, όπου οι ευκαιρίες χτύπησαν peak και πλησίασαν τις 30 ανά μέσο όρο, φέτος έπεσαν κάτω από τις 25, για να ανακάμψουν τελευταία και να φτάσουν τις 25.1. Το ποσοστό των σουτ στον στόχο και το ποσοστό ευστοχίας είναι στο υψηλότερο επίπεδο από όταν η Opta ξεκίνησε να εμβαθύνει στις μετρήσεις, δηλαδή τη σεζόν 2003-04. Εν ολίγοις δηλαδή οι ομάδες έχουν περισσότερα γκολ και καλύτερες, αλλά λιγότερες ευκαιρίες, παρότι οι αντίπαλες άμυνες τους «διαβάζουν» καλύτερα.

Προκειμένου να εξηγήσουν το «λιγότερες ευκαιρίες-περισσότερα γκολ», οι Times ζήτησαν την άποψη του Ομάρ Τσαντχούρι, επικεφαλής της υπηρεσίας 21st Club, η οποία λειτουργεί συμβουλευτικά στους συλλόγους με άξονα τα προχωρημένα στατιστικά. Κάποια στιγμή θα κάνουμε ξεχωριστή κουβέντα μαζί τους. Ο εν λόγω στατιστικολόγος λοιπόν, υποστηρίζει στις δηλώσεις του στη βρετανική εφημερίδα, μιλώντας για τα μοντέλα των expected goals: «Ένα από τα επακόλουθα αυτών των μοντέλων είναι να δείξουν πόσα λίγα σουτ εκτός περιοχής στην ουσία καταλήγουν στα δίχτυα. Σχεδόν τρία σε 100 προσπάθειες, όταν μέσα από την περιοχή φτάνουν τα 15, εξαιρουμένων των κεφαλιών. Φυσικά, είναι πιο δύσκολο να δημιουργείς ευκαιρίες μέσα στην περιοχή, οπότε όλο και περισσότερες ομάδες περιορίζουν τα σουτ από απόσταση για να δημιουργήσουν λιγότερες, αλλά υψηλότερης ποιότητας ευκαιρίες μέσα από την περιοχή».

Δεν είναι τυχαίο ότι οι ομάδες που βρίσκονται ψηλά στη βαθμολογία, σουτάρουν λιγότερο από μακριά. Για παράδειγμα το 49% των σουτ της Φούλαμ είναι εκτός «κουτιού», όταν για τη Μάντσεστερ Σίτι το ποσοστό αυτό πέφτει στο 32% και για την Λίβερπουλ στο 36%. Από την άλλη, οι ομάδες αυτές έχουν ανεβασμένα ποσοστά εντός περιοχής. Ο αυξημένος μέσος όρος στις πάσες και η ραγδαία μείωση στις σέντρες, δείχνουν το πως δουλεύεται περισσότερο η ανάπτυξη και η αναζήτηση καλύτερων προϋποθέσεων για την τελική προσπάθεια. Γίνεται αντιληπτό, λοιπόν, ότι όλο και περισσότερα τεχνικά τιμ αναζητούν την ποιότητα στις ευκαιρίες και χρησιμοποιούν στοιχεία που προκύπτουν από την ανάλυση και τη στατιστική, ούτως ώστε να δουλέψουν στην κίνηση και την διαδικασία λήψης αποφάσεων των ποδοσφαιριστών. Είναι προφανές ότι κάθε παίκτης αναζητά κατά κανόνα τις καλύτερες συνθήκες για να σκοράρει, όμως στο κορυφαίο επίπεδο κάθε λεπτομέρεια κάνει τη διαφορά και κάθε ενέργεια αναλύεται για να προκριθούν στρατηγικές και οδηγίες που μπορούν να γείρουν την πλάστιγγα.

Σύμφωνα με την πλατφόρμα του wyscout, η Λίβερπουλ μετρά 2.27 γκολ ανά ματς και τα xG της είναι 1.94, η Σίτι 2.6 με xG 2.05. H Tότεναμ έχει 2.13 γκολ με 1.61 xG, ενώ τα γκολ της Τσέλσι (1.54) είναι πιο κοντά στα Expected Goals (1.53) από τις υπόλοιπες της τετράδας, που χάρη στο ατομικό επίπεδο των επιθετικογενών τους παικτών σκοράρουν και από δυσκολότερες θέσεις και φυσικά αποδίδουν σε καλύτερο επίπεδο.

Τα πολλά γκολ έχουν φυσικά ρίζες και στη φύση των ομάδων. Η συνύπαρξη στην κορυφή προπονητών με επιθετική φιλοσοφία, συγκεκριμένο πλάνο πίεσης και δημιουργίας χώρων, ήταν δεδομένο ότι θα φέρει άνθιση. Η άνθιση αυτή όμως δείχνει για μια ακόμα φορά τη σημασία όλων εκείνων των αφανών ηρώων που συχνά κινούνται στις παρυφές της ομάδας και πλέον παίζουν καθοριστικό ρόλο  στην ανάπτυξη ενός ποδοσφαιρικού πρότζεκτ.