Η μπουνιά του Ιωαννίδη, ο… καλοπερασάκιας Τάρλατς και η άγνωστη πρόταση του Παύλου!

Stoiximan: Παίξε με 100€ bonus, Αγώνες με 0% γκανιότα καθημερινα, Πριμ στο παρολί, Κορυφαίες αναμετρήσεις σε live streaming

Δημήτρης Παπανικολάου: Ο «θρασύς νεαρός» του ελληνικού μπάσκετ. Από τα 18 του χρόνια, όταν και έκανε το μεγάλο άλμα στην καριέρα του με αποτέλεσμα να βρεθεί στον Ολυμπιακό που μεσουρανούσε εντός και εκτός των συνόρων, μέχρι και τη στιγμή που αποφάσισε να βάλει τέλος στην «γεμάτη» καριέρα του, ήταν πάντα ο παίκτης που μπορούσε να κάνει την διαφορά. Εκείνος που έζησε… πολλά, ίσως και περισσότερα από πολλά παιδιά της εποχής του. Ξάφνου βρέθηκε στην κορυφή του κόσμου με την Εθνική ομάδα των Εφήβων, ενώ 12 χρόνια αργότερα γινόταν ο δεύτερος παίκτης με δύο «triple crown» στην καριέρα του, με δύο διαφορετικές ομάδες. Και… ποιες ομάδες! Και να ‘ταν μόνο αυτό; Μέλος της Εθνικής ομάδας για οκτώ συνεχόμενα χρόνια αλλά και ένας από τους ελάχιστους που έχουν φορέσει τις φανέλες του Ολυμπιακού, του Παναθηναϊκού και την ΑΕΚ.

Ο «φον Δημητράκης» όπως είχε γίνει γνωστός στην δημοσιογραφική -κι όχι μόνο- πιάτσα στα μέσα της δεκαετίας του ’90 ξετυλίγει το κουβάρι των αναμνήσεων στο gazzetta.gr και θυμάται όλα όσα έζησε κατά τη διάρκεια της καριέρας του. Ιστορίες που θα έχει για πάντα στο μυαλό του με τον Γιάννη Ιωαννίδη, τον Ντούσαν Ίβκοβιτς και τον Ζέλικο Ομπράντοβιτς. Το παράπονό του από τον Παναγιώτη Γιαννάκη πριν από το Eurobasket του 2005, το… απωθημένο της Εθνικής ομάδας, την ιστορία με την Κίντερ Μπολόνια και τον τρόπο με τον οποίο επέστρεψε στον Ολυμπιακό μετά το ραντεβού με Κόκκαλη-Ίβκοβιτς, ενώ αποκαλύπτει και την μυθική πρόταση που του είχε κάνει ο Παύλος Γιαννακόπουλος στο σπίτι του, στα μέσα της δεκαετίας του ’90.

Τα πρώτα χρόνια

Ο Γκάλης, ο Φάνης, ο Γιαννάκης ήταν και για εκείνον, όπως και για όλα τα παιδιά του ’87, η αφορμή για να ξεχυθεί στο οικόπεδο κάτω από το σπίτι του στο Ίλιον το οποίο είχε μετατραπεί -πλέον- σε γήπεδο μπάσκετ και να κάνει τα πρώτα του βήματα με την πορτοκαλί μπάλα.

-Ξεκινώντας από τα παλιά τα χρόνια, ήταν ο άθλος του ’87 ο λόγος για να παίξεις μπάσκετ;

Όπως όλα τα παιδιά, έτσι και εγώ έκανα διάφορα αθλήματα μέχρι να καταλήξουμε κάπου. Σίγουρα το ’87 ήταν το ξέσπασμα. Μάλιστα υπήρχε ένα οικόπεδο κάτω από το σπίτι μου, στο οποίο μπήκαν μπασκέτες. Τότε ήμουν μόλις 10 ετών οπότε άρχισα πιο «ζεστά» να ασχολούμαι με το μπάσκετ. Βέβαια μέχρι τότε έπαιζα ποδόσφαιρο, ήμουν τερματοφύλακας, έκανα άλμα εις μήκος, πέταγα σφαίρα και σε γενικές γραμμές ήμουν καλός αθλητής. Όμως στο μπάσκετ μπήκα αρκετά νωρίς και αφοσιώθηκα μόνο σε αυτό.

-Παρακολουθούσες τα παιχνίδια του ’87; Τα θυμάσαι;

«Ναι βέβαια, τα βλέπαμε οικογενειακώς. Μάλιστα κάναμε τότε και το… τηλεκοντρόλ μια και δεν υπήρχαν τότε (γέλια)! Ωραίες εποχές. Ήταν κάτι παραπάνω από αθλητικό γεγονός. Ήταν ένα πανελλήνιο γεγονός και όχι απλά ένα Eurobasket. Ήταν απίστευτος ο χαμός που είχε γίνει τότε με τον κόσμο, τις εφημερίδες. Μπορεί να ήμουν μικρός, αλλά οι αναμνήσεις είναι πάρα πολύ ζωντανές στο μυαλό μου».

-Είχες αγαπημένο παίκτη από εκείνη την Εθνική;

«Όλοι ήταν. Βέβαια τότε είχαμε τον Γκάλη, αλλά στην πορεία καταλάβαμε ότι ήταν κι άλλα πράγματα σημαντικά. Όπως ότι ο Γιαννάκης, ο Φασούλας, ο Φάνης, είχαν εξίσου σημαντικό ρόλο στην ομάδα».

-Ήσουν από τα παιδιά που έπαιρνες τη μπάλα και έκανες τον Γκάλη ή τον Γιαννάκη; Τους μιμούσουν;

«Τον Γκάλη, τον Τζόρνταν και όλους. Πηγαίναμε το βράδυ στο οικόπεδο που σου έλαγα και εκεί τους μιμούμασταν. Τις κινήσεις τους, όλα. Όλα αυτά είναι βιωματικά. Φανταζόμασταν τα πάντα, άλλωστε χωρίς φαντασία δεν γίνεται τίποτα απολύτως. Σίγουρα δεν θα μπορούσαμε να έχουμε στο μυαλό μας ότι θα παίζουμε δίπλα τους ή αντίπαλοί τους ύστερα από κάποια χρόνια. Όμως χρειάζεσαι και λίγο τύχη για να κυνηγήσεις το όνειρό σου. Όπως και όλοι με κάποια δουλειά που κάνει. Για παράδειγμα όταν ήμουν με τον Φασούλα στο ίδιο δωμάτιο, έλεγα από μέσα μου, ‘πραγματικά είναι αυτός ο Φασούλας;’ Μου φαινόταν περίεργο που τους έβλεπα κάποτε στην τηλεόραση και μετά τους είχα συμπαίκτες ή αντιπάλους»

-Ποιος ήταν εκείνος που σε παρότρυνε να ασχοληθείς πιο ζεστά με το μπάσκετ;

«Ουσιαστικά από μόνος μου. Ο πατέρας μου, που είναι και συγχωρεμένος, ήταν αθλητής έκανε άλμα εις ύψος και του άρεσε πάντα το αθλητικό κομμάτι. Ήταν πάντα δίπλα μου, το ίδιο και η μητέρα μου, αν και εκείνη είχε και τον παραπάνω έλεγχο στα μαθήματα. Βέβαια αυτό που υπήρχε τότε και ήταν πιο όμορφο ήταν ότι βγαίναμε το πρωί και επιστρέφαμε το βράδυ στο σπίτι. Τότε δεν υπήρχαν ούτε τα κινητά και δεν υπήρχε κανένας φόβος αν θα μας κλέψουν ή αν θα μας χτυπήσουν. Ήταν πιο αγνά τα πράγματα και αυτό βοηθούσε περισσότερο στο να βγουν και να εξελιχθούν τα ταλέντα».

-Φαντάζεσαι το Euroasket του ’87 με social media;

«Όχι, δεν θέλω να το φαντάζομαι. Ήταν πιο αγνά τα πράγματα τότε. Τα social media για μένα είναι όπλο με δύο κάννες. Η μία κάννη κοιτάζει προς τα έξω και η άλλη κάννη κοιτάζει πάνω μας. Εξαρτάται πώς θα την χρησιμοποιήσεις μετά».

Ο θρίαμβος που άνοιξε τον δρόμο

Δεν περίμενε και πολύ στην καριέρα του ώστε να ζήσει στιγμές… Eurobasket ’87. To καλοκαίρι του ’95 «σημάδεψε» την καριέρα πολλών παικτών, οι οποίοι βρέθηκαν στην κορυφή του κόσμου με την Εθνική Εφήβων. Το νεόκτιστο ΟΑΚΑ «κόχλαζε» από τους πανηγυρισμούς και τόσο εκείνος, όσο ο Ρεντζιάς, ο Κακιούζης, ο Χατζής έβαζαν τις βάσεις για μια μεγάλη καριέρα…

-Το Παγκόσμιο των Εφήβων το 1995, ήταν το peak για όλα τα παιδιά τότε της εποχής σου;

«Φυσικά. Ήταν κάτι το απίστευτο γιατί όλα όσα βλέπαμε στην τηλεόραση το 1987, τα ζούσαμε! Μέσα στο γήπεδο! Κατάμεστο από 18.000 και μια Ελλάδα να μιλάει για εφήβους. κάτι που δεν έχει γίνει και ούτε πρόκειται να ξαναγίνει γιατί άλλαξαν και οι εποχές. Μαγικές στιγμές. Πάντως με τις ηλικίες πρέπει να είμαστε και λίγο επιφυλακτικοί. Γιατί μετά μάθαμε ότι ήταν αντίπαλοί μας παίκτες όπως ο Μάρμπερι ή ο Κάρτερ για παράδειγμα. Τους κερδίσαμε εύκολα, ωστόσο είχαν πιο σωστές βάσεις για να κάνουν στη συνέχεια μεγάλη καριέρα στο ΝΒΑ. Στην Ευρώπη και στην Ελλάδα, πρώτα κοιτάμε να γίνουμε παίκτες και μετά αθλητές. Βέβαια αυτό έχει αλλάξει κάπως τα τελευταία χρόνια. Η εξέλιξη πρέπει να είναι σταδιακή».

-Θυμάσαι κάποιο ευτράπελο από εκείνες τις ημέρες;

«Γενικά ήταν μια μόνιμη πλάκα τότε. Άλλωστε ήμασταν παιδιά και το ευχαριστιόμασταν! Το πιο χαρακτηριστικό είναι ότι είχαμε χαλάσει έναν γάμο στο ξενοδοχείο που μέναμε! Πετάγαμε παίκτες στην πισίνα που γινόταν ο γάμος, αλλά έχουν περάσει και πολλά χρόνια για να θυμάμαι περισσότερες λεπτομέρειες. Σίγουρα όμως συμπεριφερόμασταν σαν παιδιά και όχι ως επαγγελματίας».

-Συζητούσατε μεταξύ σας για το μέλλον σας; Που θα σας βρει η επόμενη μέρα και τι εξέλιξη πιθανόν να έχετε;

«Ναι, βέβαια. Ήταν η καλύτερη γενιά που έχει περάσει σε μέσο όρο επιτυχίας και καριέρας. Έπαιξαν πολλά παιδιά σε πολύ υψηλό επίπεδο και σίγουρα μπορούσαμε και παραπάνω. Εκτός από τις επιτυχίες σε επίπεδο Παίδων-Εφήβων στόχος είναι να βγουν 2-3 παίκτες που θα μπορούν να στελεχώσουν και την Εθνική Ανδρών. Από εκείνη τη γενιά το ποσοστό ήταν μεγάλο. Και να με συγχωρέσουν οι σημερινοί παίκτες, τότε το επίπεδο ήταν πιο δύσκολο. Τότε δεν υπήρχε η κρίση, ήταν σε άνοδο τα πάντα, ενώ βρίσκαμε μπροστά μας παίκτες και ομάδες εκατομμυρίων. Και δεν ήταν μόνο Ολυμπιακός-Παναθηναϊκός και η πίεση ήταν μεγάλη.»

-Έχει μείνει και η εικόνα του τελικού με το τρίποντο από το logo που λένε οι Αμερικανοί, αλά Στεφ Κάρι

«Δεν υπήρχε fair play (γέλια). Δεν είχε βγει ακόμα. Το θυμάμαι αυτό. Δεν έχεις να χάσεις τίποτα, είναι τα πιο εύκολα σουτ που μπορείς να πάρεις».

Ολυμπιακός και Ιωαννίδης

Το καλοκαίρι του ’95 και ύστερα από την τελευταία του χρονιά στον Σπόρτιγκ, ο Δημήτρης Παπανικολάου βρίσκεται στον πρωταθλητή Ολυμπιακό του Γιάννη Ιωαννίδη. Μάλιστα κατάλαβε πολύ καλά τι εστί «ξανθός» αφού ένα τάιμ άουτ δέχθηκε και την… γροθιά του!

-Πώς προέκυψε ο Ολυμπιακός στην καριέρα σου;

«Από τον Αστέρα Νέων Λιοσίων, όταν και πήγα στην Εθνική Παίδων και θεωρούμουν ταλέντο, η γυναικεία ομάδα του Σπόρτιγκ είχε χορηγό την κυρία Κόκκαλη στις αρχές της δεκαετίας του ’90. Και είχαν πολύ καλές σχέσεις ο Ολυμπιακός με τον Σπόρτιγκ. Όμως ο Ολυμπιακός δεν ήθελε να πάει στο Ίλιον γιατί ήταν δεδομένο ότι θα του ζητούσαν πολλά χρήματα. Και έτσι έστειλε τον Σπόρτιγκ. Πάντα υπήρχαν τακτικές σε μεταγραφές. Εγώ δεν είχα γνώση των όσων είχαν γίνει, πέρα από το κουτσομπολιό που υπήρχε. Όταν πήγα στον Σπόρτιγκ, κάποια στιγμή ήρθε ο Φραγκίσκος Δανιηλίδης που ήταν παράγοντας στην ομάδα και μου είπε ‘Δημήτρη, δεν σε έχουμε εμείς αλλά ο Ολυμπιακός.’ Εγώ επειδή είχα πάντα και το θάρρος της άποψης του απαντάω ότι ‘σε εσάς υπέγραψα. Αν δεν πάω στον Ολυμπιακό, δεν μπορώ να πάω στην Κρύα Βρύση;’ και εκεί μου απάντησε ‘ναι, μόνο στην Κρύα Βρύση θα μπορείς να πας’ (γέλια). Ήταν ξεκάθαρα τα πράγματα. Όταν έμαθα και επίσημα ότι ο Ολυμπιακός ήταν από πίσω και βρεθήκαμε με τον τότε αντιπρόεδρο, τον κύριο Σαλονίκη, μου είπε ότι θα έμεναν μία σεζόν ακόμα στον Σπόρτιγκ και μετά θα πήγαινα στον Ολυμπιακό».

-Πρώτη μέρα προετοιμασίας στον Ολυμπιακό και εσύ rookie της ομάδας. Τι σου έρχεται στο μυαλό…

«Θυμάμαι τότε η πρώτη συγκέντρωση ήταν κάτι σαν συνέντευξη Τύπου στα γραφεία της ομάδας, στον Πειραιά. Μάλιστα ήμουν αρκετά ψαρωμένος, βλέποντας όλους αυτούς τους παικταράδες τριγύρω μου. Ο Σιγάλας, ο Τόμιτς, ο Τάρλατς, οι ξένοι… Το άσχημο δεν ήταν η πρώτη μέρα στον Ολυμπιακό, αλλά το ταξίδι στο Τσιόκο που μας είχε επιφυλάξει ο Γιάννης Ιωαννίδης. Τότε είχε φέρει μια μόδα την οποία και ακολούθησαν και άλλοι. Δηλαδή πηγαίναμε προετοιμασία 35 ημέρες σερί! Κάτι τραγικά πράγματα. Και μάλιστα σε βουνά όπου δεν υπήρχε τίποτε απολύτως! Τότε φυσικά ούτε Ίντερνετ, ούτε κάποια δορυφορική τηλεόραση για να δεις κάποια προγράμματα στα ελληνικά. Άνοιγε μια καγκελόπορτα, μπαίναμε μέσα, όπου εκεί υπήρχε μόνο φαγητό και σκληρές προπονήσεις με μπινελίκια! Ήταν λίγο δύσκολη αυτή η προετοιμασία».

-Ήταν ωστόσο ένας τρόπος προετοιμασίας που είχε φέρει τότε και επιτυχίες στον Ολυμπιακό;

«Κάθε πράγμα πρέπει να πηγαίνει με την εποχή του. Εκείνη την εποχή ο Ιωαννίδης πίστευε ότι όσο σκληρά προπονηθεί κάποιος και όσο bullying δεχθεί, τόσο πιο αντοχές θα έχει στα επίσημα παιχνίδια και θα είναι πιο έτοιμος. Όταν τα ανθρώπινα όρια, τόσο σωματικά, όσο και ψυχολογικά φτάσουν εκεί, τότε μπορείς να αντέξεις τα πάντα. Σαν τα Ο.Υ.Κ.! Από τη στιγμή που η συνταγή πετύχαινε, αυτό συνεχιζόταν. Ο Ολυμπιακός έπαιρνε πρωταθλήματα, ήταν πάντα ψηλά στην Ευρώπη, ο Ιωαννίδης με τον Άρη είχε καταφέρει πράγματα, άρα ήταν πετυχημένος. Τώρα δεν ξέρω αν τα σύγχρονα παιδιά θα άντεχαν κάτι τέτοιο. Να πήγαιναν 35 μέρες προετοιμασία και να τους έκλεινες το Ίντερνετ».

-Υπήρχε κάποιος που σε πήρε από κοντά στον Ολυμπιακό όταν ήσουν rookie;

«Όλα τα παιδιά. Ο Σιγάλας ήταν πολύ καλός συμπαίκτης, θετικός και ομαδικός. Ήταν καλή παρέα. Ακόμα και οι 35άρηδες όταν εγώ ήμουν 18, όταν φορούν σορτσάκι συμπεριφέρονται σαν παιδιά. Και ο Φασούλας και όλοι. Ήταν όλοι μέσα στην πλάκα και κανείς δεν το έπαιζε ντίβα. Πολύ δεμένη ομάδα ο Ολυμπιακός τότε, όπως και ο Παναθηναϊκός ύστερα από κάποια χρόνια. Και οι δύο ομάδες είχαν δεμένους κορμούς.»

-Και με ξένους Ρίβερς και Μπέρι την πρώτη σου χρονιά…

«Ναι όντως. Ο Ρίβερς έκανε πολύ καλή χρονιά, όχι τόσο καλή όσο η άλλη που ακολούθησε, αλλά πραγματικά καλή χρονιά. Από την άλλη, ο Μπέρι είχε κάποια προβλήματα υγείας με ηπατίτιδα και δεν έπαιξε και ιδιαίτερα πολύ»

Ο Τάρλατς που ήταν πιο αδιάφορος στα μπινελίκια πέρασε καλύτερα. Εγώ και ο Σιγάλας τα… ακούγαμε

-Από Ιωαννίδη τι έχεις να θυμάσαι περισσότερο; Τι είχες κάνει και έφαγες πολύ μπινελίκι;

«Αν ήταν μόνο μπινελίκια, τότε ήταν καλά (γέλια)! Θυμάμαι μια φορά είχα παίξει καλά εναντίον του Ηρακλή σε ευρωπαϊκό παιχνίδι, όπου είχαν τότε τον ΝΒΑer, Ξαβιέ ΜακΝτάνιελ. Μου είχε πει να τον αναλάβω εγώ. Εκτός του ότι τον εκμηδένισα, του έβαλα και 18 πόντους (σ.σ. ο Ολυμπιακός είχε κερδίσει 76-62 με τον ΜακΝτάνιελ να έχει 5/12 εντός παιδιάς και τον «Παπ» να μετράει 6/9 δίποντα, 0/2 τρίποντα, 6/9 βολές και 7 ριμπάουντ σε 26′). Αμέσως μετά ακολουθούσε ένα παιχνίδι με την ΑΕΚ όπου η διαχείριση συναισθημάτων ήταν πάρα πολύ δύσκολη για μένα. Τότε ήμουν 18 χρονών και πραγματικά είχα χαρεί πάρα πολύ. Για την ακρίβεια πανηγύριζα συνέχεια, είχα ξενυχτήσει και διάβαζα εφημερίδες την επόμενη ημέρα. Ομως στο ματς με την ΑΕΚ και μπροστά σε 8.000 κόσμο στο ΣΕΦ, δεν τα πήγα καθόλου καλά (σ.σ. 2π., 1/4 σουτ, 1ρ., σε 23′) με αποτέλεσμα να πάρει τάιμ άουτ και να μου ρίξει μπουνιά! Το θυμάμαι σαν τώρα… Βέβαια, αν και ήμουν 18 χρονών, δεν μάσαγα τα λόγια μου και τον αγριοκοίταξα. Παρόλα αυτά σταμάτησε εκεί το σκηνικό. Και επίσης αν έλεγες κάτι καλό για τον εαυτό σου, στο πρώτο σου λάθος, στο κοπάναγε συνέχεια. Τα άκουγες τα μπινελίκια σου. Όμως όταν είσαι νεαρός, κάνεις τέτοια λάθη…»

-Ήταν και άλλοι στο στόχαστρο του Ιωαννίδη;

«Τότε ο ξανθός ήταν θεός. Σχεδόν απλησίαστος. Τον έβλεπαν όλοι με δέος. Θυμάμαι ότι αυτό που ήθελε να γίνει, έπρεπε να γίνει έτσι ακριβώς! Τον σεβόμασταν και ως ένα σημείο τον φοβόμασταν και όλοι. Ακόμα και οι έμπειροι. Έπρεπε να ήσουν πολύ σκληρός χαρακτήρας για να τον αντέξεις. Το θέμα με τον Ιωαννίδη ήταν πώς θα συμπεριφερόσουν στις πρώτες σου επαφές. Αν με τα μπινελίκια γινόσουν καλύτερος, την πάταγες για μια ζωή. Όπως ο Σιγάλας και εγώ. Όμως ο Τάρλατς που ήταν πιο αδιάφορος στα μπινελίκια, πέρασε πολύ καλύτερα (γέλια). Γενικά υπήρχε και η λατρεία από τον κόσμο του Ολυμπιακού προς το πρόσωπό του και δεν κουνιόταν κουνούπι!»

-Υπήρχαν παίκτες που είχαν ειδική διαχείριση;

«Εξαρτάται. Δεν μπορούσε να μιλάει το ίδιο σε εμένα που ήμουν 18 χρονών ή στον Φασούλα που ήταν 35. Όμως ο Ιωαννίδης είχε κάτι που είχε και ο Ομπράντοβιτς. Κάτι σαν σκοτσέζικο ντους. Όταν σε έβλεπε ότι πλέον έφτανες στα όριά σου και δεν άντεχες άλλο, μπορεί να έκανε και ένα αστειάκι για να σε μαλακώσει λίγο. Αυτά τα καταλαβαίνεις όταν έχεις μεγαλώσει γιατί τότε λειτουργείς με το συναίσθημα».

-Είχε τύχει να μιλήσει άσχημα σε κάποιον μεγαλύτερο ώστε να παραδειγματιστείτε εσείς οι νέοι τότε για τα όσα θα παθαίνατε αν κάνατε το ίδιο λάθος;

«Έριχνε μπινελίκια. Πιο αραιά μεν, αλλά πολύ δυνατά. Και στον Φασούλα έχει ρίξει και στον Τάρλατς, αλλά πιο σπάνια σε εκείνον. Όμως τα περισσότερα τα άκουγα εγώ, ο Σιγάλας και ο Μπακατσιάς (γέλια)!

-Εκείνη την εποχή η κόντρα Ολυμπιακού-Παναθηναϊκού ήταν στα ντουζένια της. Πώς είχες βιώσει το πρώτο σου ντέρμπι;

«Βασικά ήταν η σειρά των τελικών για την σεζόν 1995-96. Μάλιστα στο δεύτερο παιχνίδι της σειράς είχα σπάσει το πόδι μου, είχα πάθει ρωγμώδες κάταγμα και δεν συνέχισα. Είναι από τα ματς που λέω και στα σημερινά παιδιά να το χαρείτε όσο περισσότερο μπορείτε γιατί και να χάσατε, ένα ποτάκι θα μπορέσετε να το πιείτε. Εμείς παραγγέλναμε πίτσα και δεν ανοίγαμε καν την πόρτα. Υπάρχουν αληθινές ιστορίες που ο Ιωαννίδης έστελνε κάποιον να του πάρει φαγητό και έτρωγε στο αυτοκίνητο. Τόσο ντροπή υπήρχε σε περίπτωση ήττας. Βέβαια δεν ήταν σωστό αυτό. Δεν πρέπει ο άνθρωπος να φτάνει σε αυτό το σημείο. Τότε δεν υπήρχαν και πολλά άλλα προβλήματα. Τα προβλήματα ήταν οι ομάδες, να κερδίσω με κάθε τίμημα».

-Είχες εισπράξει ως πιτσιρικάς αυτόν τον φανατισμό; Νίκη με οποιοδήποτε κόστος απέναντι στον αιώνιο αντίπαλο;

«Ναι. Άλλωστε ακόμα υπάρχει σε επίπεδο μεγάλων ομάδων. Όμως αν δεν υπάρχει η μία ομάδα, τότε δεν υπάρχει και η άλλη. Οπότε καλό θα ήταν να παρακαλάμε να είναι δυνατές όλες οι ομάδες. Όμως τότε το ένιωθες. Τότε το μπάσκετ και το πρωτάθλημά μας ήταν το καλύτερο στην Ευρώπη…»

-Αν και δεν ήσουν Ολυμπιακός μιας και υποστήριζες από μικρός άλλη ομάδα, είχες επηρεαστεί και εσύ με τον ντόρο, το ενδιαφέρον και τον φανατισμό ώστε να γίνεις Ολυμπιακός εκείνη την περίοδο;

«Θα πω κάτι. Οι παίκτες είναι οι μόνοι μη επαγγελματίες και αυτό είναι κάτι που δεν μπορεί να καταλάβει ο φίλαθλος. Εμείς δενόμαστε με τα πρόσωπα στα αποδυτήρια. Όταν περνάς εκεί περισσότερο χρόνο απ’ ότι με την οικογένειά σου, ταξιδεύεις, στεναχωριέσαι, χαίρεσαι με τα παιδιά, τότε δένεσαι μαζί τους…»

-Ματς Ολυμπιακός-Αντίμπ, αστοχεί ο Μπακατσιάς στη βολή και έρχεσαι από το πουθενά και καρφώνεις τη μπάλα στο καλάθι. Αντέγραφες Τζόρνταν τότε;

«(γέλια). Αν και δεν υπήρχαν τότε τα social media, εκείνο το κάρφωμα είχε ψηφιστεί ως το καλύτερος της EuroLeague εκείνη τη χρονιά. Υπάρχει και στο youtube αυτό! Για την εποχή μου είχα αθλητικά προσόντα, στην πορεία βγήκαν πολλά παιδιά. Σίγουρα από τα καλύτερα αν και στις προπονήσεις έχουν γίνει και καλύτερα ακόμα».

-Μάλιστα στην πρώτη του σεζόν στον Ολυμπιακό κλήθηκες να αντιμετωπίσεις και έναν από τους μεγαλύτερους σούπερ σταρ που έπαιξαν στην Ευρώπη. Τον Ντομινίκ Ουίλκινς.

«Φοβερό το συναίσθημα! Βέβαια στη χρονιά του Ντομινίκ είχαμε τον Ιωαννίδη και από την προετοιμασία μας ετοίμαζε για αυτό το πράγμα. Στις προπονήσεις μας παρομοίαζε με παίκτες του Παναθηναϊκού γιατί ήξερε ότι αυτός θα ήταν ο τελικός. Έλεγε ‘περνάει ο Ντομινίκ, βγάζεις τον αγκώνα σου, τον τσεκάρεις. Περνάει ο Αβέρτης από εκεί, τον σταματάς.’ Σε προετοίμαζε ψυχολογικά από το καλοκαίρι! Για την εποχή ήταν πολύ μπροστά ο Ιωαννίδης. Εγώ σαν μικρός ήμουν θρασύς και μάλιστα υπάρχει και βίντεο που γκρέμισα τον Ντομινίκ με αντιαθλητικό. Δεν ήταν σωστό, αλλά αυτό επικρατούσε τότε. Δεν υπήρχε μεγάλο fair play. Ήταν ο θάνατός σου, η ζωή μου».


Ο αυστηρός Ντούντα και η τιμωρία στη Φολγκάρια

Η μετά-Ιωαννίδη εποχή στον Ολυμπιακό έφερε στον πάγκο τον Ντούσαν Ίβκοβιτς, ο οποίος ανέλαβε την δύσκολη αποστολή να συνεχίσει το πετυχημένο έργο του «ξανθού» βάζοντας τον πήχη ακόμα πιο ψηλά. Στην κατάκτηση της EuroLeague η οποία αποτελούσε και τον διακαή πόθο των «ερυθρολεύκων» μέχρι εκείνη την σεζόν. Ο Παπανικολάου έκανε την καλύτερη σεζόν του στον Ολυμπιακό με αποτέλεσμα να ανοίξει και ο δρόμος για το άλμα στο εξωτερικό και δη στην Κίντερ Μπολόνια. Ήταν η εποχή που προσπάθησε να μπει «σφήνα» και ο Παναθηναϊκός, με τον Παύλο Γιαννακόπουλο να καταθέτει μια τεράστια στον πρόταση στον νεαρό -τότε- φόργουορντ.

-Εκείνη τη χρονιά την έκλεισες με το πρωτάθλημα και ακολούθησε η σεζόν 1996-97 όπου πήρατε τα πάντα με τον Ολυμπιακό. Τι είχες να θυμάσαι από τότε;

«Τρομερό το συναίσθημα η συμμετοχή σε Final 4 EuroLeague, το οποίο ήταν και το πρώτο της καριέρας μου. Βέβαια τότε είχαμε ξεκινήσει πολύ χάλια την σεζόν, αφού είχαμε χάσει, τόσο από τον ΒΑΟ όσο και από τον Παπάγου. Με την αλλαγή του προπονητή υπήρχε μεγάλη αμφισβήτηση, γκρίνια και μουρμούρα. Όμως μετά τον Απόλλωνα Πάτρας και το νικητήριο σουτ μου στον τελικό κυπέλλου στο ΟΑΚΑ, άλλαξε όλη η ψυχολογία της ομάδας. Την κατάλληλη στιγμή η ομάδα άρχισε να παίρνει τα πάνω της. Αποκλείσαμε και τον Παναθηναϊκό με μειονέκτημα έδρας στην EuroLeague, ενώ ο Ρίβερς είχε αρχίσει να κάνει τα… δικά του. Θυμάμαι έντονα την ατμόσφαιρα στη Ρώμη από τους Έλληνες φιλάθλους και σε γενικές γραμμές θα πω ότι το είχαμε πάρει εύκολο αυτό το Final 4. Ήταν τόσο αποφασισμένη η ομάδα που ήταν σχεδόν αδύνατον να χάσει».

-Προπονητής Ντούσαν Ίβκοβιτς. Μετά τον Ιωαννίδη, ο Ντούντα…

«Δύσκολοι άνθρωποι και οι δύο. Ο Ίβκοβιτς δεν είχε τη συχνότητα φωνής του Ιωαννίδη, αλλά όταν θύμωνε, έτρεμε η γη! Φοβόσουν πραγματικά. Πολύ δύσκολος και απαιτητικός άνθρωπος. Γνώστης και πολύ μεγάλος προπονητής. Έχουμε άριστη σχέση, είχα πάει και στο ΣΕΦ στην τιμητική εκδήλωση που είχε διοργανωθεί».

-Με εσένα; Είχε τύχει να κάνει έκρηξη;

«Μια φορά σε μια προετοιμασία Φολγκάρια, ήταν μεσημέρι μετά την πρωινή προπόνηση. Είχα πάει σε ένα μαγαζάκι μέσα στο ξενοδοχείο να αγοράσω κάτι. Ταυτόχρονα είχαν κατέβει κάτω και οι δύο νεαροί της ομάδας, ο Καραπλής και ο Μίχαλος. Συναντιόμαστε εκεί και μας βλέπει ο Ίβκοβιτς. Το θεώρησα πολύ φυσιολογικό που χαιρέτησα τον coach. Αμέσως γυρίζει και μας λέει ‘δεν ξεκουράζεστε και ερχόσαστε να κάνετε πλάκα. Γρήγορα Meeting η ομάδα’. Τοτε έστειλε τους δύο πιτσιρικάδες πίσω στην Αθήνα, ενώ σε εμένα επειδή είχα συμβόλαιο μου επέβαλε βαρύ πρόστιμο. Δεν ήθελε να ακούσει τίποτα και άρχισε τα μπινελίκια. Μάλιστα οι Καραπλής και Μίχαλος περίμεναν να ζητήσουν και συγνώμη μετά το φαγητό, αν και δεν πίστευαν ότι είχαν κάνει κάτι και ο Ίβκοβιτς τους είπε ‘αν περιμένετε να ζητήσετε συγνώμη, σας περιμένουν τα μπουζούκια στην Αθήνα’. Και εγώ ήμουν στον πάγο για μεγάλο χρονικό διάστημα. Δεν ήξερες από που θα σου έρθει εκείνη την εποχή…»

Την ώρα που είχε γίνει η ιστορία με την Κίντερ, συναντήθηκα με τον Παύλο Γιαννακόπουλο σπίτι του και μου έκανε μια απίστευτη πρόταση

-Θα μπορούσες να αντιμετωπίσεις και τον Τζόρνταν ύστερα από δύο χρόνια στο τουρνουά MacDonalds αλλά ήσουν στην Κίντερ χωρίς να παίξεις. Τι είχε γίνει τότε;

«Μετά το triple crown άρχισαν να λήγουν κάποια συμβόλαια, ο Ρίβερς είχε κάνει παπάδες και είχε αναδειχθεί καλύτερος παίκτης στην Ευρώπη ενώ άρχισε να αποδομείται κάπως η ομάδα με λάθη τόσο της διοίκησης όσο και δικά μας. Ο κορμός είναι πάρα πολύ δύσκολος να φτιαχτεί και πρέπει πάντα να εμπλουτίζεται. Είχε φύγει τόσο ο Ρίβερς, όσο και ο Σιγάλας. Για να γυρίσω λίγο στο ’95, εγώ έπαιζα στο ‘δύο’ και σούταρα από τα 7-8 μέτρα. Την επόμενη χρονιά πάλι ξεκίνησα περιφερειακός, τραυματίζονται όλοι οι ψηλοί και λόγω δύναμης, αλτικότητας και τσαμπουκά, πάω κάτω από το καλάθι. Κάνω ένα λάθος στην καριέρα μου και τα πάω καλά. Και κάθε προπονητής κοιτάζει να τα πάει καλά και να φέρνει αποτελέσματα.

Δεν τους νοιάζει τόσο η τεχνική κατάρτιση ή το μέλλον κάποιου. Όταν ένας προπονητής λέει ‘πάνω απ’ όλα η ομάδα’ για να μην κοροϊδευόμαστε, πρώτα απ’ όλα λέει ‘πάνω απ’ όλα ο εαυτός μου’. Ο παίκτης έχει διπλό στόχο. Να πηγαίνει καλά η ομάδα και μετά να πηγαίνει και ο ίδιος καλά. Ο προπονητής τον νοιάζει να πάει καλά η ομάδα, είτε έχει τον Κώστα, είτε το Δημήτρη είτε τον οποιονδήποτε. Δεν τον ενδιαφέρει αν θα τον χαραμίσει ή θα τον χαντακώσει. Δεν υπάρχει μεγάλο συναίσθημα. Την επόμενη χρονιά συνεχίζω σε αυτή τη θέση, αφού έχω αλλάξει μορφή και παίζω τεσσάρι. Τότε είχα μπροστά μου παίκτες όπως ο Καρνισόβας και έβλεπα ότι κάτι σκαλώνει στην εξέλιξή μου. Τουλάχιστον όπως την φανταζόμουν από τις μικρές ηλικίες που έπαιζα στο δύο και στο τρία. Είχα πάρει έναν ρόλο πιο χαμαλήδικο και άρχισα να τσαντίζομαι….»

-Και εκεί μπαίνει στην κουβέντα η Κίντερ…

«Μάλιστα είχαν μπει και λόγια ότι είχε γίνει παρατυπία στο ιδιωτικό συμφωνητικό που είχα στον Ολυμπιακό. Τότε μου είχαν διαβάλλει κάπως το μυαλό. Έρχεται ο Ετόρε Μεσίνα και μου είχε πει ότι με πίστευε και ότι θα με είχε πεντάδα στην Κίντερ ως περιφερειακό. Μάλιστα στα φιλικά που είχα δώσει με την Κίντερ είχα παίξει πολύ καλά ως τριάρι, την ώρα που στον άσο ήταν ο Ριγκοντό, στο δύο ο Ντανίλοβιτς στο τέσσερα ο Σάβιτς και στο πέντε ο Νεστέροβιτς. Μεγάλη ομάδα και μεγάλοι παίκτες. Είδα καλύτερο μέλλον εκεί.

Όμως το θέμα δεν είναι που βλέπεις το μέλλον σου, αλλά ο τρόπος. Είχα φύγει λοιπόν από τον Ολυμπιακό, ο κύριος Κόκκαλης προσπάθησε να με προσεγγίσει με οποιονδήποτε τρόπο αλλά εγώ ήμουν κάπως άκαμπτος. Τότε οι δικηγόροι μου είχαν πει ότι θα είμαι ελεύθερος και πράγματι η FIBA στέλνει το letter of clearence στην Κίντερ και πανηγυρίζουμε όλοι και ησυχάζουμε κι εμείς. Όμως 10 ώρες αργότερα η ΕΟΚ το ξαναστέλνει πίσω! Μου λένε τότε ότι σύμφωνα με τον όρο που υπήρχε στο ιδιωτικό συμφωνητικό, θα είμαι ελεύθερος όταν κλείσω τα 21 μου χρόνια, δηλαδή ύστερα από έξι μήνες.»

-Τότε είχαν μάθει όλοι και τα γενέθλιά σου…

«Πράγματι! Τότε τα γενέθλια μου ήταν τα πιο διάσημα της χρονιάς (γέλια). Μάλιστα ήταν τόσο μεγάλη η υπόθεσή μου που είχε γίνει συμβούλιο στον Στάνκοβιτς. Είχαν πάει οι δικηγόροι της Κίντερ, αλλά και ο Κόκκαλης με το προσωπικό του αεροπλάνο! Δεν ήταν μόνο θέμα Παπανικολάου ως ταλέντο, αλλά ήταν θέμα που είχε πάρει μεγάλες διαστάσεις. Τότε ήταν άκαμπτοι όλοι! Να ξεκαθαρίσω κάτι γιατί ο κόσμος μπορεί να λέει ότι θέλει. Το θέμα δεν ήταν ποτέ οικονομικό. Γενικά σε μένα τίποτα δεν είχε να κάνει με τα οικονομικά και κακώς! Αν γύρναγα τον χρόνο πίσω θα διεκδικούσα περισσότερα. Η προσφορά του Ολυμπιακού ήταν καλύτερη της Κίντερ. Εκείνη την περίοδο, με είχε πάρει τηλέφωνο και ο Παύλος Γιαννακόπουλος. Μάλιστα είχα συναντηθεί σπίτι του και μου είχε κάνει μια ασύλληπτη προσφορά η οποία ήταν καλύτερη απ’ όλες. Μου είχε πει ότι ‘εάν και εφόσον επιστρέψεις στην Ελλάδα, σε θέλω στον Παναθηναϊκό’.

Τότε του απάντησα και του είπα ότι δεν έφυγα από τον Ολυμπιακό για να πάω στον Παναθηναϊκό και ότι ήταν άλλος ο λόγος της αποχώρησής μου. Όμως επειδή το θέμα ήταν λεπτό του εξήγησα επίσης ότι αν επέστρεφα στην Ελλάδα, πρώτα έπρεπε να μιλήσω με τον Ολυμπιακό. Το σεβάστηκε και μου είπε ‘χαίρομαι που μιλάω με τέτοιους χαρακτήρες’. Τότε πηγαινοερχόμουν στην Αθήνα από την Μπολόνια και έτσι μπόρεσα να κάνω το ραντεβού μαζί του. Στη συνέχεια μου τηλεφώνησε και ο Κόκκαλης και μου ζήτησε να βρεθούμε. Στο ραντεβού ήταν και ο Ίβκοβιτς και εκεί κάπου με τούμπαραν. Είχε περάσει και ο καιρός και είχαν μαλακώσει κάπως τα πράγματα. Όμως όσον αφορά το οικονομικό δεν υπήρχε κάποια βελτίωση.

Η προσφορά ήταν η ίδια. Τα βρήκαμε ωστόσο και είπα στον Μεσίνα ότι δεν μπορούσα να περιμένω τόσο καιρό χωρίς να παίζω. Επέστρεψα όλα τα χρήματα που είχα πάρει από την Κίντερ και επέστρεψα στον Ολυμπιακό. Δεν ξέρω αν ήταν καλό ή κακό για όλους εκείνη την περίοδο. Παίκτες, κόσμος με κοίταζαν με μισό μάτι. Οι περισσότεροι με αγαπούσαν, προς Θεού, αλλά όταν μια ομάδα παλεύει από τον Αύγουστο και μπαίνει ξαφνικά ένας παίκτης, δημιουργεί ανισορροπίες και ενδεχομένως να χάσουν κάποιοι λεπτά συμμετοχής. Αυτό συμβαίνει και τώρα. Π.χ. ο Ομπράντοβιτς γι’ αυτόν τον λόγο δεν έκανε σχεδόν ποτέ προσθήκες στη διάρκεια της χρονιάς. Ήξερε ότι ο παίκτης είναι και σαν παιδί. Ήθελε με τους ίδιους που θα ξεκινούσε, με τους ίδιους θα τελείωνε. Έτσι λοιπόν επέστρεψα στον Ολυμπιακό, ενώ αυτοί που μου είχαν διαβάλλει το μυαλό, είχαν εξαφανιστεί. Είχαν πετύχει τον στόχο τους.»

Είχα πει οτι δεν θα πάω στον Παναθηναϊκό επειδή το πίστευα, αλλά… μεγάλη μπουκιά φάε, μεγάλη κουβέντα μην λες!

-Μετάνιωσες που δεν έπαιξες τελικά ποτέ στο εξωτερικό;

«Πιστεύω ότι για τα παιδιά της εποχής θα ήταν καλύτερα γιατί δεν θα είχαν την ίδια πίεση. Όχι ότι στο εξωτερικό δεν υπάρχει πίεση, αλλά είναι διαφορετικό να έχεις τον Έλληνα στο αυτί σου. Τότε η πίεση έκανε πολύ κακό στα ταλέντα της εποχής. Σίγουρα θα είχα διαφορετική εξέλιξη αν είχα πάει στο εξωτερικό…»

-Να πάω στο πρωτάθλημα του 2002. Από 0-2 ο Ολυμπιακός κάνοντας το «μπρέικ» πρωτάθλημα η ΑΕΚ με 3-2 νίκες. Τι είχε γίνει τότε;

«Θυμάμαι είχε προηγηθεί ένα πολύ φασαριόζικο παιχνίδι με τον Παναθηναϊκό. Γίνεται αυτό με αποτέλεσμα να παίξουμε στον πρώτο τελικό με μείον τρεις παίκτες από τις αποβολές που είχαν προηγηθεί. Κάνουμε την έκπληξη και τους κερδίζουμε στο ΟΑΚΑ κάνοντας το μπρέικ της έδρας, ενώ στο ΣΕΦ φτάσαμε στο 2-0. Χάσαμε δύσκολο το τρίτο ματς της σειράς και επιστρέφουμε πάλι στο ΣΕΦ. Ετοιμάζετε η φιέστα, μπλουζάκια τα οποία φτιάχνονται αλλά δεν εμφανίζονται ποτέ και έρχεται η κατραπακιά. Συμβαίνουν και αυτά…»

-Μετά το 2002 κάνεις μια κίνηση την οποία δεν περίμενε πολύ κόσμος και μετακομίζεις στον Μακεδονικό…

«Ναι είχε κάνει καλή ομάδα ο Μακεδονικός με Λιαδέλη, Παπαϊωακείμ, Χαρτ, Χαντλόγκντεν. Προέκυψε για έναν πολύ απλό λόγο. Θεωρητικά κάποιος παίκτης δεν πάει από τον Ολυμπιακό στον Μακεδονικό, όσο καλή ομάδα και αν έχει. Εκείνη την περίοδο, επειδή ο κόσμος λέει πολλά χωρίς να γνωρίζει, ο πατέρας μου είχε την επάρατη νόσο. Τότε υπήρχε πρόταση από την Ταουγκρές πολύ καλή, αλλά στην οικογένεια το κλίμα ήταν βαρύ και ήθελα να είμαι πιο κοντά. Ο Ολυμπιακός έκανε μια τυπική προσφορά, σχεδόν διωχτική, ενώ είχε ασχοληθεί και ο Παναθηναϊκός. Όμως είπα όχι και έτσι κατέληξα στον Μακεδονικό…»

-Και τότε είχες πει ότι δεν θα πήγαινες ποτέ στον Παναθηναϊκό…

«Ναι σε μια εκπομπή στο TV Magic σε σχετική ερώτηση που μου είχε γίνει. Το πίστευα τότε. Όμως μεγάλη μπουκιά φάε, μεγάλη κουβέντα μην λες…»

Ο ανοικτόμυαλος Ομπράντοβιτς, η λεπτομέρεια και ο δύσκολος χρόνος στον Παναθηναϊκό

Το καλοκαίρι του 2003, ο Δημήτρης Παπανικολάου παίρνει την -δύσκολη από πολλές απόψεις- απόφαση να μετακομίσει στον Παναθηναϊκό. Κατόπιν πολλών συζητήσεων και… ωρών σκέψης, είπε τελικά το «ναι» στους Παύλο και Θανάση Γιαννακόπουλο που τον πίεζαν… ασφυκτικά προκειμένου να υπογράψει. Μια μεταγραφή που ξεκίνησε με… πόλεμο από τον κόσμο του Παναθηναϊκού και κατέληξε σε αποθέωση στον 5ο τελικό του ΟΑΚΑ το 2007. Με τη φανέλα των «πρασίνων» κατάφερε να γίνει και ο πρώτος παίκτης με triple crown στην τροπαιοθήκη του έχοντας αγωνιστεί και στους δύο «αιώνιους»!

-Και στη συνέχεια προέκυψε και ο Παναθηναϊκός…

«Να πω πώς έγινε και αυτή η μεταγραφή. Τότε είχα μάνατζερ τον κύριο Δελημπαλταδάκη και πήγα μια μέρα στο γραφείο του για να συζητήσουμε όσον αφορά το μέλλον. Εκείνη τη στιγμή και ενώ μιλούσαμε, πήρε τηλέφωνο ο Θανάσης Γιαννακόπουλος. Προφανώς ήταν κανονισμένο. Εκείνη τη στιγμή του είπε ότι ήμασταν μαζί στο γραφείο και ζήτησε να μου μιλήσει. Μου είπε ότι ‘σε περιμένω να πιούμε έναν καφέ στην ΒΙΑΝΕΞ και δεν ακούω κουβέντα’. Εκείνη τη στιγμή… ανέβασα πίεση. ‘Τι να πάω ρε Τασο; Θα φάμε ξύλο…’ του λέω και αμέσως μου απαντάει ότι είναι ντροπή να μην πας αφού σε έχει καλέσει. Θα πίναμε έναν καφέ και θα συζητούσαμε. Μόλις πήγαμε, ήταν εκεί ο Παύλος και ο Θανάσης και μου άρχισαν το ψηστήρι για τον Παναθηναϊκό. Τους εξήγησα και τους είπα ότι ήταν πολύ δύσκολη η κατάσταση και ότι ο κόσμος δεν θα το δει καλά, ούτε καν οι Παναθηναϊκοί. Και για μένα θα ήταν δύσκολο. Έπρεπε να ήμουν μέσα 3-4 ώρες και να μην συμφωνούσα με τίποτα…»

-Λόγω του πρότερου βίου σου, έλεγες όχι και επέμενες.

«Έτσι ακριβώς. Δεν ήθελα μόνο και μόνο γι’ αυτό το πράγμα. Εγώ θα έβγαινα και θα έλεγα τα καλύτερα για τους κυρίους Γιαννακόπουλους. Ακόμα έχουμε άριστη σχέση. Όμως δεν το θεωρούσα σωστό. Όμως ύστερα από μεγάλη πίεση, είπα στον μάνατζέρ μου να μιλήσει με τον κύριο Σούμποτιτς στον Ολυμπιακό. Μάλιστα τότε οι δημοσιογράφοι του Ολυμπιακού, ίσως και ο Σταύρος Ελληνιάδης επιδίωκαν την επιστροφή μου στην ομάδα. Αυτό ήταν το κλίμα που επικρατούσε, ακόμα και εγώ το είχα πιστέψει! Τότε λοιπόν πήρε τον coach Σούμποτιτς και του είπε ότι είμαστε στη ΒΙΑΝΕΞ. Ήθελα ηθικά να μιλήσω πρώτα με τον Ολυμπιακό.

Τότε ο Σούμποτιτς του είπε ότι ‘δεν είμαστε έτοιμοι να καταθέσουμε προσφορά. Μιλήστε εκεί…’ Και αυτό ήταν το τελειωτικό. Μάλιστα μίλησα με τη γυναίκα μου, με συγγενείς, φίλους και δεν υπέγραφα με τίποτα. Μου έλεγε ο Δελημπαλταδάκης ‘είσαι τελείως χαζός, δεν το έχω συναντήσει ποτέ αυτό το πράγμα. Οι μεν να σου λένε σε θέλουμε, πάρε λεφτά και οι άλλοι δεν σε θέλουμε’. Συμφώνησα, αλλά μέσα μου δεν ένιωθα καλά ηθικά, παρά τη μεγάλη χαρά… Και ζήτησα να μην γίνει καμία ανακοίνωση μέχρι να άλλαζα τηλέφωνα και να έβλεπα τι θα γινόταν. Μάλιστα επέστρεψα σπίτι και η σύζυγός μου μου έλεγε ‘αντί να είσαι χαρούμενος, είσαι λίγο κάπως’. Κάτι σαν απαγωγή, με την καλή την έννοια.

Κάποια πράγματα γίνονται για καλό. Η ομάδα με στήριξε, παρά τη δύσκολη χρονιά που είχα στην αρχή, αλλά είμαι πολύ χαρούμενος που βρέθηκα σε μια τόσο μεγάλη ομάδα, πήρα παραστάσεις με κορυφαίο τον Ομπράντοβιτς, έκανα φίλους και πήρα και πολλούς τίτλους. Εγώ έδωσα τον καλύτερο μου εαυτό και φτάσαμε στο 2007 να με χειροκροτάει όλο το γήπεδο. Οπότε χωρίς καραγκιοζιλίκια, χωρίς να δείχνεις ασέβεια στην πρώην ομάδα σου, αλλά με την δουλειά σου, όλοι καταλαβαίνουν».

-Είχες μιλήσεις τότε με τον Ομπράντοβιτς;

«Πριν υπογράψω είχα μιλήσει με τον Δημήτρη Ιτούδη, με τον οποίο ήταν σαν να μιλάω στον ίδιο τον Ομπράντοβιτς. Είχε πολύ ενεργό ρόλο στον Παναθηναϊκό και δεν ήταν ένας απλός βοηθός. Με τον Ομπράντοβιτς μίλησα λίγο αργότερα».

-Και εσύ είχες την ιδιαιτερότητα τότε, να σε βρίζουν οι Ολυμπιακοί, να σε βρίζουν και οι Παναθηναϊκοί…

«Με γι’ αυτόν τον λόγο είναι και πολύ δύσκολη αυτή η μετάβαση. Βλέπεις και κοτζάμ Σπανούλης που έχει τον πιο δυνατό χαρακτήρα της Ευρώπης, του πήρε ένα διάστημα μέχρι να συνηθίσει να παίζει στο ΟΑΚΑ. Είναι πολύ δύσκολη αυτή η κατάσταση. Να έχεις αμφισβήτηση από τους αντιπάλους, λες, ΟΚ. Να έχεις όμως και από τους δικούς σου, είναι σαν να μπαίνεις στο σπίτι σου και να μην έχεις καλό κλίμα. Όμως στον Παναθηναϊκό και ο Αλβέρτης και ο Ομπράντοβιτς και η διοίκηση με στήριζαν συνέχεια. Είχε γίνει και ένα επεισόδιο στα μπουζούκια μετά από ένα πρωτάθλημα που μου την έλεγαν κάποιοι οπαδοί του Παναθηναϊκού και με υπερασπίστηκε ο Αλβέρτης και τα υπόλοιπα παιδιά.

Παρά το θέμα με τον κόσμο, η διοίκηση είχε πει, ‘ο Παπανικολάου θα μείνει. Τέλος’. Εγώ αυτό το εκτίμησα πάρα πολύ. Και επαναλαμβάνω. Δεν έπαιξαν ρόλο τα χρήματα και αν γύριζα το χρόνο πίσω θα το επιδίωκα να παίξουν. Λένε όλοι ότι έφυγε από τον Ολυμπιακό για να πάει στον Παναθηναϊκό και το αντίθετο. Αυτή είναι μεγάλη βλακεία. Δεν είχε χρήματα αυτή η ομάδα να σε κρατήσει; Δεν φεύγεις από τα Σούρμενα για να πας στον Ολυμπιακό ή τον Παναθηναϊκό για τα λεφτά και την δόξα. Όποια ομάδα σε θέλει κάνει ισόποση διαφορά και σε κρατάει. Αν θέλει η ομάδα μπορεί να σε έχει. Αυτές οι μεταβάσεις δεν είναι οικονομικές, σπάνια συμβαίνει…

Στον Παναθηναϊκό με εκτίμησαν και με αγαπούν ακόμα. Μάλιστα στον πρώτο μου μισθό, φώναξα τον κύριο Θανάση και του είπα ότι ‘έχουμε υπογράψει τόσα και εσύ μου έδωσες παραπάνω. Να το διορθώσετε και να μου τα κρατήσετε από τον επόμενο μισθό ή να σας τα δώσω πίσω’. Ο κύριος Θανάσης μου είπε ότι δεν είχε ξανασυναντήσει κάτι τέτοιο. Επίσης στα πριμ είπα ότι πρέπει να είναι αναλογικά σε αυτούς που είχαν προσφορά , ενώ στην ΑΕΚ όταν τραυματίστηκα και ήταν ο κύριος Δρόσος πρόεδρος, του είπα να κρατήσουν τα χρήματα από τον μισθό μου και να πάρουν έναν παίκτη. Αυτά δεν τα έχει κάνει, κανείς αθλητής. Ε, μπορεί να τελειώσεις την καριέρα σου και να σε κατηγορήσουν για τα χρήματα. Ο κόσμος κρίνει από τα φαινόμενα.»

Ομπράντοβιτς, Αλβέρτης, Γκαγκαλούδης είχαν βάλει πλάτη, έβλεπα συνέχεια συνθήματα στους τοίχους του Σπόρτιγκ

-Πώς βίωσες το πρώτο σου ματς στο κλειστό του Σπόρτιγκ με όλες τις αντιδράσεις του κόσμου;

«Τουλάχιστον το ΟΑΚΑ είναι αχανές (γέλια). Όμως στο Σπόρτιγκ κρέμονται όλοι σαν τσαμπιά από πάνω σου. Μάλιστα τότε δεν έπαιζα και καλά και ούτε και πολύ. Τότε είχαμε αποκλειστεί και από τον Απόλλωνα Πάτρας και γενικά ήταν μια δύσκολη περίοδος. Βέβαια τότε ήταν πεσμένες οι προσδοκίες λόγω του ότι παίζαμε σε μικρό γήπεδο εξαιτίας των έργων για τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Τα μπάτζετ ήταν μαζεμένα. Ξαναλέω υπήρχε στήριξη από την διοίκηση και τους συμπαίκτες μου…»

-Ποιοι ήταν εκείνοι που βγήκαν μπροστά και σε υπερασπίζονταν;

«Ο Αλβέρτης έβαλε πολλή πλάτη, ο Ομπράντοβιτς, αλλά και ο Γκαγκαλούδης που ήταν αρεστός στους φίλους του Παναθηναϊκού. Φυσικά και ο Παύλος με τον Θανάση, οι οποίοι είναι άνθρωποι που έχω μέσα στην καρδιά μου…»

-Υπήρξε τότε στιγμή που είπες ‘τα παρατάω;» Είχες φτάσει στα όρια σου;

«Εκείνη την σεζόν σίγουρα. Όμως και στον Ολυμπιακό το είχα σκεφτεί. Οι εποχές ήταν δύσκολες και οι παίκτες πάθαιναν τα ψυχολογικά τους πατατράκ. Γενικά οι παίκτες που παίζουν σε υψηλό επίπεδο, δεν δομούνται φυσιολογικά στην ζωή τους και όταν τελειώσει η καριέρα τους, δεν γνωρίζουν την ζωή. Είναι φάε-κοιμήσου-παίξε. Δεν γνωρίζουν τι πρέπει να κάνουν όταν βγουν έξω. Βέβαια τώρα είναι πιο ψαγμένοι που παίζουν στην κρίση, αλλά γενικά οι παίκτες του Παναθηναϊκού και του Ολυμπιακού, δυσκολεύονται μετά. Τώρα θα μου πεις, ‘θα λυπηθούμε αυτούς τους παίκτες;’ Όχι, αλλά επειδή το έχω συζητήσει με κάποιους, για 2-3 χρόνια στην κυριολεξία, ψάχνονται».

-Ο Ζέλικο Ομπράντοβιτς, πώς σε είχε υποδεχθεί τότε στον Παναθηναϊκό για να σου καθαρίσει το μυαλό με όλα όσα άκουγες;

«Μου μίλαγε συχνά και μου έλεγε ότι είναι δίπλα μου. Έχουμε άριστη σχέση μεχρι και σήμερα. Ο Ομπράντοβιτς φερόταν πολύ καλά στους παίκτες».

-Απειλητικά μηνύματα από φίλους του Παναθηναϊκού είχες δεχθεί;

«Συνέχεια! Έγραφαν στους τοίχους έξω από το κλειστό του Σπόρτιγκ και εμείς τους βάφαμε όλη την ώρα. Γεμάτοι ήταν από διάφορα συνθήματα…»

Ο Ομπράντοβιτς με είχε στείλει να κάνω δύο ώρες διάδρομο και μετά με… έκοψε από την ομάδα

-Από τον Ομπράντοβιτς; Τι έχεις να θυμάσαι περισσότερο;

«Απο μπάσκετ μαθαίνεις να σουτάρεις, να πασάρεις και να τρέχεις, αλλά όταν πας στον Ομπράντοβιτς, μπαίνεις στην λεπτομέρεια. Επίσης δύσκολος. Μάλιστα μου έχουν πει ιστορίες πριν πάω εγώ, ότι ο Κάτας είχε βάλει τα κλάματα. Πολύ απαιτητικός. Ο Ομπράντοβιτς είναι τελείως σκοτσέζικο ντους. Όταν θυμώσει-θυμώνει, αλλά όταν σε δει έξω θα κάτσει να πιει καφέ μαζί σου. Αν δει την ομάδα καλά, είναι εντάξει. Προκειμένου να την φτιάξει μπορεί να γυρίσει και τη γη ανάποδα. Δεν είναι τυχαίο ότι οι παίκτες παίζουν και γι’ αυτόν. Ο Ομπράντοβιτς, ο Ιωαννίδης, ίσως και ο Ίβκοβιτς, παρά τις φωνές τους, δεν έχουν βάλει στους παίκτες ούτε ένα ευρώ πρόστιμο. Επιβάλλονται δια της προσωπικότητάς τους και ήταν κάτι που εκτιμούσαν πολύ οι παίκτες. Υπάρχουν τα πρόστιμα συμβολαίων , αλλά δεν το έκαναν ποτέ. Π.χ. ο Ιωαννίδης έλεγε πρώτα θα φάνε και θα πληρωθούν οι παίκτες. Αυτό, αυτομάτως του έδινε και ένα δικαίωμα να επιβληθεί πάνω σου. Όταν σε προσέχει ο προπονητής, σε δεσμεύει κιόλας».

-Υπήρξε στιγμή που φοβήθηκες πολύ από τον Ομπράντοβιτς;

«Κατά τη διάρκεια μιας προπόνησης, σε ένα σύστημα δεν είχα κάνει καλά μια παγίδα και μου είπε ‘πας κάτω και τρέχεις δύο ώρες στον διάδρομο’. Μάλιστα παίζαμε ματς με τον Ηλυσιακό μετά και μου ξεκαθάρισε ότι δεν θα πάω μαζί με την ομάδα και ότι θα μου έλεγε εκείνος πότε θα επέστρεφα. Μάλιστα η ίδια τιμωρία είχε επιβληθεί και στον συγχωρεμένο, τον Κένιον Τζόουνς. Εκ των υστέρων καταλαβαίνεις ότι αυτοί οι προπονητές κάνουν και τεχνητές κρίσεις για να ξυπνήσουν την ομάδα. Είτε με φωνή, είτε με τιμωρία-προπόνηση, είτε με οτιδήποτε. Μάλιστα ο Ίβκοβιτς έβαζε ανήμερα του αγώνα προπόνηση με μπινελίκια και φωνές. Καθένας είχε την δική του φιλοσοφία.»

-Υπάρχει και κάτι που έχεις να διηγείσαι και να θυμάσαι έντονα;

«Ο Ομπράντοβιτς είναι δαιμόνιος. Μια περίοδο ήμουν πολύ καλά στον Παναθηναϊκό και παίζαμε αντίπαλοι με την Ρόμα του Μποντιρόγκα. Παραδοσιακά έπαιζα καλά εναντίον του στην άμυνα, ακόμα και σκληρά αν χρειαζόταν. Τότε τελείωσε μια προπόνηση και έκαναν σύσκεψη αν θα έμπαινα εγώ στην 12άδα ή ο πιτσιρικάς -τότε- ο Ντούσαν Σάκοτα. Τελικά με φώναξε και μου λεει: ‘Δημήτρη είσαι πολύ καλός στις προπονήσεις, αλλά επειδή είχα δομημένη έτσι την ομάδα δεν θέλω να την αλλάξω. Όμως δεν θέλω το τριήμερο που θα είμαστε στη Ρώμη να έρθεις, να προπονηθείς και να μην παίξεις. Θέλω να πας μια εκδρομή και να το ευχαριστηθείς. Σε έσκιζε με τρόπο (γέλια)! Δεν ήταν ψυχρός με τους παίκτες, αλλά είχε έναν τρόπο να τους κρατάει στην τσίτα και να παίζουν και γι’ αυτόν».

Καλύτερη στιγμή μου στον Παναθηναϊκό ήταν ο 5ος τελικός το 2007 στο ΟΑΚΑ

-Καλύτερη και χειρότερη στιγμή σου στον Παναθηναϊκό;

«Καλύτερη το πρωτάθλημα του 2007 γιατί είχα παίξει καλά και χειρότερη οτιδήποτε έχει να κάνει με την πρώτη χρονιά που ήταν τραγική. Πάντα πρέπει να υπάρχει χρόνος προσαρμογής με τον Ομπράντοβιτς. Το ίδιο είχε συμβεί με τον Αλβέρτη, ενώ ο Μπατίστ στην πρώτη του χρονιά ήταν υπό διωγμόν και επειδή δεν βρήκαν άλλον, τον κράτησαν. Και ο ίδιος ζήτησε να του μειώσουν το συμβόλαιο στο μισό για να του δώσουν μία ακόμα ευκαιρία. Και από το ΟΑΚΑ και μετά έγινε παίκτης εκατομμυρίων».

-Μάλιστα στον 5ο τελικό του 2007 ήσουν ο «x factor» του αγώνα για την κατάκτηση του τίτλου…

«Ο Ολυμπιακός είχε πάρα πολύ δυνατή περιφέρεια τότε. Πεν, Άκερ, Ματσιγιάουσκας… Εμείς είχαμε την 12άδα με τον Ντούσαν ως παραπάνω ψηλός ενώ ήμασταν και κουρασμένοι μετά το Final 4. Τότε οι προπονητές αποφάσισαν να κάνουν την αλλαγή ώστε να είναι η ομάδα καλύτερη αμυντικά στην περιφέρεια. Κατά τη διάρκεια του 5ου τελικού, επειδή έβλεπα γενικά το ματς και από προπονητικής πλευράς, είπα σε Ομπράντοβιτς και Ιτούδη ότι ‘έχουμε τρία φάουλ να δώσουμε, καλύτερα να μπω να τα κάνω εγώ και να μείνει ο Σισκάουσκας φρέσκος’. Αμέσως ο Ομπράντοβιτς μου λέει ‘πολύ σωστό, μπες’. Ήταν ανοικτόμυαλος και όχι του στυλ ‘σταμάτα και κάτσε κάτω’. Τότε ο Γκέρσον αποφάσισε να μου αφήσει το σουτ. Το πρώτο το έχασα, όμως στη συνέχεια ευστόχησα, λύθηκαν τα χέρια μου και πήγα και καλά στην επίθεση. Και έτσι έκλεισα πολύ καλά τη χρονιά με το γήπεδο να με αποθεώνει. Είχα προσφορά να μείνω, αλλά επειδή ήμασταν μικρά παιδιά και θέλουμε να παίζουμε, επέλεξα την ΑΕΚ».

Το μεγαλύτερο λάθος και η… καταστροφική διοίκηση της ΑΕΚ

Η ΑΕΚ μπορεί να ήταν η ομάδα που υποστήριζε από μικρό παιδί λόγω και του πατέρα του, αλλά όπως είπε ο ίδιος, η χρονική στιγμή που επέλεξε να μεταβεί στους «κιτρινόμαυρους» ήταν η χειρότερη δυνατή.

-Και φτάνουμε στο κεφάλαιο της ΑΕΚ… Δημήτρης Δρόσος στο διοικητικό θώκο, πολλές δηλώσεις για την επιστροφή της ομάδας και εσύ υπογράφεις. Τι έγινε τότε;

«Έχω κάνει πολλά λάθη στην ζωή μου, αλλά αυτό ήταν το μεγαλύτερο απ’ όλα. Να πάνω εκείνη τη συγκεκριμένη χρονιά στην ΑΕΚ. Γιατί γενικά η ΑΕΚ μια χαρά ομάδα είναι, το βλέπουμε και φέτος. Έβλεπα κάποιες δηλώσεις του και κάτι δεν μου κόλλαγε καλά. Και αν δεν ακούς το ένστικτό σου την πατάς. Ένας άνθρωπος ο οποίος έβαζε πίεση να κερδίσεις και στα φιλικά. Τότε είχα και μια πρόταση από τον Άρη όπου πάντα ήθελα να παίξω. Βέβαια τις χρονιές που ήθελα εγώ δεν με ήθελε ο Άρης, όταν με ήθελε ο Άρης δεν μπορούσα εγώ. Και επέλεξα αυτόν τον δρόμο. Μάλιστα δεν υπέγραφε ο Δρόσος τότε αλλά είχε βάλει μπροστά τους Καραμανλή και Τζιβελέκη. Η ομάδα με τα γνωστά της Ελλάδας, έπεσε κατηγορία, άλλαξε ΑΦΜ, επέστρεψε. Ντροπής πράγματα…»

-Από την ΑΕΚ έβγαλες χρήματα;

«Στην ΑΕΚ έκανα φιλανθρωπία δυο χρόνια. Ελάχιστα πράγματα. Άλλα παιδιά είχαν περισσότερη ανάγκη τότε και δεν πήραν χρήματα, φροντιστές κλπ κλπ. Στην ΑΕΚ πήγα με προπονητή τον Κορωνιό και σε μια αγωνιστική έφυγε για να έρθει ο Αγγέλου. Δεν υπήρχε υπομονή, δεν υπήρχε τίποτα. Καταστροφική διοίκηση. Όπως σου είπα και πριν είχα προσφερθεί να μου κρατήσουν και χρήματα από το συμβόλαιο ώστε να αποκτηθεί παίκτης όταν ήμουν τραυματίας, αλλά απ’ ότι κατάλαβα, ήθελαν να του τα χαρίσουμε όλα τα χρήματα. Μετά όταν παίξαμε στον Σπόρτιγκ έκανα πολύ καλή σεζόν και μάλιστα είχε σκεφτεί ο Παναθηναϊκός να με επαναφέρει. Είχαμε κάνει κάποιες συζητήσεις. Τελικά πήγα στον Πανιώνιο αφού είχε αποχωρήσει ο κύριος Λιανός όπου και εκεί έπαιξα για μεγάλο χρονικό διάστημα απλήρωτος και την τελευταία μου χρονιά έκλεισα στο Περιστέρι με τον κύριο Πεδουλάκη στον πάγκο.»

Το απωθημένο της Εθνικής, το κλάμα και το παράπονο από τον Γιαννάκη

Ο Δημήτρης Παπανικολάου ήταν από τους παίκτες που υπηρέτησαν πιστά την Εθνική ομάδα. Από την Παίδων και την Εφήβων μέχρι και την Ανδρών έως τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας του 2004 στην Αθήνα. Ο 41χρονος σήμερα «Παπ» θυμάται τη στιγμή που έκλαψε για την «γαλανόλευκη», τις πρώτες του μέρες ενώ εκφράζει και το παράπονό του από τον Παναγιώτη Γιαννάκη λίγες εβδομάδες πριν από το Eurobasket του Βελιγραδίου…

-Μπασκετικό απωθημένο, έχεις;

«Δεν θα το έλεγα. Ίσως που δεν πήρα κάποιο μετάλλιο με την εθνική ομάδα των ανδρών. Πάντως τώρα η Εθνική έχει να μπει τετράδα οκτώ-δέκα χρόνια. Όταν μπαίνεις τετράδα σχεδόν μόνιμα και χάνεις το ριμπάουντ ή τη βολή ενώ το ματς είναι στον πόντο και έχεις απέναντί σου τον Κούκοτς, τον Σαμπόνις, τον Μποντίρογκα, είσαι στους Ολυμπιακούς Αγώνες στην 5η θέση δύο φορές, είσαι ψηλά. Πρέπει να κοιτάς και το επίπεδο των αντιπάλων. Οι παίκτες που έπαιζαν τότε, δεν βγήκαν ξανά. Με εξαίρεση τους δικούς μας, Διαμαντίδη, Σπανούλη, Παπαλουκά και λίγο οι Ισπανοί, τότε η μάζα των μεγάλων παικτών ήταν τεράστια».

-Θυμάσαι τις πρώτες σου μέρες στην Εθνική ομάδα;

«Ήταν παραμονές των Ολυμπιακών Αγώνων στην Ατλάντα. Προπονητής ο Μάκης Δενδρινός και με είχε καλέσει στην προετοιμασία ενώ προλάβαινα-δεν προλάβαινα την διοργάνωση λόγω του προβλήματος που είχα στο πόδι. Η Εθνική ήταν σε άλλη κατάσταση τότε και δεν ήταν τόσο οργανωμένη όσο την έκανε ο Γιαννάκης μετά. Λειτουργούσε πολύ με το συναίσθημα. Οι παίκτες έρχονταν μόνοι τους, άφηναν τα κινητά τους που είχαν πρωτοβγεί τότε στον πάγκο. Ελεύθερα τα πράγματα τότε, αλλά τότε άπαντες ήταν παρόντες. Πολύ σπάνια να έλειπε κάποιος».

-Έχεις πάρει μέρος σε πέντε Eurobasket και δύο Ολυμπιακούς Αγώνες. Σε ποια διοργάνωση θεωρείς ότι άξιζε η Εθνική κάτι περισσότερο;

«Το 1998 στο Παγκόσμιο. Τότε είχα χάσει εγώ δύο βολές και μία ο Οικονόμου. Ήμασταν ομάδα για τελικό, αλλά χάσαμε από τους Σέρβους. Το 1997 είχαμε μια ατυχία στην διασταύρωση και δεν πήγαμε τελικό. Και το 2004 θα μπορούσαμε να πάμε καλύτερα στους Ολυμπιακούς Αγώνες. Το 2005, πέρα τις ικανότητες των παιδιών που ήταν πολύ μεγάλες, το επίπεδο ήταν και πιο βατό. Οι παίκτες μας είχαν αποδείξει και στο συλλογικό επίπεδο ότι ήταν άξιοι».

-Τι έχεις κρατήσει από τους προπονητές που είχες στην Εθνική;

«Ο Μάκης Δενδρινός ήταν πολύ μαλακός γενικά και φίλος με τους παίκτες. Ο Γιαννάκης έφερε οργάνωση στα πάντα, λάτρης και ίνδαλμα της Εθνικής. Μάλιστα του είχα πει μετά την προετοιμασία του 2005 ότι ήταν λάθος ο τρόπος που με έκοψε. Και ειδικά όταν γνώριζε ότι είχα παίξει τραυματίας, άρρωστος, ότι έχω λατρεία με την Εθνική ενώ κάποιοι άλλοι πονάει το νύχι τους και λένε ‘coach δεν μπορώ’. Μάλιστα είχα κρύψει τραυματισμό για να παίξω με την Εθνική.

Στη Σουηδία σήκωσα τον Χαρίση να πανηγυρίσουμε μετά το νικητήριο με την Κροατία και έπαθα λουμπάγκο. Χρειάστηκα 30 ενέσεις μετά. Αυτόν τον παίκτη που αγαπάει έτσι την Εθνική, είναι λάθος να τον πιάνεις σε ένα αεροδρόμιο στα όρθια και να του λες ‘Δημήτρη δεν συνεχίζουμε’. Κανονικά με καλείς σε ένα δωμάτιο ή σε ένα καφέ και τα συζητάμε. Ούτε μου αρέσει και εμένα τώρα ο τρόπος που έφυγε ο Γιαννάκης από τον Άρη. Και εγώ δεν είμαι ούτε το ένα δάχτυλο του Γιαννάκη σε προσφορά στο ελληνικό μπάσκετ. Αυτό ήταν το μόνο μου παράπονο. Πάντως δεν μπορώ να παραλείψω ότι με τον Γιαννάκη έκανα και τα καλύτερα παιχνίδια μου στην Εθνική στο Eurobasket του 1997».

-Έχεις κλάψει ποτέ για την Εθνική ομάδα;

«Ναι βέβαια. Το 2003 που αποκλειστήκαμε από την Ιταλία και το 1998 στον ημιτελικό με τους Σέρβους. Είχα όμως και δάκρυα χαράς το 1995 στο Παγκόσμιο Εφήβων, πάνω στο βάθρο».

Πηγή:Gazzetta.gr

BET ON ALFA: Παίξε online και πάρε Bonus 100% με την πρώτη κατάθεση μέχρι 100 Ευρώ