Η δημιουργία της Βραζιλίας των πέντε «δεκαριών» το ’70 είχε συνωμοσία, ταπείνωση, NASA και εγκλεισμό

Stoiximan: Παίξε με 100€ bonus, Αγώνες με 0% γκανιότα καθημερινα, Πριμ στο παρολί, Κορυφαίες αναμετρήσεις σε live streaming

Η πεποίθηση ότι η Βραζιλία του 1970 συνιστά ό,τι καλύτερο έχει παρουσιαστεί από εθνική ομάδα σε διεθνή διοργάνωση έχει εντυπωθεί στο DNA κάθε ποδοσφαιρόφιλου και δεν αλλάζει. Ακόμα κι αν κατά καιρούς έχουν εμφανιστεί υπερδυνάμεις στο Παγκόσμιο Κύπελλο, καμία δεν παίρνει τη θέση εκείνης της «σελεσάο».

Ο Πελέ και η παρέα του έχουν εξασφαλίσει αιώνια, οικουμενική αναγνώριση και για να το πετύχουν αυτό, χρειάστηκε να υποβληθούν σε απάνθρωπες διαδικασίες που συνέθεταν μία πρωτοποριακή προετοιμασία εκείνη την εποχή.

Μία προετοιμασία που πραγματοποιήθηκε εν μέσω γενικής αναστάτωσης στην ομάδα και στο τεχνικό επιτελείο, κόντρας μεταξύ παικτών και προπονητή, επιρροής του δικτατορικού καθεστώτος, πολέμου από τον Τύπο.

Όλα αυτά αποδείχθηκε ότι είχαν θετικό αντίκτυπο στη «Βραζιλία των πέντε δεκαριών», όπως ονομάστηκε εκείνη η ομάδα. Ο Πελέ ήταν το ένα εξ αυτών, Ριβελίνο, Τοστάο, Ζαϊρζίνιο ακόμα τρεις εκπληκτικοί οργανωτές (και όχι μόνο), ο Ζέρσον, ο «εγκέφαλος» εκείνης της ομάδας. Με αφορμή τα γενέθλια του τελευταίου σαν σήμερα, στις 11 Ιανουαρίου του 1941, το Sport-Retro.grθυμάται όλα όσα δεν ήταν «ρόδινα» στην προετοιμασία εκείνης της Βραζιλίας, της καλύτερης όλων των εποχών…

Η δικτατορία έκανε πόλεμο στην εθνική

Περίπου τέσσερις μήνες πριν από την έναρξη του Μουντιάλ 1970 στο Μεξικό, οι τίτλοι στις εφημερίδες της Βραζιλίας που αφορούσαν την εθνική ομάδα έκαναν λόγο για «μέτριες εμφανίσεις», για «ολική έλλειψη ενότητας στην προσέγγιση του αγώνα» και για «τρομακτική αποτυχία», που επιβεβαίωναν τη «γενική ιδέα ότι η νίκη της Βραζιλίας στο Παγκόσμιο Κύπελλο του Μεξικού πρέπει να αναθεωρηθεί».

Ακόμα και η δημοσίευση τέτοιων κριτικών σε ένα καθεστώς ελεγχόμενου Τύπου αποδεικνύει ότι τα πράγματα ήταν πολύ άσχημα για τη «σελεσάο». Η ίδια η δικτατορική κυβέρνηση, η οποία ανέλαβε την Πρωταπριλιά του 1964 υπό τον αρχηγό του στρατού, Καστέλο Μπράνκο, και από το 1969 κορυφώθηκε υπό τον στρατηγό Εμίλιο Γκαρασταζού Μέντισι, εναντιώθηκε στην εθνική ομάδα.

Έχοντας προωθήσει το ποδόσφαιρο ως το «θέαμα» για τον εφησυχασμό του κόσμου κι έχοντας προσφέρει και μερικό «άρτο» στον λαό, η στρατιωτική κυβέρνηση έβλεπε τα άσχημα αποτελέσματα στα φιλικά προετοιμασίας και ανησυχούσε για την τύχη της εθνικής ομάδας στα γήπεδα του Μεξικού.

Η κατάκτηση για τρίτη φορά του τροπαίου «Ζιλ Ριμέ» ήταν επιτακτική για την επιβεβαίωση του σλόγκαν του Μέντισι: «Βραζιλία, αγάπα την ή άφησέ την». Το αυξημένο ενδιαφέρον του για τα τεκταινόμενα στην ομάδα ήταν και προσωπικό, αφού ήθελε να βλέπει στην ενδεκάδα τον Νταρίο, τον επιθετικό της Ατλέτικο Μινέιρο που (φέρεται να) εξελίχθηκε σε τρίτο σκόρερ του βραζιλιάνικου ποδοσφαίρου, φτάνοντας κι αυτός τα 1.000 γκολ μαζί με τους Πελέ και Ρομάριο.

Ο Πελέ σε μία φωτογραφία σήμα κατατεθέν

Προσέλαβαν για προπονητή έναν δημοσιογράφο

«Ο στρατηγός ποτέ δεν με άκουσε όταν έφτιαχνε το υπουργικό συμβούλιο. Γιατί διάολε πρέπει να τον ακούσω εγώ τώρα;», απαντούσε ο προπονητής της Βραζιλίας, ο Ζοάο Σαλντάνια, ίσως ο αρνητικός πρωταγωνιστής εκείνης της περιόδου. Ο Σαλντάνια υπήρξε μέλος του παράνομου κομμουνιστικού κόμματος της χώρας (Partido Comunista do Brasil), ακτιβιστής και επικίνδυνος για το καθεστώς, επειδή ήταν αγαπητός στους φιλάθλους.

Η πρόσληψή του το 1969 ήταν ακατανόητη, αφού την προηγούμενη δεκαετία αποτελούσε κορυφαίο αρθρογράφο ποδοσφαίρου, ασκώντας σφοδρή κριτική στην εθνική ομάδα, σε παίκτες και προπονητές. Αγωνίστηκε στην Μποταφόγκο και το 1957, χωρίς πρότερες εμπειρίες, προσελήφθη ως τεχνικός από την ομάδα, κατακτώντας το πρωτάθλημα Καριόκα, ωστόσο παραιτήθηκε το 1959 κι έκτοτε δεν είχε ξαναεργαστεί ως προπονητής, μέχρι την κλήση της ομοσπονδίας.

Ο επικεφαλής της, Ζοάο Χάβελανζ, θεωρούσε ότι αφαιρώντας την πένα του Σαλντάνια από τον Τύπο κι έχοντας έναν δημοσιογράφο στο «τιμόνι» της εθνικής ομάδας, θα κατεύναζε τα πνεύματα στα ΜΜΕ, που έβλεπαν μία ομάδα έτοιμη να επαναλάβει το 1966 και όχι το 1958 ή το 1962.

«Στη Βραζιλία, όλοι θεωρούσαν ότι η ομάδα ήταν αστεία. Είχαμε υπονομευτεί τόσο που μερικοί πίστευαν ότι δεν θα προκρινόμασταν ούτε από τον 1ο γύρο», δήλωνε αργότερα στην «Equipe» ο Ριβελίνο, ένα ακόμα μεγάλο αστέρι της εποχής.

Ο Ζοάο Σαλντάνια

Ασκήσεις αστροναυτών από άνθρωπο της NASA

Η κοινή πεποίθηση ήταν πως οι Ευρωπαίοι είχαν προσπεράσει τη Βραζιλία, η οποία θεωρούσε ότι το «jogo bonito» ήταν αρκετό για την κατάκτηση της κορυφής. Η Αγγλία ήταν η πρωταθλήτρια κόσμου, Γερμανία και Ιταλία ανήκαν στα φαβορί και ακόμα κι η Ουρουγουάη προβαλλόταν ως πιο πιθανό να κατακτήσει το τρίτο «Ζιλ Ριμέ» της από τη «σελεσάο».

Άπαντες είχαν αποδεχθεί ότι η φυσική κατάσταση παίζει σημαντικό ρόλο στο ποδόσφαιρο και δεν εξαρτώνταν τα πάντα από την τεχνική κατάρτιση. Οι Ευρωπαίοι πια κατείχαν και τα δύο, οι Βραζιλιάνοι είχαν πλεόνασμα στο δεύτερο, αλλά έπρεπε να δουλέψουν στο πρώτο. Η ομοσπονδία εκπόνησε διετές σχέδιο προετοιμασίας ακριβώς γι’ αυτόν τον σκοπό. Οι διεθνείς άρχισαν να καλούνται περιοδικά σε συγκεντρώσεις της εθνικής, μία εκ των οποίων έλαβε χώρα στην Μπογκοτά της Κολομβίας, σε υψόμετρο 2.630 μέτρων. Για 20 ημέρες, οι παίκτες έκαναν προπόνηση σε ακραίες συνθήκες, με έλλειψη οξυγόνου, ώστε να βελτιώσουν τις φυσικές αντοχές τους.

Το αποκορύφωμα της προετοιμασίας έγινε στις 12 Φεβρουαρίου 1970, όταν συγκεντρώθηκαν σε προπονητικό κέντρο του Ρίο ντε Ζανέιρο και.. χώρισαν μόνο μετά από τον τελικό του Μουντιάλ! «Ήταν σαν να είσαι στη φυλακή», θυμάται ο Ριβελίνο. Οι προπονητές σχεδίασαν απαιτητικές προπονήσεις, οι αρμόδιοι καταμετρούσαν κάθε στοιχείο του ποδοσφαιριστή, τίποτα δεν αφηνόταν στην τύχη του. «Κάναμε κλινικές εξετάσεις σε όλους τους διεθνείς. Μετρούσαμε την ταχύτητα, τη χωρητικότητα των πνευμόνων, την εκρηκτικότητα, την αντοχή καθενός», εξηγούσε ο Κάρλος Αλμπέρτο Παρέιρα, που προτού κλείσει τα 30 και πολύ πριν αναλάβει τρεις φορές την εθνική Βραζιλίας και την οδηγήσει στην κατάκτηση του Μουντιάλ 1994, διετέλεσε μέλος εκείνου του προπονητικού επιτελείου.

Ο Ριβελίνο (αριστερά) με τον Ζέρσον (δεξιά)

Όταν έβγαιναν τα αποτελέσματα των εξετάσεων, οι προπονητές σχεδίαζαν προσωποποιημένο πρόγραμμα για κάθε παίκτη. Ο καθένας γνώριζε ακριβώς τις ασκήσεις που έπρεπε να κάνει, πότε να τις κάνει και σε τι ένταση. Δεκαεννέα εβδομάδες με απώτερο σκοπό την κλιμάκωση με τέτοιο τρόπο, ώστε οι παίκτες να φτάσουν στο μάξιμουμ των δυνατοτήτων τους τον Ιούνιο, στην πρεμιέρα του Μουντιάλ στη Γκουαδαλαχάρα κόντρα στην Τσεχοσλοβακία. Γι’ αυτόν τον λόγο, εξάλλου, έναν μήνα πριν από τη σέντρα, ταξίδεψαν στο Μεξικό, ώστε να εγκλιματιστούν στις συνθήκες της χώρας. «Ποτέ στην ιστορία μία εθνική ομάδα δεν ήταν τόσο καλά προετοιμασμένη όσο η Βραζιλία του 1970», προσθέτει ο Παρέιρα.

Αρκετές ασκήσεις, μάλιστα, προέρχονταν από προπονητικές τεχνικές που δεν είχαν προηγούμενο στη Νότια Αμερική, αφού τις έκαναν αποκλειστικά οι Αμερικανοί αστροναύτες που επρόκειτο να ταξιδέψουν στη Σελήνη. Υπεύθυνος γι’ αυτές ήταν ο Κλάουντιο Κοουτίνιο, μετέπειτα ομοσπονδιακός τεχνικός της Βραζιλίας, ο οποίος ήταν απόφοιτος της στρατιωτικής σχολής φυσικής αγωγής και το 1968 προσκλήθηκε προσωπικά στη NASA από τον εφευρέτη του τεστ Κούπερ (τεστ φυσικής κατάστασης), Κένεθ Κούπερ. Δύο χρόνια μετά επέστρεψε στη Βραζιλία, όπου προσελήφθη ως υπεύθυνος φυσικής κατάστασης της εθνικής ομάδας, σχεδιάζοντας το πρόγραμμα εκγύμνασης που περιελάμβανε τις μεθόδους του Κούπερ.

 

Ο Σαλντάνια έβγαλε… τυφλό τον Πελέ

Σε αγωνιστικό επίπεδο, όμως, η προετοιμασία δεν εξελισσόταν το ίδιο καλά. Ο Σαλντάνια δεχόταν έντονη κριτική για τις εμφανίσεις της ομάδας στα φιλικά το 1970, παρότι έναν χρόνο νωρίτερα είχε κερδίσει και τα έξι επίσημα παιχνίδια.

Οι επιλογές του ήταν αμφιλεγόμενες, αφού παραγκώνισε τον Ριβελίνο, απώλεσε τον Τοστάο λόγω αποκόλλησης αμφιβληστροειδούς, με το αστέρι της Κορίνθιανς να υποβάλλεται σε δύο επεμβάσεις στο Χιούστον, με κίνδυνο να χάσει την όρασή του, και -κυρίως- ήταν στα «μαχαίρια» με τον Πελέ.

Το «μαύρο διαμάντι» είχε επιστρέψει στην εθνική ομάδα μετά από δύο χρόνια απουσίας για να βοηθήσει στον πατριωτικό στόχο της επιστροφής στην κορυφή, ωστόσο είχε κάκιστες σχέσεις με τον νέο προπονητή της «σελεσάο».

Αυτές έφτασαν στο ναδίρ όταν μετά από φιλική ήττα από την Αργεντινή, ο εξοργισμένος Σαλντάνια άρχισε να ισχυρίζεται ότι ο Πελέ έχει πρόβλημα όρασης, βλέπει μόνο σε κοντινή απόσταση και σύντομα θα εγκαταλείψει το ποδόσφαιρο.

Αργότερα έγινε γνωστό ότι το σουτ πίσω από τη σέντρα που δοκίμασε απέναντι στην Τσεχοσλοβακία και που πέρασε ακριβώς δίπλα από το δοκάρι του Ίβο Βίκτορ ήταν η απάντηση του Πελέ σε αυτούς τους ισχυρισμούς του Σαλντάνια.

 

Συνωμοσία εναντίον του κομμουνιστή Σαλντάνια

Το καθεστώς δεν μπορούσε να επιτρέψει να καθοδηγήσει τη χώρα στο Παγκόσμιο Κύπελλο ο κομμουνιστής Σαλντάνια. Ο Τύπος είχε κάνει το χρέος του, ασκώντας του αυστηρή κριτική σχεδόν όσο σε κανέναν άλλον ομοσπονδιακό τεχνικό του παρελθόντος και η ενορχηστρωμένη προσπάθεια απομάκρυνσής του βρισκόταν σε εξέλιξη λίγους μήνες πριν από το Μουντιάλ. Επιστρατεύτηκαν ακόμα και «διπλοί πράκτορες», στο προπονητικό επιτελείο του, όπως ο Κοουτίνιο, ο οποίος ούτως ή άλλως ήταν στρατιωτικός και ανέκαθεν λογοδοτούσε πρώτα στις δυνάμεις τις πατρίδας του.

Την ήττα 0-2 από την Αργεντινή στο φιλικό της 4ης Μαρτίου στο Πόρτο Αλέγκρε διαδέχθηκε μία νίκη με 2-1 επί του ίδιου αντιπάλου τέσσερις ημέρες αργότερα μπροστά σε 100.000 ζευγάρια μάτια στο «Μαρακανά», ωστόσο στις 14 Μαρτίου ήρθε η καταστροφή. Η Βραζιλία αντιμετώπισε την Μπανγκού, σύλλογο του Ρίο ντε Ζανέιρο, σε ανεπίσημο φιλικό, προπονητικού χαρακτήρα. Η απόδοση της «σελεσάο» ήταν κάκιστη και το παιχνίδι ήρθε ισόπαλο 1-1, παρότι στην ενδεκάδα υπήρχαν παίκτες όπως ο Κάρλος Αλμπέρτο, ο Κλοντοάλντο, ο Ριβελίνο, ο Ζαϊρζίνιο, ο Καζού και φυσικά ο Πελέ.

Η αφορμή που επιζητούσε το καθεστώς βρέθηκε. Παρά τις αντιρρήσεις όλων των ποδοσφαιριστών, πλην του Πελέ, λήφθηκε η απόφαση αποπομπής του Σαλντάνια τρεις ημέρες μετά από την ισοπαλία και περίπου 3,5 μήνες πριν από το Μουντιάλ. Η συνωμοσία εναντίον του είχε πετύχει στον στόχο της και ο αντικαταστάτης του είχε βρεθεί ήδη.

Ο Μάριο Ζαγκάλο

Οι τρεις ποδοσφαιριστές που έκαναν κουμάντο

Ο Μάριο Ζαγκάλο, ο «λύκος» όπως ήταν το παρατσούκλι του, αποτελούσε μία από τις πιο σεβάσμιες μορφές στο ποδόσφαιρο της χώρας. Παρών στις κατακτήσεις του 1958 και του 1962, εξαιρετικός ποδοσφαιριστής, αλλά χάθηκε στη σκιά των Πελέ, Γκαρίντσα και Ντιντί, είχε αναλάβει την εθνική μεταξύ 1967 και 1968 και επέστρεφε με στόχο να εξομαλύνει την κατάσταση.

Ο Ζαγκάλο έκανε όλα τα σωστά βήματα. Δεν υιοθέτησε πολιτικό λόγο και έδωσε τα «κλειδιά» των αποδυτηρίων στους ποδοσφαιριστές. Οι Πελέ, Κάρλος Αλμπέρτο και Ζέρσον τα παρέλαβαν και ήταν οι «κόμπρες» κατά τον γυμναστή Αμέρικο, το γκρουπ παικτών που «διοικούσε» την εθνική ομάδα, υπό την άδεια του Ζαγκάλο. Μάθαιναν τα προβλήματα των συμπαικτών τους και έκαναν τα πάντα για να τα λύσουν.

Μία από τις πρώτες ημέρες της εποχής Ζαγκάλο, η τριπλέτα προσέγγισε τον προπονητή και του ζήτησε μία συνάντηση με όλους τους παίκτες, παρουσία του. Ο Ζαγκάλο συμφώνησε και κάθισε στο πίσω μέρος, παρακολουθώντας τη σκηνή. Οι τρεις ποδοσφαιριστές άρχισαν μία φιλοσοφική ομιλία για το ποδόσφαιρο και την ύπαρξη τριών αγωνιστικών στιλ. Το πρώτο ήταν το ποδόσφαιρο της δύναμης, που θα χρησιμοποιούσαν Ευρωπαίοι όπως οι Άγγλοι και οι Γερμανοί. Το δεύτερο ήταν το ποδόσφαιρο των αποτελεσμάτων, που ήταν σήμα κατατεθέν της Ιταλίας. Το τρίτο ήταν το ποδόσφαιρο της τέχνης, που ήταν αυτό που θα χρησιμοποιούσε η Βραζιλία, υπό την επίβλεψη του Κοουτίνιο, όσον αφορά στο κομμάτι της φυσικής κατάστασης, δημιουργώντας το τέλειο μείγμα.

«Μόνο αν σπάσει το πόδι ο Πελέ θα το χάσουμε»

Σε τακτικό επίπεδο, ο Ζαγκάλο επανέφερε άμεσα τον Ριβελίνο και το μαγικό αριστερό πόδι του στην ενδεκάδα, απέφυγε να βγάζει από αυτήν τον Ζέρσον, το «αριστερό από χρυσό» όπως ήταν το παρατσούκλι του, με την ικανότητα να βρίσκει παίκτη με κλειστά μάτια είτε βρίσκεται στα τρία μέτρα είτε στα σαράντα, ενώ ο Πελέ και ο απίστευτος ντριμπλέρ Ζαϊρζίνιο ήταν ήδη αναντικατάστατοι.

Για την επίθεση, αρχικά προτίμησε τον Ρομπέρτο Μιράντα, τον οποίο είχε και στην Μποταφόγκο, ενώ μετά από τα πρώτα τρία φιλικά, δοκίμασε και τον Νταρίο σε ρόλο σέντερ φορ. Έδωσε φανέλα βασικού και στον Πάουλο Σέζαρ Καζού, ένα εκπληκτικό «δεκάρι» της Μποταφόγκο, που όμως δεν χωρούσε στην ενδεκάδα του Μουντιάλ και το όνομά του «χάθηκε» σε σχέση με τους υπολοίπους αστέρες εκείνης της ομάδας.

Οι δοκιμές και οι πειραματισμοί έλαβαν τέλος απότομα στις 26 Απριλίου 1970. Η Βραζιλία υποδέχθηκε στο «Μορουμπί» τη Βουλγαρία για επίσημο φιλικό προετοιμασίας, με τον Ζαγκάλο να κρατάει στον πάγκο τον Πελέ, αφού ο Τοστάο επέστρεψε μετά από τις επεμβάσεις στο μάτι και ο τεχνικός της «σελεσάο» ήθελε να δει εάν μπορεί να παίξει τον ρόλο του αναπληρωματικού του Πελέ, σε περίπτωση που προέκυπτε κάποιος τραυματισμός του τελευταίου, όπως συνέβη στα προηγούμενα δύο Μουντιάλ.

Μάλιστα, με τις φανέλες της ενδεκάδας εκείνη την εποχή να παίρνουν αυστηρά αριθμό από το 1 μέχρι το 11, ο Τοστάο πήρε το 10 και ο Πελέ αναγκάστηκε να καθίσει στον πάγκο και να μπει αλλαγή στο 2ο ημίχρονο φορώντας το νούμερο 13!

Η εικόνα της Βραζιλίας ήταν πολύ κακή και το τελικό 0-0 προκάλεσε γενικευμένη αναστάτωση στη χώρα. Ο Τύπος ξεσπάθωσε εναντίον των ποδοσφαιριστών για την έλλειψη ευκαιριών, για την αποτυχία να σκοράρουν, για το αργό τέμπο και για την απουσία ηγετών στον αγωνιστικό χώρο. Ο Ζέρσον, ένας από τους πλέον δακτυλοδεικτούμενους ποδοσφαιριστές της εποχής, απάντησε με έντονο ύφος: «Αυτό το Παγκόσμιο Κύπελλο θα το κατακτήσει η Βραζιλία. Ο μοναδικός τρόπος να μην το πάρουμε είναι να σπάσει το πόδι του ο Πελέ, το χέρι του ο Τοστάο, το κεφάλι του ο Ριβελίνο ή το γόνατό μου εγώ. Υπάρχουν πολλοί δημοσιογράφοι που θέλουν να αποτύχουμε, αλλά αυτό μας δίνει ακόμα μεγαλύτερο κίνητρο».

 

Η ενδεκάδα φτιάχτηκε στο δωμάτιο του Πελέ

Η αντεπίθεση ουσιαστικά άρχισε από το ξενοδοχείο «Das Palmeiras» του Ρίο ντε Ζανέιρο, στο δωμάτιο του Πελέ. Εκεί, ο ηγέτης της Σάντος συναντήθηκε με τον Ζέρσον, τον Τοστάο, τον Ριβελίνο και τον 20χρονο Κλοντοάλντο, μία πολύ δυναμική προσωπικότητα στις τάξεις της ομάδας. Μετά από αρκετές ώρες, οι πέντε ποδοσφαιριστές ουσιαστικά κατέληξαν στην ενδεκάδα που θα έπρεπε να παραταχθεί στα επόμενα φιλικά και στο Μουντιάλ. Μία ενδεκάδα που θα περιελάμβανε όλα τα αστέρια της αποστολής, με τον Ζαγκάλο να βρίσκει τρόπο να τα χωρέσει. Και τα κατάφερε…

«Όλοι οι δημοσιογράφοι ήταν ανυπόμονοι να μάθουν πόσοι επιθετικογενείς ποδοσφαιριστές θα βρίσκονταν μαζί στην ενδεκάδα», θυμάται ο Πελέ. Ο Ζαγκάλο έδωσε τη λύση στις 17 Μαΐου, στο Μεξικό, όπου η Βραζιλία αντιμετώπισε την τοπική Λεόν του θρυλικού τερματοφύλακα των πέντε Μουντιάλ, Αντόνιο Καρμπαχάλ. Η «σελεσάο» νίκησε με 5-2, ωστόσο σημασία έχει ότι για πρώτη φορά στην ιστορία, η βασική ενδεκάδα της Βραζιλίας περιελάμβανε πέντε «δεκάρια». Το «δεκάρι» της Σάο Πάουλο, Ζέρσον, το «δεκάρι» της Κορίνθιανς, Ριβελίνο, το «δεκάρι» της Κρουζέιρο, Τοστάο», το «δεκάρι» της Μποταφόγκο, Ζαϊρζίνιο, και φυσικά το «δεκάρι» της Σάντος, Πελέ, όλοι τους βρέθηκαν για πρώτη φορά στην ίδια ενδεκάδα από το 1ο λεπτό ενός αγώνα.

Ο καθένας φυσικά κατείχε διαφορετικά χαρακτηριστικά, όμως όλοι τους ήταν εν δυνάμει ήταν «δεκάρια» της εθνικής Βραζιλίας και θα μπορούσαν να καταλάβουν αυτήν τη θέση σε οποιαδήποτε χρονικό σημείο στη διάρκεια ενός αγώνα. Όπως αποδείχθηκε, δεν το έπραξε κανείς! Τα σχέδια του Ζαγκάλο ήταν διαφορετικά…

Η «Βραζιλία των πέντε δεκαριών»

Στο 4-2-4 που χρησιμοποίησε ο Ζαγκάλο, γνωρίζοντας επιτυχία με αυτό το σύστημα ως παίκτης στο Μουντιάλ του 1962, ο Φέλιξ θα βρισκόταν στο τέρμα. Ο αρχηγός Κάρλος Αλμπέρτο θα έπαιζε δεξιά με εντολή να εφορμά στην επίθεση με κάθε ευκαιρία. Ο Μπρίτο ήταν το ένα στόπερ της πρώτης εθνικής ομάδας που έπαιξε με τετράδα στην άμυνα σε Παγκόσμιο Κύπελλο, κατόπιν… οδηγίας του Ούγγρου Μπέλα Γκούτμαν, πριν από το Μουντιάλ του 1958.

Το δεύτερο στόπερ ήταν ένας… αμυντικός μέσος, ο Πιάζα, ο οποίος πείστηκε από τον Ζαγκάλο να οπισθοχωρήσει στο κέντρο της άμυνας, ώστε να μπορεί να αρχίζει τις επιθέσεις από πίσω. Αριστερά βρισκόταν ο Εβεράλντο, ο μοναδικός βασικός παίκτης του 1970 που δεν αγωνίστηκε σε εκείνο το φιλικό με τη Λεόν και ο μπακ που είχε οδηγία να μένει πίσω στην άμυνα, όταν έφευγε μπροστά ο Κάρλος Αλμπέρτο από την άλλη πτέρυγα.

Η «ασπίδα» όλων αυτών ήταν ο Κλοντοάλντο, ένας ποδοσφαιριστής που κάλλιστα θα μπορούσε να αγωνιστεί και ως οργανωτής σε οποιαδήποτε άλλη ομάδα πλην της Βραζιλίας. Διότι μπροστά από αυτόν, υπήρχαν πέντε οργανωτές. Ο πιο κοντινός του ήταν ο Ζέρσον, ο οποίος ουσιαστικά ήταν το «οκτάρι» χωρίς κίνηση στην ομάδα, καθότι αρκετά αργός. Αυτό το μειονέκτημα το αναπλήρωνε με τη φανταστική δυνατότητά του να τροφοδοτεί συμπαίκτες με οποιονδήποτε τρόπο και σε οποιαδήποτε απόσταση, χτίζοντας φάσεις στο μυαλό του προτού αυτές εκτυλιχθούν στην πραγματικότητα.

Στα αριστερά του 4-2-4 τοποθετήθηκε ο Ριβελίνο, ένας «μάγος» της μπάλας με φονικό πόδι και ένας από τους καλύτερους εκτελεστές στημένων στην ιστορία με το αριστερό, ο οποίος δεν αγωνιζόταν ως κλασικός εξτρέμ, αλλά προτιμούσε να συγκλίνει στην περιοχή και να σχηματίζει πανίσχυρο άξονα με Κλοντοάλντο και Ζέρσον. Στα δεξιά, αντιθέτως, ο καταιγιστικός Ζαϊρζίνιο άφηνε τον αρχικό χώρο του, εκεί όπου συνήθως έφτανε ο Κάρλος Αλμπέρτο με τις κούρσες του, και έπαιζε περισσότερο ως εξτρέμ και «εννιάρι».

Ανάμεσα στους δύο ακραίους του συστήματος, υπήρχε ο Πελέ. Ο ηγέτης εκείνης της εθνικής ομάδας είχε ό,τι πλησιέστερο σε ρόλο «δεκαριού» υπήρχε σε εκείνη τη «σελεσάο», αφού δεν ήταν «φουνταριστός» και ουσιαστικά ήταν εκείνος που επωμιζόταν την ανάγκη της κάλυψης του χώρου στον άξονα που δεν μπορούσε να καλύψει ο αργός Ζέρσον. Μετέφερε την μπάλα αρκετά συχνά από τη μεσαία γραμμή μέχρι έξω από την περιοχή, είτε για να παίξει το 1-2 με κάποιον συμπαίκτη του είτε για να βρει κάποιον Βραζιλιάνο που έκανε κίνηση είτε για να κάνει ντρίμπλες, να αποφύγει τους αντιπάλους και να τελειώσει μόνος του τη φάση.

 

 

Ο Τοστάο εν δράσει

Ο Τοστάο ήταν ο πιο προωθημένος ποδοσφαιριστής της ενδεκάδας στα χαρτιά, αλλά δεν λειτουργούσε έτσι στην πράξη. Ουσιαστικά, προτιμήθηκε από τους κλασικούς φορ που είχε στη διάθεσή του ο Ζαγκάλο, ώστε να αλλάζει θέσεις με τον Πελέ και να προσελκύει τα αντίπαλα στόπερ κοντά του, αδειάζοντας χώρο είτε για το «μαύρο διαμάντι» είτε για τον Ζαϊρζίνιο που εφορμούσε από δεξιά. Ο ρόλος του ήταν ουσιαστικά ενός «ψευδοεννιαριού», αντίστοιχου με εκείνον του Νάντορ Χιντεγκούτι που οδήγησε στην εποποιία της Ουγγαρίας μέσα στο «Γουέμπλεϊ» απέναντι στην Αγγλία το 1953.

 

Η κορυφαία Βραζιλία όλων των εποχών

Πέντε «δεκάρια» τα οποία χώρεσαν στην ίδια ενδεκάδα, πέντε ποδοσφαιριστές που «ζυμώθηκαν» από εκείνο το φιλικό στο Λεόν και που μετά από δύο εβδομάδες παρατάχθηκαν μαζί στον αγωνιστικό χώρο του «Χαλίσκο» στην Γκουαδαλαχάρα. Παρότι βρέθηκαν πίσω στο σκορ στο 10′ από το γκολ του Λάντισλαβ Πέτρας, οι Ριβελίνο, Πελέ και δύο φορές ο Ζαϊρζίνιο σκόραραν κι οδήγησαν στην ανατροπή και στη νίκη 4-1 επί της Τσεχοσλοβακίας στην πρεμιέρα. Ο Ζέρσον μπορεί να τραυματίστηκε και να επέστρεψε στα προημιτελικά, ωστόσο η Βραζιλία είχε υποτάξει ήδη την Αγγλία με τον Ζαϊρζίνιο ξανά σκόρερ στο 1-0 και τη μαχητική Ρουμανία με 3-2 (δύο γκολ ο Πελέ, ένα ο Ζαϊρζίνιο).

Ο Ζαϊρζίνιο μετά από γκολ απέναντι στην Ιταλία

Στα προημιτελικά, το Περού του Τεόφιλο Κουμπίγιας δεν προέβαλε μεγάλη αντίσταση και η Βραζιλία νίκησε με 4-2 χάρη σε δύο τέρματα του Τοστάο και από ένα του Ριβελίνο και του Ζαϊρζίνιο, ενώ στα ημιτελικά, η μεγάλη μάχη με την Ουρουγουάη βρήκε ξανά νικήτρια τη «σελεσάο», με 3-1, χάρη στα τέρματα των Κλοντοάλντο, Ζαϊρζίνιο και Ριβελίνο.

Στον τελικό απέναντι στην Ιταλία, η ισοφάριση του Ρομπέρτο Μπονισένια στο γκολ του Πελέ δεν ήταν δυνατόν να σταματήσει τη βραζιλιάνικη μηχανή.

Ο Ζέρσον έκανε το 2-1 στο 65′, ο Ζαϊρζίνιο έγινε ο μοναδικός ποδοσφαιριστής στην ιστορία των Μουντιάλ που σκοράρει σε όλα τα παιχνίδια μιας διοργάνωσης και ο Κάρλος Αλμπέρτο στο 85′, σε μία από τις επελάσεις του, σημείωσε εκείνο το ιστορικό γκολ που τον… άκουσε ο Πελέ και στο τέλος σήκωσε πρώτος το τρόπαιο.

Πηγή:Sport-retro.gr

BET ON ALFA: Παίξε online και πάρε Bonus 100% με την πρώτη κατάθεση μέχρι 100 Ευρώ