Mια Ελληνίδα στη «Μέκκα» του αθλητισμού
The Expert

Mια Ελληνίδα στη «Μέκκα» του αθλητισμού

Στα 29 της διδάσκει στο κορυφαίο βρετανικό Πανεπιστήμιο για θέματα αθλητισμού. Για δεύτερη σερί χρονιά το Πανεπιστήμιο του Λάφμπορο αναδείχθηκε από τους Times κορυφαίο στη Βρετανία για θέματα αθλητισμού. Η επιλογή δεν εξέπληξε κανέναν. Στις άρτιες εγκαταστάσεις του έκαναν Ολυμπιακή προετοιμασία αρκετοί αθλητές πριν ταξιδέψουν Βραζιλία. Εκείνοι που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο σχετίστηκαν με το Πανεπιστήμιο έφεραν από το Ρίο 42 μετάλλια. Στους Αγώνες του Λονδίνου, τα μετάλλια έφτασαν τα 90. Παράλληλα, το ερευνητικό του έργο διακρίνεται όσον αφορά την επιστήμη του αθλητισμού, καθώς και άλλους τομείς που σχετίζονται με τα sport.

Σε έναν από αυτούς ξεχωρίζει και μια Ελληνίδα. Η Ελισάβετ Αργυρώ Μανώλη είναι 29 ετών, ωστόσο έχει ήδη προλάβει να εργαστεί στην ΑΕΚ, τη Μίντλεσμπρο και να πάρει θέση λέκτορα στο Λάφμπορο! Κι όλα αυτά σχεδόν… τυχαία, όταν έμαθε για μια υποτροφία της Ένωσης, στην παρουσίαση της οποίας πήγε κυρίως για να δει τον Ντέμη Νικολαΐδη, ο οποίος τελικά δεν έδωσε καν το «παρών». Εκείνη ωστόσο συμπλήρωσε την αίτηση, πήρε την υποτροφία και μπήκε για τα καλά σε έναν διαφορετικό δρόμο από εκείνον που φανταζόταν.

Oλοκλήρωσε το διδακτορικό της στο Πανεπιστήμιο του Teesside και στο Λάφμπορο διδάσκει αθλητικό μάρκετινγκ και επικοινωνία, ενώ ερευνά και ζητήματα που σχετίζονται με τη διαφθορά στην Ελλάδα. Τελευταία, στο πλαίσιο ερευνητικής δραστηριότητας, πέρασε χρόνο με όλα τα τμήματα μάρκετινγκ των ομάδων που τα τελευταία πέντε χρόνια έχουν περάσει από την Premier League. Η τριβή της με τον τρόπο που δουλεύουν οι αγγλικοί σύλλογοι και το πως διαχειρίζονται τη σχέση τους με την κοινωνία την καθιστά ιδανική για να εξηγήσει τι λείπει από την Ελλάδα και σε ποιες κατευθύνσεις θα έπρεπε να δουλέψει το ποδόσφαιρο και ο αθλητισμός γενικότερα.

Το gazzetta.gr τη συνάντησε στις εγκαταστάσεις του αγγλικού Πανεπιστημίου για μια σχετική κουβέντα, μακριά από… ξύλινους λόγους και επιτηδευμένες εκφράσεις.

Σε τι επίπεδα κινείται τη αθλητικό μάρκετινγκ στην Ελλάδα;

«Έχει πάρα πολλά προβλήματα. Για να κάνεις ένα πλάνο μάρκετινγκ, μια στρατηγική, να το βάλεις κάτω και να λειτουργήσει σε πορεία πενταετή, πρέπει να έχεις κάποια χρήματα από πίσω, μια σιγουριά ότι θα έχεις τα ίδια αποτελέσματα. Καθώς και μια βεβαιότητα ότι θα έχεις τα ίδια άτομα μέσα στην εταιρεία. Στην Ελλάδα δυστυχώς δεν υπάρχει η υποστήριξη γι’ αυτή τη μακροχρόνια διαδικασία. Χρειάζεται να βγάζουμε σχέδια, να φτιάχνουμε ανά τμήμα τη στρατηγική μας και μετά τα βάζουμε σε μια σειρά που να βγάζει νόημα. Δυστυχώς λειτουργούμε πάρα πολύ με το “ok, έχουμε αυτούς τους αγώνες μπροστά μας, να δούμε πως θα τα πάμε και ανάλογα πράττουμε”».

Γιατί επικεντρώθηκες στο ακαδημαϊκό κομμάτι, αφήνοντας τη δουλειά στις ομάδες; Ήταν κάτι που πάντα σκεφτόσουν;

«Οτι το είχα στο μυαλό μου, το είχα, ανέκαθεν. Αλλά δεν νομίζω ότι υπήρξε κάτι συγκεκριμένο. Μ’ αρέσει ότι έχω τα Σαββατοκύριακα δικά μου, μπορώ να βλέπω όποια ομάδα θέλω και δεν χρειάζεται να είμαι στο γήπεδο. Δεν ξέρω για ποιο λόγο. Μου λείπει το χορτάρι, αλλά όχι τόσο πολύ ώστε να θέλω να αφήσω αυτό. Είναι ωραία η ζωή του ακαδημαϊκού!».

Είχες τρέλα με το ποδόσφαιρο από μικρή; 

«Είχα τον μπαμπά μου να με πηγαίνει στο γήπεδο όπως όλοι, αλλά δεν είχα τόσο πολλή… λόξα. Ήταν η υποτροφία της ΑΕΚ που με έκανε να το κοιτάξω. Δεν είχα ιδέα ποιοι δουλεύουν και τι κάνουν στις ομάδες πριν την υποτροφία. Δεν υπήρχε καν η πιθανότητα να δουλέψω στο ποδόσφαιρο. Λογιστική-Χρηματοοικονομική σπούδασα, πίστευα θα δουλέψω σε κάποια τράπεζα. Μου άρεσε. Ήταν μια τελείως διαφορετική προοπτική, όμως αυτό που λέω συνήθως είναι ότι δεν έχω ξανακοιτάξει πισω, δεν έχω ξανασκεφτεί να ασχοληθώ με κάτι άλλο πέραν του αθλητισμού».

Έχεις εμπειρία από ένα top club στην Ελλάδα και μια ομάδα στην Αγγλία. Θεωρείς πως στη χώρα μας δεν υπάρχει εμπιστοσύνη από τους συλλόγους σε ανθρώπους που έχουν εκπαιδευτεί στη διοίκηση του αθλητισμού;

«Αυτό γίνεται και στην Αγγλία, γίνεται παντού. Παντού εμπιστευόμαστε αυτούς που ξέρουμε. Στη Μίντλεσμπρο εγώ δεν πήγα επειδή έκανα κάποια αίτηση, πήγα επειδή όταν ξεκίνησα στο Πανεπιστήμιο του Tyside το διδακτορικό μου ο υπεύθυνος του εμπορικού της ομάδας με ήξερε και μου έστειλε “χρειαζόμαστε βοήθεια, έρχεσαι;”. Ποτέ δεν ανακοινώθηκε κάποια θέση. Άρα σε γενικές γραμμές το ίδιο ισχύει παντού.  Με ήξεραν μέσω του industry. Αυτό που είδα όμως είναι ότι ενώ η μία βιομηχανία στην Αγγλία είναι επαγγελματική εδώ και δεκαετίες, στην Ελλάδα δεν έχουμε αυτή την πορεία. Είναι λίγες ουσιαστικά οι μεγάλες, επαγγελματικές ΠΑΕ που μπορούν και έχουν ένα πλάνο. Οι υπόλοιπες ανεβαίνουν κατηγορία, προσπαθούν και δεν ξέρουν που θα πάει. Από την άλλη, δεν έχουμε τόσους πολλούς που να είναι καλά εκπαιδευμένοι στην Ελλάδα. Θεωρώ ότι η γενιά εξελίσσεται τώρα, τα τελευταία 5 χρόνια υπάρχουν πολλά άτομα που το σπουδάζουν. Δεν έχουμε το συνήθειο γενικά στην Ελλάδα να διαφημίζουμε πολλές δουλειές, να ακολουθούμε την τυπική πορεία που σε χώρες όπως η Αγγλία, είναι η μόνη πορεία. Δεν νομίζω ότι υπάρχει θέμα φόβου ή εμπιστοσύνης. Αυτό που βλέπω είναι ότι στην Ελλάδα εκτιμούν περισσότερο την προϋπηρεσία από τα πτυχία. Το έχουμε σε άλλους τομείς. Θυμάμαι παλιά έλεγαν “θέλω λογιστή ΑΣΟΕΕ”, κάτι το οποίο δεν το έχουμε στο ποδόσφαιρο ακόμα. Υπάρχουν εδώ και χρόνια άτομα με πτυχία, που είχαν φύγει εξωτερικό για παράδειγμα. Υπάρχει επίσης το Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου, το οποίο έχει αθλητικό μάνατζμεντ και έμαθα ότι και στα Τρίκαλα υπάρχει επίσης κάτι αντίστοιχο».

Ακόμα κι αυτά τα τελευταία χρόνια όμως που ανέφερες υπάρχουν άτομα που θεωρούν ότι βρίσκουν έναν τοίχο όποτε προσπαθούν να δουλέψουν σε συλλόγους ή ομοσπονδίες…

«Είναι πολύ δύσκολο, ίσως επειδή δεν έχουμε και πολλές θέσεις. Επίσης δεν έχουμε τα χρήματα. Εάν κάποια στιγμή ερχόταν ένα πακέτο όπως έγινε στην Αγγλία μετά τους Ολυμπιακούς, με τη λογική  “πάρε αυτά τα λεφτά και φτιάξε αυτά τα αθλήματα”, ότι το κάθε άθλημα θα πάρει τόσα χρήματα, το οποίο πρέπει να δοθεί σε grasroots και συγκεκριμένες περιοχές. Αυτό χρειάζεται οργάνωση, άρα και κόσμο από πίσω. Στην Ελλάδα και να προσλάβουν τον κόσμο δεν υπάρχει δυνατότητα να τον απορροφήσουν».

Είναι το grassroots development, η ανάπτυξη δηλαδή από τη βάση, ένας τρόπος για να στρώσει κάπως το ποδόσφαιρο.

«Ναι. Για να στρώσει τον αθλητισμό γενικά, όχι μόνο το ποδόσφαιρο. Βλέπεις τι έκανε η Αγγλία. Από τους Ολυμπιακούς του 2012 μέχρι τους ολυμπιακούς του Ρίο. Επειδή έβαλαν λεφτά είναι η μόνη χώρα ιστορικά που σε Ολυμπιακούς μετά από αυτούς που διοργάνωσε η ίδια, κατάφερε να πάρει τόσα μετάλλια. Δεν έχει ξαναγίνει ποτέ τέτοιο ποσοστό επιτυχίας. Συνέβη καθαρά και μόνο επειδή τα χρήματα δόθηκαν σωστά, κοίταξαν τις μετρήσεις, τι δουλεύει και τι δεν δουλεύει, έδωσαν χρήματα σε αθλήματα που δεν έχουν άλλη υποστήριξη. Άρα δεν είχε νόημα να δώσουν χρήματα στο ποδόσφαιρο, από τη στιγμή που υπάρχουν τα τηλεοπτικά που δίνει η Πρέμιερ Λιγκ. Έχουμε πολύ καλή υποδομή στην Ελλάδα; Μάλλον όχι. Το είδαμε κιόλας σε όλες τις δηλώσεις των αθλητών μετά τους Ολυμπιακούς, δεν υπάρχει υποδομή σε τίποτα. Ό,τι υπάρχει γίνεται καθαρά από τους  αθλητές, τους γονείς των αθλητών, τον προπονητή του τάδε αθλήματος που δυστυχώς δεν πληρώνεται. Στην Αγγλία έχουν υποστήριξη». 

Είναι και θέμα κουλτούρας η διαφορετική αντιμετώπιση του αθλητισμού;

«Είναι κουλτούρα, αλλά με άλλη λογική. Για παράδειγμα, το ποδόσφαιρο εδώ είναι το άθλημα των φτωχών. Η κουλτούρα τους είναι περισσότερο το ράγκμπι, η αλλαγή έχει γίνει τα τελευταία χρόνια. Το ποδόσφαιρο ήταν τρόπος ζωής. Ήταν κοντά στα λαϊκά στρώματα. Ο πρόεδρος της Μπέρνλι πριν από χρόνια όταν ήμουν φοιτήτρια και είχαμε πάει tour εκεί, μας είχε πει “μην ξεχνάτε πως ο αγώνας είναι ίσως η μοναδική ευκαιρία που έχει ο πατέρας για να αγκαλιάσει το γιο του”. Εδώ είναι μέρος της ταυτότητάς τους σε  συγκεκριμένα στρώματα. Είναι επίσης σημαντικό -και εμείς δεν το έχουμε τόσο πολύ- η υποστήριξη που δίνουν στην τοπική ομάδα. Η Λέστερ πέρυσι είχε μια υπέροχη χρονιά και έβλεπες παντού, και στην πόλη εδώ, μπλε αφίσα σε κάθε παράθυρο. Η Μπόρο τη χρονιά που έπαιξε Γουέμπλεϊ με Νόριτς, όπου πήγαινες στην πόλη υπήρχε το UTB, up the Boro. Παντού. Έχουν αυτή την υποστήριξη, ακόμα και άτομα που δεν τους ενδιαφέρει. Αυτό είναι μέρος της ταυτότητάς τους».

Στο Μίντλεσμπρο που έζησες υπάρχει και ένα ιδιαίτερο δέσιμο με την τοπική κοινωνία, είδαμε για παράδειγμα την υποστήριξη του κόσμου στον αγώνα των μεταλλωρύχων…

«Ναι, αλλά το έχουν και σε άλλες πόλεις. Βολεύει το ότι είναι η μόνη ομάδα στην πόλη, το ότι έχει το όνομα της. Έχουν πολλά κοινά στοιχεία. Πριν από δύο χρόνια περίπου είχαμε τρέξει ένα event το οποίο το λέγαμε spirit of Teesside. Ήταν Τρίτη βράδυ και επειδή κάναμε το event, φέραμε 24.000 κόσμο σε αγώνα που δεν… άξιζε. Σαν γεγονός πόσα εισιτήρια να κόψεις Tρίτη βράδυ, όταν βρέχει, κάνει κρύο κτλπ; Υποστηρίζουν την ομάδα, έχουν αυτό το θέμα τιμής. Πάει καλά η ομάδα, πάει καλά η πόλη. Είναι ένα κοινωνικοπολιτικό φαινόμενο το ποδόσφαιρο».

Είναι πολύ διαδεδομένα στην Αγγλία τα ιδρύματα και τα trust, που βρίσκονται έτσι κοντά στην τοπική κοινωνία…

«Τα Trust στην Αγγλία είναι διαφορετικές εταιρείες. Αυτό γίνεται για να μην υπάρχει εμπλοκή με τους χορηγούς. Το πρόβλημα του να έχεις μια ξεχωριστή εταιρεία είναι ότι πρέπει ουσιαστικά να υπάρχει έλεγχος στα πάντα. Ό,τι χρήματα μπαίνουν και βγαίνουν πρέπει να ελέγχονται. Από την άλλη, αυτό βολεύει γιατί γίνεται ξεκάθαρη δουλειά. Αλλά έχεις πολύ περισσότερες πιέσεις. Δεν υφίσταται trust που δεν κάνει… 150 δράσεις ανά πάσα στιγμή. Είχε κάνει πολλή δουλειά στη Μίντλεσμπρο, για παράδειγμα, με τους ντόπιους. Σαν περιοχή δεν είναι η πιο όμορφη της Αγγλίας, ούτε η πιο εύπορη. Έχει πολλή ανεργία, εργοστάσια που έχουν κλείσει , παιδιά που παρατάνε το σχολείο, άτομα που έχουν περάσει καιρό στη φυλακή. Προσπάθησε να δουλέψει πολύ με αυτούς. Υπήρχε μια λίγκα που έτρεχε με άστεγους πρώην κατάδικους. Είχε εκπαιδευτικά προγράμματα το Σ.Κ με φοιτητές, ή παιδιά που δεν το πάνε τόσο καλά σχολείο. Δούλευε με ευπαθείς, πιο ευαίσθητες ομάδες. Ή είχαν κάνει θυμάμαι ένα λεωφορείο το οποίο ήταν για να ελέγχουν οι άνδρες 40-50 την υγεία τους, γιατί δεν πήγαιναν στο γιατρό. Τους μέτραγαν την πίεση, βασικά πράγματα, τους έβαζαν να δουν ότι δεν είναι κακό να κοιτάξεις την υγεία σου, κοίτα, το κάνει και η ομάδα. Ασχολήθηκε με τον κόσμο, την ένοιαζε ο κόσμος. Στην Ελλάδα κάνουμε τέτοιες προσπάθειες, απλά όχι τόσο έντονα». 

Τι θα μπορούσε να γίνει για να έρθουν στην Ελλάδα πιο κοντά στις τοπικές κοινωνίες ή τις γειτονιές που εκπροσωπούν;

«Στην Ελλάδα κάθε ομάδα θα αναλάβει μία δράση και θα συνεχίσει αυτή. Αυτό που θα μπορούσαν να κάνουν είναι να βρουν το καλύτερο fit. Λίγο πιο καλή στρατηγική επιλογή. Ποιο είναι το demografic σου; θα μπορούσε να λειτουργήσει τέτοιο πρόγραμμα στην Ελλάδα; Αν πήγαιναν στο γήπεδο και έβαζαν βαν και μετρούσε την πίεση θα πήγαινε κανείς; Δεν το κάνουν, αλλά δεν ξέρω αν θα ήμασταν και τόσο δεκτικοί. Σε κάποια, ήμασταν. Είχαμε κάνει με την ΑΕΚ την κίτρινη κάρτα στη βία, που ήταν ουσιαστικά μαι εξέδρα που δίναμε δωρεάν για παιδιά με συνοδό. Εμπαιναν μέσα, τους δίναμε φανελάκι ή καπέλο και μια κάρτα Α2 που έλεγε “κίτρινη κάρτα στη βία”. Κίτρινη γιατί είμαστε ΑΕΚ από τη μία και από την άλλη με τη λογική ότι “σας δίνω μια δεύτερη ευκαιρία”, το οποίο ήταν καλό ως ιδέα. Ουσιαστικά χάναμε εισιτήρια γιατί ήταν ακριβώς δίπλα στα δημοσιογραφικά, σε καλό σημείο που θα πουλούσε καλά εισιτήρια. Ήταν μια επένδυση όμως, γιατί δόθηκαν δωρεάν στα παιδιά. Έτρεξε καλά, πήρε  προσοχή από τα Media γιατί σε ένα ματς με τη Χάιντουκ Σπλιτ τότε ακριβώς από πάνω γίνονταν επεισόδια και από κάτω ήταν τα παιδάκια με τις κάρτες. Ήταν μια μεγάλη αντίθεση. Ο κόσμος το δέχθηκε επειδή ακριβώς ήταν παιδάκια. Έχουμε τόση βία στο ελληνικό ποδόσφαιρο, θα μπορούσε να γίνει δουλειά και προς τα εκεί. Το ποδόσφαιρο δεν είναι ένα πράγμα μόνο, έχει τόσες προεκτάσεις».

Είναι το CSR (εταιρική κοινωνική ευθύνη) ένας τρόπος που αν λειτουργούσε σωστά θα βοηθούσε;

«Αν το γυρίζαμε στο τι πραγματικά είναι η εταιρική κοινωνική ευθύνη, τότε ναι. Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη στη βάση της είναι το να αποδεικνύεις ότι μπορείς να γυρίσεις κάτι πίσω. Παίρνεις από τον κόσμο, υφίστασαι ως οντότητα μέσα σε ένα σύμπλεγμα διάφορων οντοτήτων και γυρίζεις κάτι σε αυτούς οι οποίοι σε βοηθούν. Ναι, υπό αυτές τις συνθήκες θα έπρεπε η κάθε ομάδα να μπορεί να αποδείξει στην κοινωνία το πόσο σημαντική είναι. Βγάλε το “μπορεί” και το “αποδείξει” από την προηγούμενη πρόταση και άσε ότι θα μπορούσε απλά να τους δείξει ότι είναι κάτι καλό. Θα μπορούσε κάθε ομάδα να βοηθήσει τα σχολεία, τα παιδιά της περιοχής, την τοπική κοινωνία σε θέμα ηλικιωμένων. Θα μπορούσε να γυρίσει πίσω και να πει “ξέρετε, είμαστε κάτι καλό” στην τάδε πόλη. Γίνεται σε μικρότερες πόλεις και ομάδες, οι μεγαλύτερες είναι λίγο πιο αποκομμένες. Δεν είναι καλό γιατί εδώ, ακόμα και οι μεγαλύτερες ομάδες, που βρίσκονται ακόμα και σε μεγάλες πόλεις, έχουν αυτή τη δυνατότητα. Να φανούν πιο κοντά από ότι οι ομάδες στην Ελλάδα».

Aπό που θα ξεκινούσες αν σου δινόταν η ευκαιρία να αναβαθμίσεις το ποδόσφαιρο; 

«Χρειαζόμαστε καινούργιο αίμα, οπότε θα ξεκινούσα με νέα άτομα. Έχουμε, για να είμαστε ειλικρινείς και πάλι, άτομα που ξέρουν τη δουλειά τους και είναι καλοί, αλλά θεωρώ ότι χρειαζόμαστε λίγο καινούργια μυαλά και καινούργιες ιδέες. Κάτι λίγο πιο καινοτόμο, πιο απλό ίσως σε ορισμένες περιπτώσεις. Είμαστε μια χώρα σχετικά μικρή. Πρέπει να καταλάβουμε ότι όλα πρέπει να γίνονται σιγά-σιγά, βήμα-βήμα. Το βιάσαμε πολύ με το ποδόσφαιρο, έχει πάρει διαστάσεις μεγαλύτερες από αυτό που ίσως έπρεπε. Σιγά-σιγά θέλει και σταδιακά. Γύρω-γύρω, έχουμε ομάδες παντού στην Ελλάδα. Στο πιο μικρό νησί. Δίνουμε σημασία σε όλα και το χτίζουμε σταδιακά».

Πιστεύεις στην αυτοκάθαρση ως αντιμετώπιση της διαφθοράς ή θεωρείς ότι είναι και θέμα της πολιτείας; 

«Διάβασα ότι έγραψαν ένα γράμμα στο Υπουργείο πέντε πρώην μέλη της FA, υψηλόβαθμα και ζήτησαν να εμπλακούν λόγω των προβλημάτων που προέκυψαν με τα τελευταία σκάνδαλα και θεωρούν ότι δεν μπορεί να φτιαχτεί μόνο του. Αυτό που έγραψαν είναι ότι ουσιαστικά η ομοσπονδία διοικείται από μεσήλικες άνδρες και δεν θα μπορέσει να φτιαχτεί ποτέ έτσι. Θεωρώ ότι πρέπει να υπάρχει μία ισορροπία, το αυτοδιοίκητο του αθλητισμού και του ποδοσφαίρου συγκεκριμένα είναι μια ωραία οδηγία, αν σκεφτείς ιστορικά το που πηγαίνει το ποδόσφαιρο. Το πως είχε μπλεχτεί υπό δικτατορίες, όχι στην Ελλάδα, στην Ελλάδα δεν έγινε τίποτα σε σχέση με άλλες χώρες. Έχει χρησιμοποιηθεί πολιτικά το ποδόσφαιρο, άρα είναι καλό να έχουμε ένα αυτοδιοίκητο για να υπάρχει προστασία. Αλλά όταν έχουμε προβλήματα ίσως είναι καλό να φέρνουμε κάποιον να μας πει τι κάνουμε λάθος. Όταν είσαι πολύ κοντά στο πρόβλημα δεν μπορείς να καταλάβεις. Από εκεί και έπειτα, αρκετοί φωνάζουν ότι είναι θέμα διακυβέρνησης, governance. Δεν θεωρώ ότι είναι μόνο αυτό. Ίσως είναι καλό να κοιτάξουμε όλοι μας και να δούμε τι κάνουμε σωστά και τι λάθος, το ίδιο και οι φίλαθλοι».

Θεωρείς ότι η Ελλάδα έχει πολλά περιθώρια ανάπτυξης αθλητικού τουρισμού: 

«Στην Ελλάδα έχουμε ένα από τα καλύτερα παραδείγματα ανάπτυξης αθλητικού τουρισμού. Είναι στην Πελοπόννησο, το γκολφ, υπάρχει πτήση η οποία φτάνει Καλαμάτα καθαρά και μόνο λόγω των golf courses, για τα οποία έχουν γραφτεί άρθρα επιστημονικά. Είχα παρακολουθήσει στην ΕλεεΔΑ πριν από τέσσερα χρόνια μια παρουσίαση για ιστιοπλοΐα, που έχουμε κόσμο που έρχεται γι αυτήν στη χώρα μας. Έχουμε πράγματα που γίνονται, περισσότερο μέσω ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Δεν έχουμε όμως τη στήριξη που θα μπορούσαμε να έχουμε. Ήμουν στην Ελλάδα όταν διοργανώσαμε το ανοιχτό ευρωπαϊκό πρωτάθλημα ιστιοπλοΐας 470. Αυτή τη στιγμή ο πρόεδρος της κλάσης είναι Έλληνας. Έχουμε πάρα πολύ καλούς αθλητές, με πορεία χρόνων, οι οποίοι έχουν διακρίσεις. Υπάρχει δράση, η οποία μας φέρνει και τουρισμό. Γιατί όταν έρχεται ένα πρωτάθλημα στην Ελλάδα, μαζί του π.χ έρχονται οι αθλητές να προπονηθούν στα νερά για έναν μήνα. Υπάρχουν πράγματα που γίνονται».

Θα μπορούσε να υπάρξει κάτι αντίστοιχο με το ισπανικό Λανθαρότε, ένα νησί που αφοσιώθηκε εντελώς στον αθλητικό τουρισμό;

«Σίγουρα θα μπορούσε. Έχουμε δυνατότητα, από θέμα γεωγραφικής θέσης είναι υπέροχη η Ελλάδα. Ό,τι αφορά αθλήματα που γίνονται στη θάλασσα, έχουμε το καλύτερο backdrop. Ίσως δεν θα μπορούσαμε να κάνουμε τόσα χειμερινά, αλλά μπορούμε όλα τα υπόλοιπα. Είναι μια χώρα σχετικά φτηνή, θα μπορούσαμε να κάνουμε πολλά πράγματα. Γίνονται κάποια αλλά όχι τόσο οργανωμένα».

Στο ζήτημα των αθλητικών χορηγιών που είναι πολύ περιορισμένες, υπάρχουν περιθώρια ανάπτυξης; 

«Έχουμε πάρα πολύ περιορισμένα έσοδα γιατί δυστυχώς το ελληνικό ποδόσφαιρο δεν εκτιμάται όπως γινόταν πριν από κάποια χρόνια. Το προϊόν επηρεάζει, ταυτόχρονα ίσως θα μπορούσαμε να κάνουμε λίγο πιο οργανωμένες δράσεις σε διεθνή branch, σε εταιρίες που θα ήθελαν να κάνουν άνοιγμα στην Ελλάδα. Είναι μια δύσκολη περίοδος σε όλη την Ευρώπη, άρα δεν περισσεύουν χρήματα, αλλά θα μπορούσε να αναπτυχθεί περισσότερο».

Θεωρείς τον τρόπο που οι Άγγλοι έχουν καταφέρει να εκτοξεύσουν την αξία του προϊόντος ως παράδειγμα προς μίμηση: 

«Είναι ένα πολύ επιτυχημένο μοντέλο στην Αγγλία, παρόλα αυτά αρκετοί θα σου πουν ότι ίσως είναι υπερβολικό. Δηλαδή ίσως είναι όλα μια φούσκα που κάποια στιγμή θα σπάσει. Θεωρώ ότι ήταν μια πολύ καλή ιδέα, έχει τρέξει υπέροχα μέχρι τώρα. Βάσει της πορείας όμως που έχουν σε ευρωπαϊκούς αγώνες ίσως πρέπει να αρχίσουν να προσέχουν περισσότερο, γιατί βλέπεις ότι η πορεία τους διεθνώς δεν είναι τόσο επιτυχημένη όσο ήταν. Θεωρώ ότι έχουν φτιάξει κάτι τόσο καλό που ακόμα και αν σπάσει η φούσκα, απλά θα κατέβει μια κατηγορία, δεν θα πέσει τελείως. Δεν έχουν την προσέγγιση που έχει η Μπουντεσλίγκα, η οποία το ξεκινάει για να έρθει ο κόσμος, με τη λογική “δεν θέλω να έρθεις και να πληρώσεις 80 λίρες για το εισιτήριο, θέλω να φέρεις μαζί τη γυναίκα σου και τα παιδιά σου ώστε να έχω τέσσερις αντί για έναν στην κερκίδα”. Μ’ αρέσει πιο πολύ, το θεωρώ πιο ωραίο μοντέλο, πιο κοντά στον κόσμο. Η Αγγλία έχει απομονώσει κόσμο. Όταν σου βάζει 77 λίρες το εισιτήριο στο Λίβερπουλ όπου ο μισθός δεν είναι τόσο υψηλός, διώχνεις κόσμο. Άρα ναι, δεν το θεωρώ καλό μοντέλο. Ξεκίνησε έτσι, αλλά κάπου το έχασε την πορεία. Αλλά δεν θα πέσει πάλι, απλά θα φτάσουν πέντε χρόνια πίσω και θα χρειαστεί να το χτίσουν πάλι. Ταυτόχρονα, κάθε αγώνας, σύμφωνα με το τελευταίο τηλεοπτικό συμβόλαιο, κοστίζει 10 εκατομμύρια λίρες. Αν σκεφτείς τα έσοδα ίσως η κριτική η δική μας να είναι χαζή! Υπάρχουν επίσης φοβερά έσοδα από χορηγίες. Τα εισιτήρια πάνε τελευταία. Αν δεις όμως τα έσοδα στο τέλος του χρόνου, δυστυχώς δεν τα διαχειρίζονται και τόσο καλά. Έχουν φοβερά έξοδα όσον αφορά τους παίκτες. Είχε κάνει μια έρευνα η DPO που είχαν δείξει το ποσό των χρημάτων που χάνουν. Αρκετές από τις ομάδες, χάνουν χρήματα».

Πηγή:Gazzetta.gr

Related posts