Μίλαν: Το τέλος της εποχής Μπερλουσκόνι

Δημοσιεύτηκε στις:

Σούπερ αποδόσεις από το Stoiximan στα Κυπριακά ματς! Παίξε με 100€ bonus, 0% γκανιότα και περισσότερα από 150 ειδικά στοιχήματα για τα παιχνίδια του Κυπριακού πρωταθλήματος.

Η Μίλαν άλλαξε χέρια, η εποχή Μπερλουσκόνι ανήκει οριστικά στο παρελθόν. Ο Zastro επιστρέφει στο 1986 και φτάνει μέχρι στο σήμερα, σε μια αναδρομή στους τρεις κύκλους της Μίλαν του Σίλβιο Μπερλουσκόνι, που κυριάρχησε σε Ιταλία και Ευρώπη.

Με ένα λιτό δελτίο Τύπου της Fininvest, ιδιοκτήτριας εταιρείας του 99,93% της AC Milan, του πιο επιτυχημένου σε ευρωπαϊκό επίπεδο ποδοσφαιρικού club στην Ιταλία, ανακοινώθηκε  η μεταβίβαση του πλειοψηφικού πακέτου των μετοχών στην Sino-Europe Sports Investment Management Changxing Co. Ltd του Han Li.

Ο επί τριακονταετία ιστορικός ηγέτης και ιδιοκτήτης, Silvio Berlusconi, θα παραμείνει Επίτιμος Πρόεδρος, κλείνοντας ουσιαστικά τρεις κύκλους, με τον καθένα να χρήζει ιδιαίτερης ανάλυσης. Ανέλαβε εκείνο τον ιστορικό Μάρτιο του 1986, παραλαμβάνοντας μια μη διαχειρίσιμη κατάσταση μετά την καταστροφή του Giusy Farina και οδήγησε τη Milan σε τρεις «εποχές» συν δύο αναπάντεχα πρωταθλήματα που πιο πολύ ήρθαν από σπόντα, εκείνα του Zaccheroni και του Allegri. Ήταν τριάντα plus χρόνια γεμάτα επιτυχίες, αντιθέσεις, συγκρούσεις, συγκινήσεις και δικαιώσεις για τον κέρβερο που διοικούσε αυτό τον τεράστιο σύλλογο που λέγεται Milan, έναν κέρβερο με δυο κεφάλια: το ένα – το προβεβλημένο – ήταν αυτό του Cavaliere και το δεύτερο, το φαλακρό του μεγάλου Adriano Galliani.

Η ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ

Ήταν 24 Μαρτίου του 1986, όταν ο άσημος αντιπρόεδρος της Monza, «θείος Φέστερ» όπως είναι το παρατσούκλι του στην Ιταλία, κλήθηκε από το Silvio να αναλάβει το διοικητικό κομμάτι του project AC Milan, με την αποστολή ο σύλλογος να λειτουργήσει σε επαγγελματικά πρότυπα και από «μαγαζάκι» του εκάστοτε βλαχοπρόεδρου να μετατραπεί στο απόλυτο club. H πρώτη περίοδος του Berlusconi είναι ίσως και η πιο εμβληματική απ’ όλες: παραλαμβάνει μια ομάδα της σειράς και τη μετατρέπει σε παγκόσμια δύναμη, σε μια Milan αστέρων που θα μείνει στο διηνεκές, πλάι σε πολύ μεγάλες ομάδες του παρελθόντος.

Η «πρώτη» μαγιά εμπεριέχει ονόματα που ανήκουν στο πάνθεον: Paolo Maldini, Alessandro Costacurta, Filippo Galli, Alberigo Evani, είναι οι νεαροί που θα γίνουν πρωταθλητές, Mauro Tassotti, Andrea Icardi και Mark Hateley είναι οι φτασμένοι που δίνουν ποιότητα και οι Paolo Virdis, Agostino Di Bartolomei, Paolo Rossi και Ray Wilkins, είναι οι βετεράνοι που αποτελούν το φάρο για τους υπόλοιπους. Όλοι ωστόσο, καθοδηγούνται και υπακούουν ευλαβικά τον πρώτο μεγάλο αρχηγό, την πρώτη μεγάλη εμβληματική φιγούρα: το Franco Baresi.

Αυτή τη μαγιά, ο Silvio φρόντισε να τη θωρακίσει με μια αντίστοιχη Dream Team και σε εταιρικό επίπεδο, αφού εκτός του Galliani που τοποθετεί στην κορυφή της πυραμίδας ως Διευθύνοντα Σύμβουλο, φέρνει την αφρόκρεμα των στελεχών της Fininvest με μοναδική εντολή να κάνουν τη Milan το #1 ευρωπαϊκό club. Ο Paolo Berlusconi και ο Giancarlo Foscale είναι οι αρχικοί εκλεκτοί για τη θέση του αθλητικού Διευθυντή, ο Ariedo Braida και ο Silvano Ramaccioni αναλαμβάνουν το τεχνικο-οικονομικό κομμάτι και οι εντολές είναι σαφείς: προχωράμε για το στόχο αδιαφορώντας για κόστη και συγκρούσεις.

Το πρώτο χτύπημα είναι η απόκτηση του Roberto Donadoni από την Atalanta, ήδη «κλεισμένου από τη Juve» σύμφωνα με τον Τύπο της εποχής, αντί του αστρονομικού ποσού των 10 δισεκατ. λιρετών, τότε το μακρινό 1986. Το impact της κίνησης και του ποσού που δαπανήθηκε, ανάγκασε ακόμη και τον ίδιο το Gianni Agnelli να δηλώσει στις εφημερίδες ότι το ποδόσφαιρο θα μετατραπεί σε τηλεοπτικό προϊόν (τότε εθεωρείτο «κακό») και ομάδες όπως η Milan θα είναι κάτι σαν περιοδεύοντες θίασοι στα πρότυπα των Harlem Globetrotters.

 

 

Τους «Harlems» οδήγησε στο campionato μια θρυλική φυσιογνωμία για το ιταλικό ποδόσφαιρο, ο Nils Liedholm με βοηθό ένα νεαρό κατσαρομάλλη ονόματι Fabio Capello. Το αμάλγαμα του Σουηδού έκανε μια καλή σεζόν, με κατά διαστήματα συμπαθητικό ποδόσφαιρο, όχι όμως το ποδόσφαιρο που ήθελε ο κέρβερος. Και το μέλλον έκλεινε το μάτι. Χωρίς το Σουηδό. Γιατί ο Silvio από την πρώτη κιόλας σεζόν κατέδειξε το χορό που θα χορεύουν οι προπονητές του. Ο συμπαθής Nils άντεξε μέχρι τον Απρίλιο, Galliani και Berlusconi είχαν ήδη κατά νου το πλάνο και γνώριζαν πάρα πολύ καλά ποιο ποδόσφαιρο θέλουν να υπηρετήσει η ομάδα και ποιοι πρέπει να είναι οι στόχοι της.

Έλειπε το πρόσωπο, ο καθοδηγητής. Και το πρόσωπο βρέθηκε στη διαδρομή Bologna-Firenze, καθ’ οδόν για να αναλάβει τις τύχες τις Fiorentina. Ήταν ένας 40χρονος γιος τσαγκάρη από το Fusignano, ένα ανώνυμο χωριό έξω απ’ τη Ravenna, ένας περίεργος τύπος χωρίς παρελθόν στο ποδόσφαιρο και με ιδέες τουλάχιστον «συζητήσιμες». Όταν ο Arrigo έτρωγε στο Arcore με το Silvio και τον Adriano, η Milan του βοηθού Capello κατέβαλε με δυσκολία στην παράταση τη Sampdoria με 1-0, κερδίζοντας στο μπαράζ την έξοδο στην Ευρώπη.

ΑΡΙΓΚΟ ΣΑΚΙ, Ο ΠΑΡΑΝΟΪΚΟΣ ΝΙΚΗΤΗΣ

Εκείνο το μπαράζ στο Comunale του Τορίνο, ήταν το τελευταίο παιχνίδι στην ιστορία της Milan που η ομάδα έπαιξε man to man και όχι ζώνη, το τελευταίο ματς ενός ποδοσφαίρου μιας άλλης εποχής, το τελευταίο «αργό» ματς. 3 Ιουλίου 1987, ο Arrigo Sacchi παρουσιάζεται ως ο νέος προπονητής της Milan. Τον παρουσιάζει ο ίδιος ο Cavaliere, ο οποίος σε ερώτηση των έκπληκτων δημοσιογράφων για το παράτολμο της επιλογής, λέει επί λέξει ότι έκλεισε τον μοναδικό προπονητή που πάσχει από την παράνοια της νίκης. «Ποιος είναι αυτός;» ρωτούσαν φίλαθλοι και Τύπος, «ένας παρανοϊκός νικητής» απαντούσε ο Silvio, με το θείο Φέστερ δίπλα να χαμογελάει σαρδόνια.

Στο Milanello καταφθάνουν κατόπιν αυστηρών υποδείξεων του Sacchi, o Carlo Ancelotti αντί 5.8 δισ. από τη Roma και οι Walter Bianchi και Roberto Mussi από την Parma. Το υπόλοιπο μεταγραφικό κομμάτι το ανέλαβε ο θείος Φέστερ καθ’ υπόδειξιν Silvio: Claudio Borghi με 3μισι δισ. από τους Argentinos Juniors, Ruud Gullit αντί 13μισι δισ. από τη Feyenoord και τέλος ένας ελεύθερος (με ρήτρα γηγενούς) σέντερ φορ από τον Ajax. O Marco Van Basten.

 

 

Ο Sacchi παραλαμβάνει τους καινούργιους και στην πρώτη ομιλία εξηγεί ότι θα παίζει μόνο όποιος «λιώνει» στην προπόνηση και μόνο όσοι κατανοούν το επαναστατικό του 4-4-2. Οι τρόποι του είναι μπρούσκοι, γκροτέσκοι, ξένοι με το χώρο του ποδοσφαίρου, σε βαθμό να επαναστατήσουν παλιοσειρές όπως ο Baresi και ο Ancelotti που ζήτησαν ακρόαση από τον Πρόεδρο για τον «τσαρλατάνο που θα μας καταστρέψει σώματα και καριέρες». Ο Silvio είναι ανένδοτος. Αυτός είναι ο προπονητής και με αυτόν θα πορευθεί η ομάδα. Η Milan ξεκινάει ασθμαίνοντας, κερδίζει μόνο την Pisa, αποκλείεται άσχημα στο UEFA από την Espanyol, όμως σιγά σιγά βγάζει πράγματα στο χορτάρι.

Ο κόσμος γκρινιάζει, πιέζει για να φύγει ο Sacchi (ο οποίος μεταξύ άλλων κατηγορείτο και για το γεγονός ότι υποστήριζε την Inter νεότερος), αντιπροσωπεία των οργανωμένων ζητά και βλέπει τον Πρόεδρο ζητώντας την κεφαλή του Arrigo επί πίνακι. Ο Berlusconi είναι χείμαρρος: «Ο Sacchi θα μείνει, εσείς δεν ξέρω». Η Milan ολοκληρώνει τον πρώτο γύρο στη δεύτερη θέση, κυνηγάει «εκείνη» τη Napoli του θεού.

Πρωτομαγιά του 1988 στο κατάμεστο San Paolo, η Milan του Sacchi κερδίζει 3-2 τη Napoli του Maradona, αποδίδοντας ένα νεωτεριστικό ποδόσφαιρο, ένα ποδόσφαιρο συνόλου που αναδεικνύει την ποιότητα των μονάδων. Είναι το ενδέκατο πρωτάθλημα στην ιστορία της ομάδας, το πρώτο μετά το 1979, το παρθενικό στη νέα εποχή Berlusconi. Είναι η γέννηση της μεγάλης Milan.

Ο ΔΡΟΜΟΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΚΟΡΥΦΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ

Ο Silvio θέτει συγκεκριμένες προτεραιότητες για το club, στο διαστημικό δίδυμο Gullit – Van Basten έχει προστεθεί και ο αγορασθείς Frank Rijkaard, τον οποίο από κεντρικό αμυντικό, ο «παρανοϊκός» Arrigo μετατρέπει σε ένα σύγχρονο αμυντικό χαφ που διδάσκει τη θέση για τα χρόνια που έρχονται. Οι Ολλανδοί το καλοκαίρι κατακτούν και την κορυφή της Ευρώπης στο Euro της Γερμανίας, ο Berlusconi και η «δική του» Milan ήταν ένα βήμα πιο μπροστά απ’ τους υπόλοιπους και έχουν εξασφαλίσει τους πιο περιζήτητους αστέρες των Οράνιε. Στο meeting για τη στοχοθεσία της σεζόν, ο Galliani καθιστά σαφές σε όλους, ότι και ο Πρόεδρος και το club δεν αρκούνται στο scudetto ή στην εγχώρια επιβολή και κυριαρχία. Στόχος είναι μόνο το μεγάλο Κύπελλο, εκείνο με τ’ «αυτιά» που δίνει στο σύλλογο και το πρεστίζ και την αίγλη που ήθελε ο πατρόνος του.

Η μοναδική απαίτηση που εγείρει ο Sacchi είναι να μην αλλάξει πολύ η ομάδα, αφού οι ποδοσφαιριστές έχουν αρχίσει να αντιλαμβάνονται το ποδόσφαιρο που διδάσκει και προϊόντος του χρόνου έχουν αφομοιώσει τους νεωτερισμούς και την πολυπλοκότητα της έννοιας «παίζουμε στο χώρο και καλύπτουμε τετραγωνικά στο χορτάρι». Είναι γεγονός ότι μετά την πρώτη τριετία των αλόγιστων δαπανών στα όρια της σπατάλης, η Milan περιορίστηκε σε προσθήκες με σημαντικότερες εκείνες των Fuser, Taibi, Agostini, Sebastiano Rossi και του Marco Simone. Η επιστροφή στο (τότε) Πρωταθλητριών μετά από μια δεκαετία δεν ήταν βελούδινη, αφού ο Sacchi έπρεπε να διαχειριστεί μια διττή αποστολή: να παραμείνει στις υψηλές θέσεις της βαθμολογίας στο ιταλικό πρωτάθλημα και να κατακτήσει την κορυφή της Ευρώπης, απέναντι σε ομάδες εντελώς διαφορετικής τακτικής φιλοσοφίας και άκρως ανταγωνιστικές.

 

 

Η δυσκολία της προσαρμογής έγινε απολύτως κατανοητή στη διπλή μάχη με τον Ερυθρό Αστέρα, το φθινόπωρο του ’88. Ο Αστέρας χάρη στον οίστρο του Dragan Stojkovic φεύγει με το υπερπολύτιμο 1-1 από το San Siro και μάλιστα άξιζε και τη νίκη. Ο Sacchi όμως βρήκε τη λύση στον «ξεχασμένο» Virdis και έκλεψε την ισοπαλία. Η ρεβάνς στο κοχλάζον Maracana του Βελιγραδίου είναι το σημείο G στην ευρωπαϊκή πορεία της Μilan όπως την ζήσαμε αργότερα. Μπροστά σε 120 χιλιάδες φανατισμένους Γιουγκοσλάβους και απέναντι σε μια τρομερά επιθετικογενή ομάδα, η Milan λυγίζει σε ένα πρωτόγνωρο ομιχλώδες τοπίο στην ομίχλη με ένα γκολ του Savicevic που πρόλαβαν να το δουν ελάχιστοι. Η ομίχλη ολοένα και πύκνωνε, σε βαθμό να μην αναγνωρίζονται ούτε οι φανέλες. Το ματς διακόπτεται και αποφασίζεται η επανάληψή του από την αρχή και το 0-0 σύμφωνα με τους κανονισμούς της εποχής.

Αυτή τη φορά η Milan είναι πιο υποψιασμένη, δεν παθαίνει το σοκ της πρώτης βραδιάς και οι φανατισμένοι Σέρβοι είναι ένα έργο που όλοι το έχουν ξαναδεί – και μάλιστα πρόσφατα. Το γκολ του Marco Van Basten βάζει τους Rossoneri στη θέση του οδηγού, έχουν σκορ πρόκρισης και μάχονται να το κρατήσουν. Ο Stojkovic ισοφαρίζει, το παιχνίδι ξαναγυρίζει και όταν ο διαιτητής δεν κατακυρώνει το καθαρό γκολ του Gullit με τον Vasiljevic να απομακρύνει μέσα από τη γραμμή, όλα δείχνουν ότι το ταξίδι της Milan στην Ευρώπη θα σταματήσει στα Βαλκάνια. Ο Sacchi όμως αλλάζει διάταξη, γεμίζει τα χαφ και κάνει μια σεμιναριακή διαχείριση στο αμυντικό κομμάτι, με αποκλειστικό στόχο να πάει το παιχνίδι στα πέναλτι. Ο «παρανοϊκός» τα καταφέρνει και το παιχνίδι από προαναγγελθής εφιάλτης, καταλήγει στο κομβικότερο ματς στη σύγχρονη ευρωπαϊκή ιστορία της Milan, σε μια sliding doors κατάσταση που καθόρισε τα μελλούμενα.

Ο ήρωας και καταπληκτικός Savicevic αστοχεί στο κρίσιμο πέναλτι, η Milan περνάει στα πέναλτι και ξεκινά ένας τεράστιος κύκλος στο ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο, που σήμερα που μιλάμε έχει λάβει διαστάσεις μύθου. Η Milan μετά τη στενωπό του Βελιγραδίου απελευθερώνεται, εντυπωσιάζει όλη την Ευρώπη με το εμφαντικό 5-0 απέναντι στη Real στο San Siro και ολοκληρώνει την εποποιΐα της στον τελικό της Βαρκελώνης με τη Steaua, φιλοδωρώντας την με τέσσερα γκολ. Λένε ότι το «πρώτο» είναι το πιο γλυκό. Στην περίπτωση της Milan, το πρώτο άνοιξε την όρεξη του Berlusconi για τα επόμενα, αποτέλεσε το φωτεινό φάρο για τη δημιουργία μιας ομάδας πολύ πάνω από τα ευρωπαϊκά στάνταρτς που με το παιχνίδι της καθόρισε το ίδιο το ποδόσφαιρο και επηρέασε την εξέλιξή του. Η τρίτη θέση στο campionato, ειδικά αφ’ ης στιγμής το 4-0 της Βαρκελώνης το ακολούθησε και η κατάκτηση του Super Cup κόντρα στη Sampdoria, δεν απασχόλησε κανέναν, πλην ίσως του δικέφαλου «κέρβερου» που διοικούσε. Berlusconi και Galliani τα ήθελαν όλα, στη δική τους λογική η Milan δεν έπρεπε να χάνει ποτέ και από κανέναν.

 

 

Αυτός  ήταν και ο κύριος λόγος απομάκρυνσης του Sacchi, αν και οι περισσότεροι εκείνη την εποχή απέδωσαν την απομάκρυνση του τεχνικού από την Emilia στο γεγονός ότι άπαντες αναφέρονταν στην ομάδα ως «Milan του Sacchi» και όχι ως «Milan του Berlusconi» όπως «έπρεπε». Έτσι γίνεται το απίστευτο και σε μία σεζόν που ο Sacchi κατακτά πρώτα το Ευρωπαϊκό super cup εναντίον της Barcelona, κατόπιν το Διηπειρωτικό στο Τόκυο με τους Κολομβιανούς της Atletico Nacional και το δεύτερο συνεχόμενο Κύπελλο Πρωταθλητριών (1-0 στη Βιέννη τη Benfica), θεωρείται ασυγχώρητο ότι οι Rossoneri αποκλείονται στο Κύπελλο Ιταλίας από τη Juve και χάνουν το scudetto από τη Napoli. Εκφράζεται έντονη δυσαρέσκεια στον Sacchi που φορτώνεται με πρωτοφανές άγχος, κατάσταση που δεν αργεί να επηρεάσει και την ομάδα την επόμενη – και τελευταία – σεζόν του Arrigo στο Milanello. Το Φεβρουάριο του ’91, ο Sacchi πηγαίνει στο Arcore και πνιγμένος από το άγχος ζητάει «ένα διάλειμμα».

Η ΟΜΙΧΛΗ ΤΟΥ VELODROME, ΤΟ ΑΝΤΙΟ ΤΟΥ ΣΑΚΙ ΚΙ Ο ΚΑΠΕΛΟ

Ο Berlusconi τον ακούει με προσοχή, πλην όμως έχει στο βάθος του μυαλού του, ότι ο κύριος αντίπαλός του και στο ποδόσφαιρο και στις business, ο Gianni Agnelli, έχει προσεγγίσει το Sacchi και προσπαθεί να φέρει τον προφήτη του Fusignano στο Τορίνο. Ο Silvio αποδέχεται την περίεργη παραίτηση του Arrigo, αλλά του ξεκαθαρίζει πως θα παραμείνει στο pay roll, θα θεωρείται νομικά προπονητής και υπάλληλός του, την ομάδα όμως θα την αναλάβει άλλος: ο Fabio Capello. Η Milan και με τον Capello συνεχίζει στο ίδιο μοτίβο, άλλωστε δεν υπήρχε κανένας λόγος να αλλάξει μια συνταγή που οδήγησε στη δόξα. Ο μεγάλος στόχος για το σύλλογο ήταν το τρίτο συνεχόμενο Πρωταθλητριών, αλλά το εμπόδιο της Marseille του τυφώνα Tapie, αποδείχτηκε ανυπέρβλητο. Ο Papin ισοφαρίζει το γκολ του Gullit στο San Siro και ο Chris Waddle ανοίγει το σκορ στη ρεβάνς του Velodrome. Όλα δείχνουν ότι η συνέχεια θα είναι εξαιρετικά μεγάλης έντασης, αλλά πέφτουν τα φώτα (!) και ακολουθεί ένα ακατανόητο χάος.

Ο Σουηδός διαιτητής Karlsson διακόπτει προσωρινά το παιχνίδι, οι Γάλλοι πασχίζουν να αποκαταστήσουν τη βλάβη και κατόπιν διαβουλεύσεων, αποφασίζεται να συνεχιστεί το παιχνίδι στο ημίφως από την εφεδρική γεννήτρια του σταδίου. Ο Galliani είναι έξαλλος, εισβάλλει εκτός εαυτού στον αγωνιστικό χώρο και σαν άλλος Θωμάς Βουλινός, παίρνει την ομάδα και φεύγει! Όπως είναι φυσιολογικό, η Milan μηδενίζεται, η Marseille κερδίζει το παιχνίδι 3-0 στα χαρτιά και προκρίνεται στον ημιτελικό με τη Spartak. Χάθηκε μια πολύ μεγάλη ευκαιρία για το 3/3, αφού ο τελικός με τον Ερυθρό Αστέρα στο κάθε άλλο παρά αφιλόξενο San Nicola του Bari, προσφέρετο για το κλείσιμο της εποχής Sacchi με θρίαμβο. Πολλά χρόνια μετά και παρά το γεγονός ότι ο Adriano Galliani πιστώθηκε εξ ολοκλήρου εκείνη την απόφαση αποχώρησης, ο Billy Costacurta σε μια συνέντευξή του ανέφερε ότι όλες οι «παλιοσειρές» της εποχής θεώρησαν δεδομένο ότι το «φεύγουμε» ήρθε απ’ ευθείας από το Arcore και είχε βαθύτερες ρίζες, πιο πολύ επιχειρηματικής φύσεως, μεταξύ Berlusconi και Tapie.

Η ντροπιαστική εκείνη απόφαση στο Velodrome, ήταν ουσιαστικά το κύκνειο άσμα του Arrigo στον οργανισμό Milan, σηματοδότησε το τέλος μιας ιδιαίτερης σχέσης που πέρασε από πολλά κύματα, αλλά στην απόσταση σχεδόν 30 ετών, είναι παραπάνω από βέβαιο ότι χωρίς τον «παρανοϊκό» Arrigo η Milan δεν θα είχε χτίσει ποτέ την αυτοκρατορία της και ο Berlusconi δεν θα κομπορρημονούσε πως διοικούσε μια από τις πιο επιτυχημένες ομάδες όλων των εποχών στο ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο. Ο Cavaliere εκείνη την εποχή επί της ουσίας ήθελε να μαζέψει όλα τα φώτα επάνω του, αποδόμησε το Sacchi εκμεταλλευόμενος επικοινωνιακά και την κόντρα του με το δημοφιλή Van Basten, γενικότερα «έχτισε» πολύ καλά τον απογαλακτισμό της ομάδας από τον αρχιτέκτονά της. Επιλέγοντας και ως συνεχιστή της δυναστείας έναν παλιό γνώριμο, το Fabio Capello, ιδιαίτερα αγαπητό και στη Fossa (οι οργανωμένοι της Milan) και στην πλειοψηφία των ποδοσφαιριστών, αποφόρτισε το κλίμα και έδωσε στον οργανισμό το άλλοθι του κυνισμού και του δόγματος «ουδείς αναντικατάστατος».

Ο Capello είχε όλο τον απαραίτητο χρόνο στη διάθεσή του να εμφυσήσει στη δική του Milan χαρακτηριστικά που μπορεί να μην εξέλιξαν το ποδόσφαιρο, αλλά προσέδωσαν την πανάκριβη στο χώρο του αθλητισμού νοοτροπία νικητή, αυτό που αργότερα μάθαμε να ονομάζουμε «καρδιά του πρωταθλητή». Ο Capello εκμεταλλεύθηκε άψογα την τιμωρία του ενός χρόνου αποκλεισμού από τις ευρωπαϊκές διοργανώσεις και αποφάσισε τη Milan των «ιπτάμενων» να τη μετατρέψει σε Milan των ανίκητων. Τον βοήθησε στο μέγιστο βαθμό και ο ίδιος ο Berlusconi, αφού μετά από πολλά χρόνια δαπανήθηκαν εξαιρετικά μεγάλα ποσά για αγορές και συμβόλαια ποδοσφαιριστών, με πλειάδα αστέρων να καταλήγουν στο Milanello. Zvone Boban, Dejan Savicevic, Stefano Eranio τρεις εμβληματικές φιγούρες εκείνης της περιόδου, με τους Jean Pierre Papin και Gianluigi Lentini να περνούν σε δεύτερο πλάνο, αφού δεν προσαρμόστηκαν και δεν βοήθησαν ποτέ.

 

 

Η Milan ολοκλήρωσε θριαμβευτικά το Campionato κατακτώντας το Scudetto χωρίς ήττα, στο -τότε- πιο δύσκολο πρωτάθλημα του κόσμου. Ο Capello την έκανε πραγματικά ανίκητη, αφού το σερί που ξεκίνησε το ‘91-’92, έληξε Μάρτιο του ’93 (!) μετά από 58 παιχνίδια με το Sebastiano Rossi (έναν απλώς καλό τερματοφύλακα) να συμπληρώνει 929 λεπτά με απαραβίαστη εστία, ρεκόρ που καταρρίφθηκε χρόνια αργότερα από το Gigi Buffon. Ουσιαστικά η Milan μέσα σε μια σεζόν κατόρθωσε να ανοίξει έναν καινούριο κύκλο με κορωνίδα τη μαγική και ανεπανάληπτη βραδιά της Αθήνας, στον τελικό του ’94 κόντρα στη Barcelona του Cruyff, του Romario και του Stoickov. Πρόκειται για έναν συγκλονιστικό τελικό, για μια ποδοσφαιρική εποποιΐα που βασίστηκε σε ξεκάθαρα ποδοσφαιρικά κριτήρια. Η Milan μπήκε στο ΟΑΚΑ χωρίς Baresi και Costacurta, την καρδιά της άμυνάς της και σαν απόλυτο αουτσάιντερ. Όταν ο Philip Don σφύριξε τη λήξη, είχε διαλύσει τη Barca με 4-0.

Η λόμπα του Dejan Savicevic στην αρχή του δευτέρου ημιχρόνου, με την οποία έγινε το 3-0, είναι το σήμα κατατεθέν της υπεροχής αυτής της ομάδας, το σύμβολο μιας αδιαμφισβήτητης επιβολής και ενός θριάμβου του μοντέρνου και «επιστημονικού» ποδοσφαίρου. Διότι πιο πολύ από κάθε άλλη ομάδα μετά το μεγάλο Ajax, η Milan εξέλιξε σε τεράστιο βαθμό το σπορ, το παρέλαβε σε μετεφηβικό στάδιο και τρόπον τινά το ενηλικίωσε, σε μια εποχή που όλα άλλαζαν σε παγκόσμιο επίπεδο και ο κόσμος συνειδητοποιούσε την αξία του marketing, τη σημασία της τηλεόρασης, τη δύναμη της εικόνας. Με το Champions League στα σπάργανα και να εξελίσσεται σε  #1 προϊόν ξεπερνώντας ακόμη και το ίδιο το μουντιάλ πολλές φορές, με την είσοδο στο ποδόσφαιρο ειδικών επιστημόνων και εξειδικευμένων ανθρώπων, με την κοινή διαπίστωση πως το ποδόσφαιρο είναι επιχείρηση και όχι απλώς ελεύθερος χρόνος, χρειαζόταν ένας αντπροσωπευτικός πρεσβευτής της νέας εποχής, ένας οργανισμός που ήδη λειτουργούσε στα σωστά πρότυπα και συνδύαζε glamour και ουσία. Αυτός ο οργανισμός ήταν η Milan.

Θα μπορούσε να πει κανείς, ότι ο τελικός της Αθήνας ήταν και το τέλος εποχής του Silvio Berlusconi ως πατρόνου των «διαβόλων» (στην Ιταλία η Milan έχει το προσωνύμιο “il diavolo”), αφού η πλήρης αφοσίωσή του στην πολιτική τον απομάκρυνε βαθμηδόν από τα κοινά της ομάδας και τον μετέτρεψε ουσιαστικά σε ατραξιόν με αλλόκοτες παρεμβάσεις και «αποστάγματα σοφίας». Άλλωστε αυτό που επιζητούσε από τον καιρό του Sacchi, δηλαδή η ομάδα να αναφέρεται σαν «Milan του Berlusconi» το είχε καταφέρει. Πλέον την ομάδα την ανέλαβε εξ ολοκλήρου ο θείος Φέστερ, ο Silvio πιο πολύ διατήρησε μια χομπίστικη σχέση και η Milan έγινε για τον ίδιο από must have σε nice to have κατάσταση. Η Milan την πενταετία ‘94/’99 αλλάζει δραματικά πολιτική, αποκτώνται 49 ποδοσφαιριστές, η πλειοψηφία των οποίων καθίσταται «υπεύθυνη» για τις αγωνιστικές αποτυχίες.

 

 

Το 1995 φερειπείν, η τέταρτη θέση στο campionato είναι καταστροφική, ειδικά σε συνδυασμό με τη «σβηστή» ήττα στον τελικό του Champions League από τα μωρά του Van Gaal. Ο Galliani θεωρεί αντίδοτο τις μεταγραφές, φέρνει στο Μιλάνο κράχτες όπως ο George Weah, ο Roberto Baggio, συμφωνεί με τεράστιες απογοητεύσεις που πρόσφεραν ελάχιστα όπως ο Πορτογάλος Paulo Futre και εκμεταλλεύεται ελάχιστα τρομερά ελπιδοφόρους ποδοσφαιριστές όπως ο Thomas Locatelli και το μεγαλύτερο flop της διαχείρισής του, ο μετέπειτα παγκόσμιας κλάσεως Patrick Vieira. Ο κύκλος Don Fabio κλείνει με το τελευταίο «πραγματικό» scudetto όπως αναφέρεται στη Via della Spiga,  οι τύχες της ομάδας προς έκπληξη όλων ανατίθενται στον Ουρουγουανό Oscar Washington Tabarez, μια προσωπική επιλογή Berlusconi και Galliani, ενώ πιο πριν ο showman ιδιοκτήτης έχει αφήσει να διαρρεύσει ακόμα και το όνομα του προπονητή volley (!) και γνώριμού μας, Gianpaolo Montali.

O Tabarez όπως αναμενόταν δεν βγάζει σεζόν, με εξαίρεση το αναπάντεχο scudetto του Zaccheroni το 1999, η Milan αναζητά την ταυτότητά της και χάνεται στους διάφορους επικοινωνιακούς ακροβατισμούς Galliani-Braida, με επιλογές εντυπωσιασμού όπως του Fatih Terim, θυμικού όπως το δίδυμο Cesare Maldini-Mauro Tassotti, με καταστροφικές επιστροφές όπως και εκείνη του Sacchi και εκείνη του Capello. H Milan από σύλλογος-μοντέλο καταλήγει νεκροταφείο ποδοσφαιριστών, παίκτες όπως ο Reiziger, ο Bogarde, ο Blomqvist, ο Davids (που πωλείται μετά από ένα καταστροφικό τρίμηνο στη Juventus μόλις με 9 δισεκατ. λιρέτες και κάνει τεράστια καριέρα) καταστρέφουν το όνομά τους φορώντας τη φανέλα της, επιλογές όπως εκείνη του Christoph Dugarry αντί του Zinedine Zidane από τη Bordeaux, είναι παράδειγμα προς αποφυγή, η ομάδα πνέει τα λοίσθια για το μέγεθός της.

Ο ΤΡΙΤΟΣ ΚΥΚΛΟΣ: ΟΛΙΚΗ ΕΠΑΝΑΦΟΡΑ ΜΕ ΑΝΤΣΕΛΟΤΙ

Ο θείος Φέστερ αποφασίζει να πάρει την κατάσταση στα χέρια του, να ασχοληθεί σοβαρά, να αφήσει στο περιθώριο τους παραλογισμούς του απομακρυσμένου ιδιοκτήτη και σε συνεργασία με το Braida σχεδιάζει το total recall: διατηρεί στο ρόστερ τρεις εμβληματικές φιγούρες για να συνδέουν το χτες με το σήμερα (Maldini, Costacurta και Albertini) και τους πλαισιώνει με έναν τρομερό κορμό αποτελούμενο από το Gennaro Gattuso, τον Andrea Pirlo, τον Clarence Seedorf και τον πρώτο σκόρερ του Champios League, τον Ουκρανό super star Andriy Shevchenko. Άπαντες «κολλάνε» αμέσως με την ομάδα, αφομοιώνουν σε χρόνο ρεκόρ νοοτροπία και ρυθμούς, είναι κομβικής σημασίας για τα μελλούμενα. Αστοχίες όπως οι πολυδάπανες μεταγραφές Jose Mari (40 δισεκατ. λιρέτες) και Javi Moreno (30 δισεκατ.) δεν φαίνονται στο τελικό ταμείο, απλούστατα διότι η Milan άρχισε να ξαναθυμίζει Milan.

Αρχιτέκτονας του τρίτου και τελευταίου κύκλου, μια παλιά δόξα της ομάδας, ο Carlo Ancelotti. Βαθμηδόν προστίθενται στο αμάλγαμα «διαμαντάκια» όπως ο Redondo, ο Rui Costa, ο Pippo Inzaghi, o Alessandro Nesta, o δρόμος είναι μακρύς και δύσκολος, δεν λείπουν τα σφάλματα (όπως η απόκτηση του Rivaldo) αλλά η Milan δείχνει σφυγμό. Ο Galliani θα δηλώσει όταν παρέδωσε τα κλειδιά του γραφείου στο Milanello, ότι η υπογραφή του Ancelotti έγινε με τις ίδιες συνθήκες που έκλεισε το Sacchi: ο Carlo ήταν καθ’ οδόν για το Tardini και τον πρόλαβε με το στιλό στο χέρι. Ο Ancelotti γράφει ρεκόρ στον πάγκο της Milan, θα παραμείνει στον πάγκο της από το 2001 μέχρι το 2009, θα φτιάξει ένα απαράμιλλης ποδοσφαιρικής ομορφιάς σύνολο, θα γνωρίσουμε καταπληκτικούς ποδοσφαιριστές όπως ο Kakà, νεαρούς Ιταλούς star όπως ο Alberto Gilardino, ηγέτες όπως ο Jaap Stam, στρατιώτες όπως ο Marek Jankulovski και αναγεννημένους πρωταθλητές όπως ο Cafu.

 

 

Ο μόνος λόγος που η Milan του Ancelotti δεν αναγνωρίστηκε όσο της έπρεπε, είναι ότι την είχε προλάβει η Milan του Sacchi και όπως είναι λογικό η επανάληψη δεν εκπλήσσει όσο η πρώτη προβολή. Από το ’03 μέχρι το ’07 η Milan δίνει το παρών σε τρεις τελικούς Champions League, ρεκόρ ασύλληπτο αν συνυπολογίσει κανείς τη νέα δομή της διοργάνωσης, ενώ τις δύο «αποτυχημένες» αποκλείεται στα ημιτελικά του θεσμού. Κατακτά το τρόπαιο δύο φορές, το χάνει με απίθανο τρόπο σε «εκείνον» τον τελικό της Κωνσταντινούπολης επειδή η μοίρα το χρωστούσε στη Liverpool. Είναι και με τη βούλα η πιο «ευρωπαϊκή» ομάδα της Ιταλίας, μια από τις πιο επιτυχημένες όλων των εποχών στο Κύπελλο Πρωταθλητριών, τη σέβονται σε όλο τον πλανήτη, το brand της είναι σταθερά στο top5 των πιο αναγνωρίσιμων club στο αθλητικό/ποδοσφαιρικό γίγνεσθαι.

ΠΑΡΑΚΜΗ, ΑΛΛΑΓΗ ΣΚΥΤΑΛΗΣ, ΤΕΛΟΣ ΕΠΟΧΗΣ

Η τελευταία δεκαετία είναι παράταιρη, είναι η λιγότερο “Milan” απ’ όλες. Ο θείος Φέστερ χάνεται στο λαβύρινθο ενός ποδοσφαίρου που πλέον είναι άμεσα συνυφασμένο με το marketing, ενός προϊόντος διεφθαρμένου (υπόθεση calciopolis) και ανυπόληπτου. Η Milan ουσιαστικά «τελειώνει» 31 Μαΐου του 2006 όταν ο Roman Abramovich με μια λιτή ανακοίνωση φέρνει τον Andriy Shevchenko στο Λονδίνο για την Chelsea έναντι 42 εκατομμυρίων ευρώ. Ο Galiani επιδίδεται σε ένα γαϊτανάκι μεταγραφών, ψάχνει διαρκώς το «μεγάλο κόλπο». Πληρώνει 22 εκατομμύρια στην Internacional του Porto Alegre για το δελτίο ενός παιδιού που δεν είχε κλείσει καν τα 17 του χρόνια, του Αλεξάντρε Πάτο. Δίνει 10 εκατομμύρια στη Fluminense για τον Τιάγκο Σίλβα, «ανοίγεται» σε πολύ δύσκολες αγορές όπου κουμάντο κάνουν αποκλειστικά τα μεγάλα γραφεία και πολύ δύσκολοι ατζέντηδες. Και το αποτέλεσμα είναι η Milan να μετατραπεί από υποδειγματικό club σε super market, τη γνώση την αντικαθιστούν οι «γνωριμίες».

Θα έλθει μόνο ένα scudetto, εκείνο του 2010/11, γιατί οι αγαστές σχέσεις με τον Mino Raiola δεν φέρνουν μόνο Zlatan. Φέρνουν και Balotelli, Rodrigo Ely, Salomon, Mattioni, Lucas Roggia. Στα επίσημα του San Siro εμφανίζονται ολοένα και συχνότερα «μούρες» όπως ο Gilmar Veloz και ο Kia Joorabchian, το κακό είναι ότι στο χορτάρι από την άλλη παρελαύνουν οι Viudez, οι Cardacio, οι Traoré, οι Emanuelson, οι Didac (ο σημερινός αριστερός μπακ της ΑΕΚ). Ο θείος Φέστερ είναι χαμένος σε ένα ιδιότυπο Football Manager δικής του επινόησης, δέχεται οποιαδήποτε «συμβουλή» από τους ατζέντηδες που σουλατσάρουν στο parterre και στα φίνα εστιατόρια του Μιλάνου, πληρώνει αφειδώς για πρώην παίκτες όπως ο Gianluca Zambrotta (28 εκατ. ευρώ συμβόλαιο), ο Emerson (14 εκατ. ευρώ), ο Essien (7μισι εκατ. συμβόλαιο), ο Diego Lopez, ο Nigel de Jong, ο Flamini, ο Mexès, ο Montolivo, ο Honda. Η λίστα είναι ατέλειωτη. Η Milan δεν φτιάχνει ποτέ κορμό, δεν ξαναστήνεται ποτέ στα πόδια της, είναι μια ξεπεσμένη αριστοκράτισσα που εξακολουθεί να πληρώνει αδρότατα παρά την οικονομική της δυπραγία.

Το Δεκέμβριο του 2013, με το καράβι να βυθίζεται, ο Adriano Galiani παραιτείται. Ο Silvio έστω προσωρινά (ξανα)ασχολείται με το παραπαίδι του. Κατόπιν συνεννόησης με την κόρη του, τη Barbara, κατορθώνει και μεταπείθει το θείο Φέστερ επινοώντας μια διοικητική διαρχία που αποδεικνύεται επίσης καταστροφική. Ο Galiani είναι «υπεύθυνος αγωνιστικού», η Barbara υπεύθυνη σε όλα τα υπόλοιπα – οικονομικών συμπεριλαμβανομένων. Η αποστολή της ωστόσο είναι το enquiry της αγοράς για απεμπλοκή της οικογένειας από το ποδόσφαιρο διότι η ενασχόληση πλέον με τη Milan είναι επιζήμια. Σε όλο αυτό το πανηγύρι, ο κόσμος μοιάζει αποσβολωμένος. Κανείς δεν αντιδρά, κανείς δεν έχει το κουράγιο να αντιδράσει για την ακρίβεια. Απλώς αποστασιοποιείται και αηδιασμένος υποστηρίζει ότι «έχει πάψει να ασχολείται». Γίνονται προσπάθειες να χτυπηθεί στο θυμικό το κοινό (περίπτωση Seedorf) αλλά τα αποτελέσματα δεν βοηθούν, ενώ τα οικονομικά στοιχεία προειδοποιούν ότι επέρχεται καταστροφή.

Ο Montella υπόσχεται ένα νέο ξεκίνημα, μακριά από την ανυποληψία της έβδομης ή ακόμα και της δέκατης θέσης, κατακτά ένα Super cup το οποίο μια δεκαετία πίσω θα σήμαινε περίπου τίποτα. Η ομάδα όμως, ο οργανισμός καλύτερα, είναι βαριά άρρωστος. Και η Barbara εξακολουθεί να πνέει μένεα. Ο ισολογισμός παρουσιάζει ζημίες ύψους 90 εκατομμυρίων, η Barbara χτυπάει το χέρι στο τραπέζι του πατέρα της: «πούλα επιτέλους την ομάδα». Και την πούλησε. Με μια αγοραπωλησία που πέρασε από χίλια κύματα, με καθυστερήσεις στην καταβολή των δόσεων, με μια κάποια υπεραξία, πλην όμως χωρίς το πιστοποιητικό πια της καλύτερης ομάδας στο ευρωπαϊκό στερέωμα.

Το brand αντέχει, ο κόσμος όμως προχωρά και το μεγάλο πρόβλημα της Milan είναι πως εδώ και μια επταετία αποτελεί μια ανάμνηση. Μια πολύ όμορφη ανάμνηση που κινδυνεύει ωστόσο να περάσει στη λήθη γιατί όπως ο (πρώην πια) ιδιοκτήτης της, χάθηκε στη μετάφραση. Η φανέλα όμως είναι φανέλα και ο διάβολος επιστρέφει πάντα όταν τον θεωρούν άπαντες εξαφανισμένο. O mia bella Madunina che te brilet de luntan, tuta d'oro e piscinina ti te dominet Milan...

Πηγή:Sport24.gr

Balla.com.cy's picture

Balla.com.cy