Επαίτης για λίγο καλό ποδόσφαιρο…

Stoiximan: Παίξε με 100€ bonus, Καθημερινές προσφορές στο Παγκόσμιο*, 300+ ειδικά στοιχήματα σε κάθε αγώνα, 600+ Μακροχρόνια ειδικά!

Το Παγκόσμιο Κύπελλο είναι το ασφαλέστερο καταφύγιο, ακόμα και για αυτούς που δεν έχουν τίποτα άλλο για να πιαστούν. Είναι το βιβλίο της ζωής μας.

Ο χρόνος είναι αέρας. Άυλος. Απροσδιόριστος. Ψευδαίσθηση. Είναι η ακαθόριστη κίνηση της ύπαρξης και των γεγονότων στο παρελθόν, το παρόν, και το μέλλον, θεωρούμενη ως σύνολο.

Για να τον ερμηνεύσει, για να τον προσαρμόσει στο δικό του γνωστικό σύστημα, ο άνθρωπος τον… τεμάχισε σε χρόνια, σε μήνες, μέρες, σε ώρες, σε δευτερόλεπτα.

Μόνο που υπάρχει και μία άλλη αυθαίρετη μονάδα μέτρησης που προσδιορίζει το δικό μας αποτύπωμα στο χρόνο και την πορεία μας σε αυτόν: λέγεται Παγκόσμιο Κύπελλο.

Για έναν μυστήριο (ή μυστηριακό) λόγο δεν υπάρχει άνθρωπος που να ασχολείται με το ποδόσφαιρο και να μην προσδιορίζει την εξέλιξη της ύπαρξης του με τα καλοκαιρινά Μουντιάλ. Εικόνες, χρώματα, οσμές από την παιδική ηλικία που πλημμυρίζουν το μυαλό κάθε τέσσερα χρόνια.

Είναι σοκαριστικό, μα όσο πιο πίσω γυρνάει το ρολόι, τόσες περισσότερες λεπτομέρειες ανασύρονται από τον σκληρό δίσκο του εγκεφάλου. Όσο μεγαλώνεις, θυμάσαι τα πάντα από την πρώτη διοργάνωση που «ρούφηξες», μα σχεδόν τίποτα από αυτή που έγινε πριν από τέσσερα χρόνια. Ένα μαγικό ταξίδι που εξηγεί και την δική σου πορεία στο χρόνο.

Το 1986 ήμουν επτά ετών. Το σαλόνι στο ασφυκτικό δυάρι του Νέου Κόσμου γινόταν κανονική εξέδρα, ο καναπές, η καρέκλα δεν χώραγε άλλους κι εγώ καθισμένος στο μωσαϊκό πλακάκι να χαζεύω το καταπράσινο χορτάρι και τους πρώτους ήρωες που σφηνώθηκαν στο μυαλό του.

Την ώρα που ο πλανήτης υποκλίνονταν στην διάνοια, στην πονηριά, την καπατσοσύνη του Ντιέγκο Μαραντόνα, εγώ κόλλησα για πάντα με τον Μανουέλ Νεγκρέτε.

Δεν είχα ξαναδεί ποτέ στην ζωή μου κάτι τέτοιο, μαγεύτηκα, τρελάθηκα, έμεινα εκεί. Μόνος μου, κρυφά, προσπάθησα να αντιγράψω αυτό το ακροβατικό γκολ απέναντι στην Βουλγαρία αμέτρητες φορές. Στο κρεβάτι των γονιών μου, στο μπαλκόνι, στο σχολείο, με το μαξιλάρι, με μπαλόνι, με αερόμπαλα, το αποτέλεσμα ήταν μόνο μελανιές -πάλι καλά δεν έσπασα ποτέ τίποτα.

Από τότε, υποστηρίζω παντού και πάντα Μεξικό. Ξέρω είναι διαστροφή. Τα αποτυπώματα, όμως σε μία παιδική ψυχή δεν φεύγουν ποτέ.

Θυμάμαι τα πάντα. Τα κρυφά ξενύχτια για να μην χάσω ούτε δευτερόλεπτο, το βουβό κλάμα και την νεκρική σιγή στο σπίτι / γήπεδο, όταν η Βραζιλία αποκλείστηκε στα πέναλτι στον προημιτελικό με την Γαλλία, αυτό το τελευταίο δεν ήταν κάτι απλό.

Για να μπεις στο σπίτι έπρεπε πρώτα να υπογράψεις δήλωση οπαδικών φρονημάτων πως θα είσαι με αυτούς που φοράνε τα κίτρινα, αλλιώς έτρωγες πόρτα. Λες και ζούσαμε σε καμιά φαβέλα του Ρίο Ντε Τζανέιρο να πούμε, λες και γεννηθήκαμε χορεύοντας σάμπα και πίνοντας καϊπιρίνιες.

Για κάποιο περίεργο λόγο, όλοι γνώριζαν ότι ο Σόκρατες ήταν γιατρός και τσακώθηκε με τον πατέρα του επειδή παράτησε την ιατρική, πως ο Ζοσιμάρ ήθελε να γίνει μποξέρ, πως ο Ζίκο είναι ο “λευκός Πελέ” και πως η οικογένεια του είχε πολλά λεφτά, πως ο Μπράνκο είχε τόσο δυνατό σουτ που κάποτε είχε σκοτώσει ένα γάιδαρο και πως αυτός που φορούσε γάντια σε αυτή την ομάδα ήταν πάντα ένας κλόουν που έκανε ότι μπορούσε για να χάσουν.

Δεν καταλάβαινα τίποτα από όλα αυτά, αλλά… ρουφούσα κάθε πληροφορία.

Επίσης, εκείνο το καλοκαίρι έμαθα πως οι Βραζιλιάνες είναι οι πιο όμορφες γυναίκες στον κόσμο και πως όταν μεγαλώσω πρέπει οπωσδήποτε να πάμε στη Βραζιλία για να τις δούμε, κάτι που για κάποιο λόγο έκανε την μαμά να θυμώνει και εμένα να μην καταλαβαίνω απολύτως τίποτα πια.

Ήταν τέτοιο το πένθος για τον αποκλεισμό της Βραζιλίας, που από εκείνο το βράδυ δεν ξαναείδαμε ματς εκείνου του Μουντιάλ στο σπίτι. Σαν είχε τελειώσει. Θυμάμαι μία ολόκληρη πιτσαρία να φτύνει την μπουκιά της και να αναποδογυρίζει τα τραπέζια στο γκολ του Μαραντόνα απέναντι στην Αγγλία, ένα ουζερί να ουρλιάζει με τους Γάλλους που απέκλεισαν την ομαδάρα και κάθισαν και έχασαν από τους Γερμανούς στον τελικό και την βιασύνη να τελειώσουμε το κυριακάτικο μπάνιο για να πάμε να δούμε τον τελικό.

To 1990 ήμουν πιο έτοιμος. Στο μεσοδιάστημα κατάλαβα πολύ καλά γιατί όλοι υποστήριζαν αυτούς με τα κίτρινα. Μία μεταγλωττισμένη η βιντεοκασέτα με την ιστορία των Παγκοσμίων Κυπέλλων έλιωσε από το πολύ παίξιμο, σχεδόν έμαθα κάθε της δευτερόλεπτο.

Την έχω ακόμα, αυτό που δεν έχω είναι βίντεο για να παίξει!

Στα 11 μου είχα προμηθευτεί με ένα μικρό μπλοκάκι, στο οποίο είχα σκοπό να καταγράψω κάθε παιχνίδι. Σκορ, σκόρερ, συνθέσεις, κριτική αγώνα, για κάποιο διαστροφικό λόγο είχε και κριτική διαιτητή, λες και στα 11 μου μπορούσα να κρίνω διαιτητικές αποφάσεις. Στο τέλος του Μουντιάλ, όμως ήμουν πια σίγουρος τι ήθελα να γίνω, όταν μεγαλώσω. Αυτό το αστείο παιδικό μπλοκάκι με τις πολύχρωμες σελίδες και τα αστεία (μου) γράμματα το έχω ακόμα. Η πρώτη μου ολοκληρωμένη δημοσιογραφική δουλειά.

Το 1994 είχα πια την δική μου τηλεόραση στο δωμάτιο μου. Μεγαλείο! Απλώς, έπρεπε να την έχω σχεδόν στο mute και να έχω το πρόσωπο κολλημένο πάνω της για να μην χάσω ούτε δευτερόλεπτο από τα σκληρά μεταμεσονύχτια ματς. Αντί για μπλοκάκι είχα πια δημοσιογραφικό κασσετοφωνάκι. Το μικρόβιο είχε μπει για τα καλά μέσα μου.

Τέσσερα χρόνια αργότερα, πρωτοετής φοιτητής πια, αμφισβητούσα τα πάντα, το ποδόσφαιρο, τη ΦΙΦΑ, το Μουντιάλ, την παγκοσμιοποίηση, την εμπορευματοποίηση και όλα τα εις -οίηση και το 2002 στο πτυχίο πια, προσπαθούσα να συνδυάσω εξεταστική, διάβασμα, άγχος, επαγγελματική αβεβαιότητα, μαζί με μπάλα και πρωινό ξύπνημα.

Το 2006, ήμουν πια φρέσκος πολίτης, με το στρατιωτικό απολυτήριο ανά χείρας και όλη τη ζωή μπροστά μου, ατο πρώτο μου Μουντιάλ σε εφημερίδα και το 2010 είχα την πρώτη εμπειρία από κοντά με το αξέχαστο ταξίδι στο Κέιπ Τάουν, έστω για την κλήρωση της διοργάνωσης.

Το 2014 βίωσα το τελευταίο μου Παγκόσμιο Κύπελλο σε εφημερίδα, το χαρτί σβήνει σιγά – σιγά, όλα γίνονται ηλεκτρονικά, πρέπει να μάθουμε τι λένε τα… κομπιούτερς κι οι αριθμοί και σε αυτά τα τέσσερα χρόνια που μεσολάβησαν, παντρεύτηκα, νοικοκυρεύτηκα, έγινα δύο φορές πατέρας, μα αυτό που δεν άλλαξε ποτέ από μέσα μου, όλα αυτά τα χρόνια ήταν αυτή η λαχτάρα, η προσμονή, η αδημονία να αρχίσει το Μουντιάλ

«Τα χρόνια πέρασαν και τελικά κατάφερα να αποδεχθώ αυτό που είμαι: ένας επαίτης για καλό ποδόσφαιρο. Ταξιδεύω σε όλο τον κόσμο και μέσα τα γήπεδα με το χέρι απλωμένο παρακαλώ για μία όμορφη ενέργεια, για όνομα του Θεού! Κι όταν το καλό ποδόσφαιρο έρχεται, τότε ευχαριστώ για το Θείο θαύμα και αδιαφορώ για το ποια χώρα ή ποια ομάδα μου το πρόσφερε».

Ο Εδουαρδο Γκαλεάνο είχε απόλυτο δίκιο. Το ποδόσφαιρο είναι πιθανώς η καλύτερη τροφή της ψυχής. Κανείς δεν ξέρει το γιατί, μα ναι, μία μπάλα που πετάει στον αέρα ή κυλάει στο χορτάρι μπορεί να καθορίσει μία ανθρώπινη ύπαρξη. Είναι ένα καταφύγιο, ίσως το τελευταίο, ακόμα και για αυτούς που δεν έχουν κανένα μέρος στον κόσμο, εκτός από τις αναμνήσεις τους…

BET ON ALFA: Παίξε online και πάρε Bonus 100% με την πρώτη κατάθεση μέχρι 100 Ευρώ