Δημήτρης Μητροπάνος: Στα ίχνη ενός Θρύλου

Stoiximan: Παίξε με 100€ bonus, Καθημερινές προσφορές στο Παγκόσμιο*, 300+ ειδικά στοιχήματα σε κάθε αγώνα, 600+ Μακροχρόνια ειδικά!

Πριν έξι χρόνια η φωνή του σίγησε, η καρδιά του σταμάτησε, όμως ο Δημήτρης Μητροπάνος δεν βγήκε από μέσα μας ποτέ.

Ντούσαν Ίβκοβιτς: “Ο Μητροπάνος ήταν μάγκας και μεγάλος Oλυμπιακός”

Για να μιλήσει για τον φίλο του ήθελε πρώτα να πιει δυο γουλιές ουίσκι. Η φιλία και η φωνή. Η άγνωστη συγκλονιστική ιστορία και το μεγάλο πάθος για τον Ολυμπιακό. Ο Ντούσαν Ίβκοβιτς άνοιξε την καρδιά του για τον τραγουδιστή Μητροπάνο, αλλά πάνω απ’όλα για τον φίλο του, τον Δημητράκη.

Το ραντεβού στο σπίτι του Ντούσαν Ίβκοβιτς ήταν στις 10 το πρωί. Η σύζυγός του μας υποδέχθηκε και περάσαμε στο σαλόνι. Με το βλέμμα πότε στη θάλασσα, που έλαμπε μέσα απ’την μπαλκονόπορτα, και πότε στις φωτογραφίες στις κορνίζες, αρχίσαμε να ετοιμαζόμαστε για τη συνέντευξη.

Ο Ίβκοβιτς εμφανίστηκε σχεδόν δέκα λεπτά αργότερα. Μας άπλωσε το χέρι του να συστηθούμε και η πρώτη ερώτηση μας αιφνιδίασε. “Θέλετε ένα ουίσκι;” Ξαφνιαστήκαμε και αρνηθήκαμε, αλλά η στάση του ήταν τέτοια που αμέσως είπαμε ναι σε ένα ποτήρι κρασί.

Όταν ολοκληρώθηκε η συνέντευξη, έγινε απολύτως κατανοητό γιατί ο Ντούσαν Ίβκοβιτς ήθελε ένα ποτήρι ουίσκι, ακόμα και τόσο νωρίς το πρωί. Μπορεί να είχε συμφωνήσει να μας παραχωρήσει αυτήν τη συνέντευξη, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως ήταν εύκολο για εκείνον να μιλήσει για τον φίλο του.

Δεν είναι πως έπινε καθ’όλη τη διάρκεια, πως μας μιλούσε με το ποτήρι στο χέρι. Το άφησε κάτω στο πάτωμα όταν ξεκινήσαμε και το έπιασε ξανά μόνο αφού είχαμε τελειώσει. Όμως εκεί, στην αρχή, ήθελε δυο γουλιές κουράγιο σε υγρή μορφή.

Κατά τη διάρκεια της κουβέντας, υπήρχαν εναλλαγές. Πότε μιλούσε για τον Δημήτρη Μητροπάνο, πότε για τον Δημήτρη σκέτο, πότε τον έλεγε απλώς Δημητράκη. Πότε προσπαθούσε να αποστασιοποιηθεί και να δώσει μια συνέντευξη “σαν όλες τις άλλες” ως ο μεγάλος προπονητής, πότε δεν τα κατάφερνε και γινόταν ο απλός άνθρωπος, που μιλάει για έναν καλό του φίλο.

Ελάχιστα απ’όσα μας είπε προέκυψαν απ’τις ερωτήσεις μας. Ο Ίβκοβιτς πήρε φόρα και μιλούσε, ξεχνώντας το προσωπείο του σκληρού και έμπειρου προπονητή, που θα πει στον Τύπο μόνο αυτά που θέλει αυτός. Ήθελε να πει όσα περισσότερα μπορεί, για τον τραγουδιστή Μητροπάνο, για τον φίλο του Δημήτρη.

Πατούσε φρένο μόνο όταν ένιωθε πως θα τον παρασύρει το συναίσθημα. Στο τέλος της συνέντευξης, δεν τα κατάφερε. Ή για να το θέσουμε αλλιώς, η συνέντευξη σταμάτησε όταν το συναίσθημα τον κατέκλυσε. Τα κόκκινα μάτια του ήταν οι τίτλοι τέλους της κουβέντας. Μια εικόνα που μας άφησε αμήχανους να τον κοιτάμε να σταματάει τα λόγια του. “Η φιλία του για μένα θα μείνει όσο είμαι κι εγώ στη ζωή. Ήταν μεγάλος φίλος και τον χάσαμε”, μας είπε και έκανε μια μεγάλη παύση.

Κοιτούσε πότε τη θάλασσα και ποτέ εμάς και κάπου εκεί έγινε πράξη το “μάθε στα μάτια μου να διαβάζεις όσα με λόγια δεν σου έχω πει”.

“Πάντα πίστευα ότι φιλία πραγματική κι ειλικρινής, μπορεί να γίνει μόνο με κάποιον που ξέρεις από μικρός, απ’το δημοτικό. Κι έχω τέτοιους φίλους. Ο Δημητράκης ήταν ένας απ’τους λίγους, ίσως ο μοναδικός που γνώρισα μεγάλος. Είχαμε μια φιλία 20 χρόνια, ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, και μπορώ να πω πως ήταν ένας απ’τους καλύτερους φίλους μου. Έτσι ένιωθα, έτσι νιώθω και τώρα.

Είναι δύσκολο να πω τι μας ένωσε. Σίγουρα δεν μας ένωσε το ελληνικό λαϊκό τραγούδι. Εγώ το λαϊκό τραγούδι το γνώρισα νωρίς, το 70, μέσω του Μπάγεβιτς, που ήταν μεγάλος παίκτης. Δεν μπορώ να πω πως ήταν το τραγούδι του Μητροπάνου που μας ένωσε, παρόλο που ο Δημήτρης είχε μια μοναδική λαϊκή φωνή, που σίγουρα ξεχωρίζει. Όποιος ακούσει, αμέσως θα καταλάβει, και θα μείνει για γενιές.

Αυτό που μας έκανε καλούς φίλους είναι η ψυχική επαφή. Και στη δουλειά μου το πίστευα: αν δεν έχεις ψυχική επαφή με τον παίκτη, δεν θα γίνει δουλειά ποτέ. Αυτήν την επαφή είχαμε. Ίσως να μοιάσαμε σ’αυτό το θέμα, της ψυχής.

Ο Δημήτρης ήταν ένας άνθρωπος μοναδικός, πολύ άντρας και πολύ μάγκας. Για να το πούμε με απλά λόγια. Μετά βγήκαν όλα τα άλλα, το ένα μετά το άλλο.

Γνωριστήκαμε στις αρχές του 90’. Ο κουμπάρος μου, ο Τάκης Πανελούδης, ήταν πολύ φίλος του Δημήτρη απ’τον στρατό. Μέσω του Τάκη τον γνώρισα κι αυτή η φιλία άρχισε πολύ γρήγορα, πήρε μια βάση να κρατήσει. Δεν ήμασταν φίλοι για να πάω στο πρώτο τραπέζι και να χαϊδευόμαστε, συνέχεια είχαμε οικογενειακή επαφή.

Όλα τα προσωπικά του τα ήξερα, μου τα έλεγε. Ήξερα για τον πατέρα του, που νόμιζε πως τον έχασε όταν ήταν μικρός και τελικά έμαθε μεγάλος πως ζούσε.

Η ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΥΙΟΘΕΣΙΑΣ

Μία απ’αυτές τις ιστορίες είναι πως στις αρχές του 90’ ο Δημήτρης κι η Βένια δεν μπορούσαν να κάνουν παιδιά. Το ξέρετε αυτό; Δεν είναι ούτε μυστικό, ούτε το λέω για να προσβάλω κάποιον. Είχαμε τον πόλεμο πάνω στη Σερβία. Και είπαν σ’εμένα και τη σύζυγό μου τη Νένα πως θέλουν να υιοθετήσουν ένα παιδί από τον πόλεμο. Τους είπα θα κάνουμε μια προσπάθεια, γιατί όντως ήθελαν να αποκτήσουν ένα γιο από εκεί και τα λοιπά.

Για έναν ξένο, όπως ήταν ο Δημήτρης κι η Βένια, η διαδικασία ήταν πολύ δύσκολη. Ευτυχώς είχαμε μια φίλη δικηγόρο, που ήταν απ’το μπάσκετ, η γυναίκα του Κιτσάνοβιτς, η Λόλα. Εκείνη έκανε φοβερή προσπάθεια, που κράτησε αρκετό καιρό. Και της είχα πει ‘πρόσεξε, αν μπορείς να μάθεις και τις ρίζες του παιδιού’. Η ρίζα για μένα ήταν πολύ σημαντικό, να ξέρει ο Δημήτρης.

Τελικά, όταν ήταν όλα έτοιμα, να ανεβούμε πάνω, να πάμε και στην ελληνική πρεσβεία, στο προξενείο, μου λέει ο Δημήτρης ‘η Βένια έμεινε έγκυος, αλλά να ξέρεις εγώ θα το πάρω το παιδί, δεν έχουμε πρόβλημα’. Του λέω ‘άκουσε με, σε παρακαλώ μην το κάνεις. Πίστεψε με και για το μέλλον, μην το κάνεις’.

Κι ευτυχώς με άκουσε, ήμασταν πραγματικοί φίλοι. Κι έτσι τον Μάιο του 1995 γεννήθηκε η μεγάλη κόρη η Αναστασία και μετά ήρθε η Μυρσίνη και είχαμε αυτήν τη μεγάλη τύχη. Δεν ξέρω, αν ήταν τότε χαλαροί, αν ξέχασαν την πίεση και τα υπόλοιπα. Εμείς και σήμερα έχουμε επαφή και με τη Βένια και με τα παιδιά.

Εγώ δεν ήθελα να το πάρει το παιδί. Σκέφτηκα πως αφού είναι στο δρόμο ένα παιδί και έρχεται, είναι έγκυος η σύζυγός σου, δεν φέρνεις το άλλο παιδί, έτσι σκέφτηκα. Πίστευα πως έπρεπε να δώσει όλη την αγάπη στο παιδί που ερχόταν. Η αγάπη ξεκινάει απ’την κοιλιά, δεν ξεκινάει μετά. Έτσι σκέφτηκα, μην το κάνεις, μην το κάνεις.

Ήταν πολύ θετικό, που ήθελε να υιοθετήσει ένα Σερβάκι, αλλά με άκουσε. Σίγουρα μίλησε και με τη Βένια”.

“Ο Δημήτρης ήταν πολύ, πολύ μεγάλος Oλυμπιακός. Μιλάγαμε πολύ για το μπάσκετ. Ήταν πιο πολύ άνθρωπος του ποδοσφαίρου, όπως και οι περισσότεροι. Μιλάγαμε για παλιές γενιές, για ποδόσφαιρο και μπάσκετ, ήξερε πάρα πολλά. Κάθε μέρα έπαιρνε αθλητική εφημερίδα, ήταν πάρα πολύ καλά ενημερωμένος.

Σαν Ολυμπιακό τον κάλεσα πολύ αργά, το 2011-12, κάπου εκεί. Παίξαμε με την ιταλική ομάδα, τη Σιένα και την κερδίσαμε 50 πόντους στο πρώτο παιχνίδι. Τον κάλεσα στο επόμενο ματς και ήρθε με τη γυναίκα του και τον καλό του φίλο απ’τα Τρίκαλα, τον Βασίλη. Μπαμ, χάσαμε το παιχνίδι. Μετά τον αγώνα, ήταν αργά και είχα κλείσει τραπέζι στο Μικρολίμανο, στον Παπαϊωάννου. Ήταν τόσο μουτρωμένος, τόσο στεναχωρημένος, πιο πολύ από μένα.

Εγώ είχα χάσει το παιχνίδι και δεν είχα την ίδια ψυχική κατάσταση. Ξέρω πολύ καλά τι είναι μια ήττα και μια νίκη, αλλά κι απ’την ήττα πρέπει να μάθεις και να συνεχίσεις. Αλλά ο Δημήτρης στεναχωρήθηκε πάρα πολύ και λυπήθηκα για τον Δημήτρη, δεν μπορούσα να τον βλέπω, πω πω πω, ήταν μουτρωμένος.

Μετά την ήττα απ’τη Σιένα λυπήθηκα για τον Δημήτρη, ήταν τόσο στεναχωρημένος, πιο πολύ από μένα

Oλυμπιακός πολύ μεγάλος. Είχε σίγουρα σημασία που ήμουν στον Ολυμπιακό κι αυτός ήταν μεγάλος φίλαθλος, αλλά δεν πιστεύω πως έπαιζε ρόλο που ήμουν εγώ στην ομάδα. Σίγουρα είχε λατρεία στον Γκάλη, γιατί με αυτόν η Ελλάδα πήρε το χρυσό το 1987. Από τους ποδοσφαιριστές δεν θυμάμαι πολύ καλά. Λάτρευε το NBA και ήξερε πάρα πολύ από αθλητισμό”.

“Για μένα η ελληνική λαϊκή μουσική είναι η καλύτερη. Ξέρω τι είναι κλασική μουσική, τι είναι τζαζ, τι είναι ροκ, τι είναι ποπ, κτλ. Είναι με μεγάλη διαφορά η καλύτερη μουσική που υπάρχει σ’όλον τον κόσμο, η ελληνική, η λαϊκή όμως.

Ήταν ένας μεγάλος καλλιτέχνης, ένας σούπερ σταρ. Είναι δύσκολη δουλειά να κρατάς συνέχεια σε ένα υψηλό επίπεδο και το τραγούδι και το παιχνίδι σου και την παράσταση στο θέατρο. Δεν μπορείς να πέσεις καμία φορά.

Πιστεύω πως ήταν πολύ διαφορετικός άνθρωπος στην πραγματική ζωή απ’όταν έβγαινε στην πίστα. Στην πίστα ήταν άλλος άνθρωπος. Έξω άνοιγε την ψυχή του. Δεν μιλούσε μόνο αυτή η φοβερή φωνή. Δεν ξέρω όλα τα τραγούδια του, αλλά ξέρω τα περισσότερα. Απ’την αρχή, απ’τον Ζαμπέτα, που τον αγαπούσε πιο πολύ, που μου είχε μιλήσει γι’αυτόν και τον έλεγε δεύτερο πατέρα του. Πιστεύω πως είμαι τυχερός που μπορώ τώρα να σας μιλάω για έναν μεγάλο άνθρωπο.

Ο Δημήτρης κράτησε σε ένα πολύ υψηλό επίπεδο την παρουσία του και το τραγούδι. Κάθε φορά ήταν και καλύτερος. Την πρώτη φορά που αρρώστησε και αδυνάτισε πάρα πολύ, μου είπε κάποια στιγμή ‘θα τραγουδήσω ξανά’. Και το έκανε, τραγούδησε ξανά”.

“Τώρα που θα τελειώσει η συνέντευξη θα πω στη Νένα να μου βάλει τη Ρόζα, που ο Δημήτρης χορεύει. Αύριο θα φύγω να πάω οδικώς στο Βελιγράδι και μάλλον θα πω να μου φτιάξουν μια συλλογή, να ακούω στο δρόμο. Τώρα είμαι φίλος με τον Ρέμο, αλλά θα βάλουμε Μητροπάνο. Να τον ακούσουμε σε όλο το ταξίδι, όλα τα τραγούδια, με ησυχία, να προσέχουμε στίχους, κτλ.

Ο Μητροπάνος ήταν πάντα καλύτερος και καλύτερος. Τότε με τον Τόκα που βγήκαν το Σ’αναζητώ, τα Λαδάδικα, οι Θάλασσες. Σίγουρα κι ο Τόκας ήταν μεγάλος καλλιτέχνης. Σίγουρα χωρίς τον Μητροπάνο δεν θα γίνονταν επιτυχίες αυτά τα τραγούδια, ούτε ο Τόκας τόσο γνωστός, ήταν ένας πολύ σημαντικός συνδυασμός”.

Το μυαλό του επιστρέφει στο ταξίδι που έχει να κάνει προς το Βελιγράδι. “Αλλά είναι καλή ιδέα. Τώρα μόλις τελειώσουμε θα βάλω να μου ετοιμάσουν γρήγορα για να ακούσω στο δρόμο. Ένα ταξίδι πάνω από δέκα ώρες, θα ακούμε μόνο Μητροπάνο.

Με προτίμηση στη Ρόζα; “Δεν μπορώ να πω πως είναι μόνο η Ρόζα, πως αυτό είναι το κορυφαίο τραγούδι του. Αλλά βλέπω έναν Έλληνα που χορεύει ένα ζεϊμπέκικο. Τον βλέπεις, καταλαβαίνεις. Δεν μπορώ να πω πως είναι πρώτο. Είναι όπως όταν με ρωτάνε ποιος είναι ο καλύτερος παίκτης που είχα. Είμαι τυχερός και είχα καλούς παίκτες. Αν κάποιος πει τη Ρόζα, θα συμφωνήσω κι εγώ”.

Η φιλία του για μένα θα μείνει όσο είμαι κι εγώ

Flash-forward. Λίγο αργότερα, η συνέντευξη ολοκληρώνεται. Ξαφνικά, ο Ίβκοβιτς ταράζεται. “Ξέχασα να πω κάτι για τη Βένια, πω πω”. Αισθάνεται άσχημα, σαν προπονητής που στον θρίαμβο ξέχασε να αναφέρει τον άμεσο συνεργάτη του. Δεν θέλει να το αφήσει έτσι. Τα μικρόφωνα επιστρέφουν στη θέση τους, οι κάμερες ανάβουν ξανά, καθόμαστε στις ίδιες θέσεις.

“Είχε μεγάλη συμμετοχή σ’αυτό όλη η οικογένειά του και πιο πολύ η γυναίκα του η Βένια. Πάντα ήταν δίπλα του. Σε όλες τις παραστάσεις. Πρόσεχε πάρα πολύ πώς θα είναι ντυμένος, αν θα βάλει κοστούμι ή μόνο πουκάμισο. Ο Δημητράκης είχε δικό του στιλ, αλλά αυτή η σύζυγος είχε πάντα μεγάλο άγχος δίπλα του. Ο Δημητράκης το καταλάβαινε αυτό. Πολύ αγχωμένη, πολύ κοντά του. Και τώρα μεγαλώνει αυτά τα δύο κορίτσια, που δυστυχώς ο φίλος μας δεν πρόλαβε να δει ένα εγγονάκι.

Δεν τους βλέπανε ποτέ χωριστά. Ποτέ, ποτέ, συνέχεια μαζί. Δεν ήταν ακριβώς προπονήτρια. Αλλά κι εγώ χωρίς τη σύζυγό μου δεν θα είχα φτιάξει τίποτα. Κι η νυχτερινή ζωή δεν είναι εύκολη. Μια ζωή τη νύχτα είναι ανώμαλο πράγμα. Θέλει να έχεις έναν δικό σου άνθρωπο, κάποιον κοντά. Και που να βρεις καλύτερο απ’τη σχέση του Μητροπάνου με τη Βένια. Η Βένια βοήθησε πάρα πολύ και μην το ξεχάσουμε αυτό”.

Παύση, μεγάλη παύση. Ο Ίβκοβιτς δεν θέλει πια να δώσει συνέντευξη. Είναι η ώρα να μιλήσει όπως θα μιλούσε σε γνωστούς, φίλους, off the record, αλλά εντός καρδιάς. Δεν θέλει να φύγουμε χωρίς να μας δώσει να καταλάβουμε τι ήταν γι’αυτόν ο Μητροπάνος, τι είναι ακόμα.

“Και τότε και τώρα, τα πράγματα είναι ίδια. Το συναίσθημα είναι ίδιο, δεν μπορεί να αλλάξει. Είμαι άνθρωπος που δεν ξεχνάω. Το τραγούδι του Δημήτρη θα μείνει για γενιές. Η φιλία του για μένα θα μείνει όσο είμαι κι εγώ. Αυτά. Μεγάλος φίλος και τον χάσαμε. Αυτά. Παρακαλώ”.

Δεν έχει μεγάλο νόημα να προσπαθήσουμε να εξηγήσουμε γραπτώς τη συγκίνησή του, το χρώμα που πήραν τα μάτια του, τα βλέματα που μας έριξε στη σιωπή. Δεν αρκούν ούτε οι φωτογραφίες.

Πηγή:Sport24.gr


Δεν είχε τίποτα πάνω του που να μοιάζει με «πόζα». Τίποτα το «δήθεν», το «τάχα μου». Ήταν ένας μάγκας. Κανονικός. Με την μπέσα και την λεβεντιά που έχουν οι ωραίοι μάγκες.

  Κουβέντες μετρημένες. Δεν «κορδωνόταν», δεν «το έπαιζε κάπως». Και για κείνα τα 2 – 3 πράγματα που ένιωθε να τον σφραγίζουν μιλούσε πάντα με συστολή και με σεβασμό προς τους άλλους. Το ένα ήταν ο Ολυμπιακός. Η τρέλα του!

  Το άλλο, το βαθύ, το εσώψυχο, εκείνο που το τίμησε σε κάθε περπατησιά του, ήταν η καταγωγή του: Είμαι από τη «Μικρή Μόσχα» έλεγε, από την Αγία Μονή, μια συνοικία έξω από τα Τρίκαλα, όπου ήμασταν όλοι ίδιοι – οι αριστεροί, οι αποκομμένοι από την κοινωνία.

  Εκεί στη «Μικρή Μόσχα» στη γειτονιά του, «ό,τι μαγείρευε ο δίπλα, έτρωγε και ο από δω. Μαζί στο σχολείο, στη βόλτα, στο ποδόσφαιρο, όλα μαζί» (συνέντευξη στην Κάλια Καστάνη, DOWN TOWN, Γενάρης 2012).

  Πριν φτάσει ήδη στα 18 του χρόνια να τραγουδάει το «Της Δικαιοσύνης Ήλιε νοητέ» δίπλα στον Θεοδωράκη, στην θρυλική συναυλία του Μίκη το 1966 στη Νέα Φιλαδέλφεια, αν και πιτσιρικάς, είχε ήδη διανύσει μεγάλη διαδρομή.

  Την διαδρομή ενός παιδιού από τα 12 στο μεροκάματο και στη βιοπάλη. Που έμαθε στα 16 του ότι ο κομμουνιστής ΕΑΜίτης και αντάρτης του ΔΣΕ πατέρας του, που όλοι τον θεωρούσαν χαμένο στον Εμφύλιο, ζούσε ως πολιτικός πρόσφυγας στη Ρουμανία – τον συνάντησε για πρώτη φορά το 1977 σε ηλικία 29 ετών, κάποιοι λένε με μυθιστορηματικό τρόπο, ανεβαίνοντας σε ένα λεωφορείο με φιλάθλους του Ολυμπιακού που πήγαινε για αγώνα με τη Δυναμό στο Ζάγκρεμπ.

  Όντας «ανεπιθύμητος» από τα σχολεία των Τρικάλων λόγω «αριστερών φρονημάτων», κατέβηκε στην Αθήνα, το 1964, δίπλα στον μόλις απολυθέντα από την εξορία κομμουνιστή μπάρμπα του, τον αδερφό της μάνας του.

  Ωστόσο, δίπλα στα υπόλοιπα που δεν τον καθιστούσαν ικανό να διαθέτει «πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων», φρόντισε να προσθέσει κι ένα ακόμα: Έγινε μέλος της Νεολαίας Λαμπράκη.

  «Ανεπιθύμητος» και στα σχολεία της Αθήνας. Τελικά έβγαλε το γυμνάσιο σε ιδιωτικό σχολείο. Το πρώτο ηχογραφημένο τραγούδι του, το «Χαμένη Πασχαλιά», το έφαγε η λογοκρισία της χούντας. Οι στίχοι του (Δ.Ιατρόπουλος) ήταν κάπως… «περίεργοι»:

  «Καημός ιδρώτας κι αίμα/ Αχ τι ανάποδη ζωή/ Πλάκωσε πάλι η συννεφιά/ Πήγε στα χαμένα/ Κι ετούτη η Πασχαλιά».

  Για να βγάλει δίπλωμα οδήγησης έπρεπε να περιμένει μετά την μεταπολίτευση (συνέντευξη στην «Μηχανή του Χρόνου»).

  Τον περιγράφανε έτσι: «Γνήσιος». «Ξεχωριστός». «Λαϊκός». «Ντόμπρος». Ήξερε που πατούσε. Σε μια συνέντευξη (στην Κατερίνα Ζαννη, aixmi.gr,) ρωτήθηκε για τον Καζαντζιδη. Απάντησε:

  «Υπάρχουν κάποιοι που λένε “δεν μ’ αρέσει ο Καζαντζίδης”. Δέχομαι να μου πει “δεν μ΄ αρέσει ο Καζαντζίδης”, αλλά μη μου πει δεν αξίζει ο Καζαντζίδης”, γιατί θα του σπάσω το κεφάλι (…). Αγγίζει το τέλειο. Τραγούδησε την ξενιτιά και την προσφυγιά. Από την άλλη πλευρά υπήρχε ο Μπιθικώτσης που είπε την άμμο της θάλασσας. Εγώ έχω δηλώσει μακάρι να είχα τη φωνή του Καζαντζίδη και το ρεπερτόριο του Μπιθικώτση. Όταν ήμουν μικρός και δούλευα με τον Ζαμπέτα μου είχε πει “μην κάνεις το λάθος και προσπαθήσεις να μοιάσεις σε κανέναν γιατί δεν θα είσαι ποτέ τίποτα. Αν μιμηθείς κάποιον θα είσαι πάντα ο δεύτερος”».

  Δεν υπήρξε ποτέ «δεύτερος». Δεν μιμήθηκε κανέναν. Ποτέ.

 Έτσι αληθινά πορεύτηκε κι έτσι «γνήσια» τραγούδησε οτιδήποτε τραγούδησε. Γιατί ό,τι έβγαζε η φωνή του ήταν η αντανάκλαση των ίδιων των βιωμάτων του.

  Είχε εκείνη την άλλη, την δική του «δωρικότητα». Ήταν αληθινός και αυθεντικός κι όταν τραγουδούσε για τις αγωνίες, τους αγώνες και τα βάσανα του λαού, ήταν αληθινός κι αυθεντικός κι όταν τραγουδούσε για την αγάπη και τον έρωτα με εκείνη την «βαριά παλικαρίσια αναπνοή».

  Τον ρωτούσαν για τα τελευταία, για το ΔΝΤ, για την κρίση, για τους «σωτήρες». Δεν του χρειαζόταν να είναι μέσα στις… διαπραγματεύσεις για να ξέρει:

  «Όταν τελειώσουν και με τις τελευταίες διαπραγματεύσεις – έλεγε – θα γίνει κανονικά η κηδεία της ΕλλάδαςΘα μας τα πάρουν όλα. Τα παιδιά θα φύγουν για έξω και… τέλος μείνανε βουβοί και γεμάτοι οι καφενέδες από γέρους και χαφιέδες που μιλάν για προκοπή”. Αυτοί θα είμαστε».

  Δεν αισθανόταν εξαπατημένος, αισθανόταν και ένιωθε αγανακτισμένος. Μιλούσε με εκείνη την αγανάκτηση που μέσα από την «τσαντίλα» για το πώς είναι τα πράγματα γεννιόταν και η ελπίδα για να αλλάξουν. Όταν η ΕΕ έφερε εκείνο το επαίσχυντο αντικομμουνιστικό μνημόνιο επιχειρώντας την άθλια διασύνδεση του κομμουνισμού με το ναζισμό, είχε δηλώσει:

  «Το να πεις ότι αυτά που συμβαίνουν είναι απαράδεκτα είναι λίγο. Συμβαίνουν τόσα πράγματα. Κάθε μέρα σκοτώνουν τον κόσμο, κάθε μέρα κάνουν πράγματα και δεν ασχολείται κανένας. Τώρα ξαφνικά τους πείραξε ότι ο κομμουνισμός είναι βλαβερός. Αν έτσι νομίζουν τι να κάνουμε, δεν μπορούμε να τους πούμε να μην αποφασίζουν. Δικαίωμά τους είναι να αποφασίζουν. Όμως, δικαίωμά μας και μας είναι να αντιστεκόμαστε και να αγωνιζόμαστε και να παλεύουμε. Από μια πλευρά θεωρώ μπας και είναι και λίγο καλό να ξυπνήσουμε και λίγο και να δούμε τι γίνεται, πού βαδίζουμε, πού πάμε, γιατί κάπου βολευτήκαμε, κάπου είπαμε εντάξει, είμαστε καλά, νόμιμο το ΚΚΕ, νόμιμο το ένα, νόμιμο το άλλο, όμως παραγίναμε νόμιμοι. Ισως μας ξυπνήσει λίγο και να ξαναμάθουμε να αγωνιζόμαστε. Καλό θα μας κάνει. Οι προοδευτικοί άνθρωποι που αγωνίζονται και που σηκώνουν το κεφάλι θα το σηκώσουν και θα το σηκώσουν και πιο πολύ. Γι’ αυτό σας λέω, ότι κάπου θα ξυπνήσουν συνειδήσεις, θα ξυπνήσουν πράγματα, θα ξυπνήσουν τα μαζικά κινήματα» ( Ριζοσπάστης, 31/12/2005).

Σε άλλη συνέντευξή του (στην αγαπημένη Ναταλί Χατζηαντωνίου, Ελευθεροτυπία, 2011), ρωτήθηκε για τους κυβερνώντες. Μπορεί να φανταστεί κανείς το ύφος του και τη χροιά της φωνής του όταν απαντούσε:

  «Λένε «θα δημιουργήσουμε». Ρε σεις, δεν έχουν οι άνθρωποι να φάνε, τι θα δημιουργήσετε; Πήρατε από το μισθωτό και το συνταξιούχο, τους τσακίσατε. Τώρα τι; Θα τους θάψετε και θα πάρετε φόρο θαψίματος; Απ’ την άλλη μεριά είναι πρόκληση οι επιχειρηματίες να χρωστάνε δισεκατομμύρια, να μην ξέρουν τι είναι το ΙΚΑ και όχι μόνο να μην τολμάει κανένας να τους πειράξει, αλλά ούτε να αναφέρεται το όνομά τους. Μετά βγαίνει η κυβέρνηση και σου λέει «εμείς θα σώσουμε την Ελλάδα». Άστε το, ρε παιδιά, αρκετά τη σώσατε».

Τραγούδησε για τους «πάντα γελαστούς και γελασμένους». Σε συνέντευξή του στην αγαπημένη Ρουμπίνη Σούλη (Ριζοσπάστης, 2000), τότε που όλοι είχαν χαθεί στις «σομόν» σελίδες των εφημερίδων και από παντού ακούγονταν παιάνες για την νέα μεγάλη ιδέα του έθνους, την είσοδο στην ΟΝΕ, έλεγε:

  «Τα μόνα «προβλήματά» μας είναι το Χρηματιστήριο και το αν θα μπούμε στην ΟΝΕ. Κανείς απ’ αυτούς δε μας είπε ποτέ τι θα συμβεί, αφού μπούμε στην ΟΝΕ. Για το τι έρχεται μετά την ένταξη, γι’ αυτά που θα είμαστε υποχρεωμένοι να κάνουμε. Γιατί τώρα δε μας λένε τίποτα για όλα αυτά; Μόνο λένε και ξαναλένε ότι με την ΟΝΕ μπαίνουμε στους πλούσιους. Ας σοβαρευτούμε, ρε παιδιά! Σε ποιους πλούσιους μπήκαμε; Ποιο είναι το δικό μας βιοτικό επίπεδο σε σχέση με των Γάλλων, των Γερμανών; Πώς θα πάμε; Ξυπόλυτοι στ’ αγκάθια; Γιατί δε μας λένε τι θα συμβεί μετά;».

Έτσι ήταν. Δεν έβγαζε την ουρά του απέξω. Έπαιρνε θέση. Αρχές του 2000, με νωπές ακόμα τις υποθέσεις Οτσαλάν και της ΝΑΤΟικής επιδρομής στη Γιουγκοσλαβία, είχε ρωτηθεί για τη σχέση καλλιτεχνών – κατεστημένου, για το πώς το δεύτερο ασκεί την τακτική των «υποδείξεων» στους πρώτους. Απαντούσε (Ριζοσπάστης, 23/4/2000):

«Έχει αλλάξει και ο τρόπος που αντιμετωπίζονται από το κατεστημένο… Σήμερα, ασκούνται άλλου είδους πιέσεις. Και στην περίπτωση της συναυλίας για τον Οτσαλάν ειδικότερα υπήρξαν φοβερές πιέσεις, τηλέφωνα. Εγώ πάντως δεν τις καταλαβαίνω αυτές τις πιέσεις, που λένε δε θα σε παίξουμε στην τηλεόραση ή θα το πληρώσεις αν δεν είσαι μαζί μας… Όχι, δεν είμαι μαζί τους. Είμαι αυτό που θέλω. Με αυτό που ζητώ να βιώσουν τα παιδιά τα δικά μου και του δίπλα μου, ώστε να μπορέσουν να ζουν ανθρώπινα, ευτυχισμένα. Ας με κυνηγήσουν… Και τι έγινε; Μπορώ να φτιάξω μια καλύτερη κοινωνία; Αυτό με απασχολεί. Εξάλλου, αν πας σε μια διαδήλωση, μπορείς να κάνεις και πέντε φίλους… Μπορεί κάποιοι να με λένε και γραφικό για τις επιλογές μου. Αυτοί, όμως, τι είναι; Εγώ μπορεί να είμαι γραφικός, αυτοί, όμως, είναι δουλοπρεπείς, γλείφτες. Δε με νοιάζουν, ούτε με αφορούν. Έχω την αξιοπρέπειά μου, που λείπει απ’ αυτούς που σκύβουν το κεφάλι και κλίνουν το “βολεύομαι” σε όλες τις πτώσεις».

   Στις 17 Απρίλη του 2012 έφευγε ο Δημήτρης Μητροπάνος. Και τον θυμόμαστε όπως ήταν: Χωρίς «πόζες». Πηγαίος. Χωρίς τίποτα το «δήθεν». Αξιοπρεπής. Χωρίς «τάχα μου». Με κουβέντες μετρημένες. Και καθαρές.  Αυτός ήταν. Ένας μεγάλος τραγουδιστής, ένας μέγιστος άνθρωπος. Ένας μάγκας. Αληθινός. Με την μπέσα και την λεβεντιά που έχουν οι ωραίοι μάγκες.

*Το κείμενο δημοσιεύθηκε στον «Ημεροδρόμο» για πρώτη φορά στις 17 Απριλίου 2016.

BET ON ALFA: Παίξε online και πάρε Bonus 100% με την πρώτη κατάθεση μέχρι 100 Ευρώ