Αγαπάμε να τους “μισούμε”

Stoiximan: Παίξε με 100€ bonus, Live Streaming, παιγνίδια με 0% γκανιότα και τα περισσότερα ειδικά στοιχήματα!

Όχι, δεν μισούμε ανθρώπους του αθλητισμού, αλλά υπάρχουν ορισμένοι που παρά τα επιτεύγματα, το ταλέντο ή την προσφορά τους, έχουν μπει σε μία περίεργη λίστα. Αυτή των ανθρώπων που για κάποιον λόγο αγαπάμε να τους “μισούμε”.

Ανήμερα του Αγίου Βαλεντίνου, δεν μπορέσαμε να αποφύγουμε τις συζητήσεις περί αγάπης, αλλά επηρεασμένοι από την αμερικάνικη αύρα που φέρνει στα γραφεία μας το NBA Greece, το γυρίσαμε σε “Love to Hate”, γιατί πραγματικό μίσος δεν μπορεί να υπάρξει στον αθλητισμό.

“Ποιον αγαπάτε να μισείτε;” Αυτή είναι η ερώτηση που στάλθηκε στους συντάκτες που είναι ερωτευμένοι με τον αθλητισμό  και την οποία καλείται να απαντήσει η ομάδα του Sport24.gr, που βγάζει τα… απωθημένα της. Οι απαντήσεις ασφαλώς και… προκαλούν. Άλλοι κουράστηκαν με τα… αφιερώματα, άλλοι δεν αντέχουν το “θέατρο” και άλλοι απλά “γιατί έτσι”. Απαντήστε κι εσείς ποιον λατρεύετε να μισείτε!

Τον Μάρκο Ματεράτσι ο Ηλίας Ευταξίας

Δεν μπορώ να καταλάβω πως γίνεται να αντιπαθείς αθλητές οι οποίοι έχουν προσφέρει στην άνοδο και βελτίωση του οποιουδήποτε αθλήματος. Δεν είναι λογικό. Βέβαια το κόμπλεξ ή τα ψυχολογικά που μπορεί να έχει φορτώσει κάποιος με τις επιτυχίες του, τους… αντιπάλους, είναι άλλο θέμα που δεν ακουμπάει το αθλητικό κομμάτι αλλά το την επιστήμη της ψυχολογίας.

Για να βρω λοιπόν αυτόν που “αγαπώ να μισώ”, έπρεπε εκτός από εριστικός, κακός χαρακτήρας και ότι άλλο θέλετε να μην έχει προσφέρει τίποτα στο άθλημα και να έχει κερδίσει από αυτό. Μέγα κωλόπαιδο ο Καντονά, για παράδειγμα, αλλά δεν γίνεται να τον μισήσεις ακόμα και αν είσαι Λίβερπουλ. Ο άνθρωπος ζωγράφιζε στο χορτάρι.

Ο Τζόι Μπάρτον είναι σεσημασμένος (φυλακή, αποκλεισμοί, μπουνιές, προκλητικός, βρώμικος), αλλά μέσα στο γήπεδο είναι χρήσιμος με τα ελαττώματά του. Ο Κρεγκ Μπέλαμι είναι χειρότερος και από την κοπέλα μου στην μουρμούρα, ο Ντιούφ έχει φτύσει από συναδέλφους μέχρι μικρά παιδιά στο γήπεδο, έχει σπάσει πόδια, αλλά είναι ένας παίκτης που έχει καλές ποδοσφαιρικές στιγμές. Μετά τη μικρή ανάλυση για να καταλάβουν και οι… πέτρες τι θέλω να πω και αφού δεν έχω προσωπικά με κάποιον παίκτη για να τον βγάλω στη φόρα, θα επιλέξω τον άνθρωπο που δεν ήθελα και δεν θέλω να ξαναδώ με αθλητική περιβολή.

Ο Μάρκο Ματεράτσι στέρησε από το παγκόσμιο ποδόσφαιρο την αγιοποίηση του Ζινεντίν Ζιντάν (καλά okay δεν στην στέρησε, γιατί ο Ζιζού έχει τη θέση του στον θρόνο) και κέρδισε ό,τι έχει στο βιογραφικό του με ξύλο, βρισιές, ύπουλα χτυπήματα και σχεδόν ΚΑΘΟΛΟΥ μπάλα. Δεν θα χωνέψω ποτέ ό,τι έγινε σε εκείνο τον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Η στιγμή που ο Ζιζού περνάει δίπλα από το… δικό του τρόπαιο θα μείνει για πάντα χαραγμένη στη μνήμη μου και δεν είναι από τους φαν του Γάλλου. Για εμένα όμως, ήταν το τελευταίο 10άρι της παλιάς εποχής, εκείνης που έμαθα και αγάπησα το ποδόσφαιρο. Και ο τελευταίος των 10αριών έφυγε με κατεβασμένο κεφάλι από το παιχνίδι που θα έβαζε τον μεγάλο επίλογο την καριέρα του, εξαιτίας ενός μέτριου αμυντικού που έκανε καριέρα με την αλητεία. Υπάρχουν πολλοί όπως αυτός, αλλά εκνευρίζομαι που έχει κατακτήσει τα πάντα (5 πρωταθλήματα, 4 Κύπελλα, 4 Σούπερ Κόπα, Τσάμπιονς Λιγκ, Παγκόσμιο Κύπελλο) ένας τέτοιος τύπος.

Μάρκο, σε ποια είπαμε θα δώσει τη φανέλα του ο Ζιντάν;

Τον Μάικλ Τζόρνταν ο Σπύρος Καβαλιεράτος

Οι Θεοί του μπάσκετ θα με τιμωρήσουν, ο Καίσαρης θα αρχίσει το κράξιμο, αλλά η αλήθεια είναι μία και επί τη ευκαιρία λέγεται. Ο αθλητής που ποτέ δεν υποστήριξα έχει πάψει προ πολλού να πατάει στα παρκέ, αλλά θεωρείται αππό τους περισσότερους στη γη ο κορυφαίος όλων των εποχών σε όλα τα σπορ.

Εξ αιτίας του έγινα φανατικός οπαδός των Πόρτλαντ Τρέιλ Μπλέιζερς, των Φοίνιξ Σανς, των Γιούτα Τζαζ και πολλών άλλων ομάδων που σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση ποτέ δεν θα βρισκόμουν στη δική τους πλευρά. Ηταν όμως οι αντίπαλοι των Σικάγο Μπουλς και του Μάικλ Τζόρνταν.

Ναι, τον Τζόρνταν λάτρευα να μισώ. Οχι γιατί ήθελα να πάω κόντρα στο κύμα, αλλά γιατί πραγματικά δεν τον θεώρησα ποτέ τον κορυφαίο. Ποτέ δεν θα ξεχάσω ότι πήρε το πρώτο του πρωτάθλημα στο ΝΒΑ επειδή τραυματίστηκε ο Μάτζικ Τζόνσον στον πρώτο τελικό στο Σικάγο το 1991. Αν δεν είχε συμβεί το… κακό, ίσως η ιστορία να είχε γραφτεί διαφορετικά.

Ποτέ δεν θα ξεχάσω ότι στους τελικούς του 1992 το Πόρτλαντ τον άφησε να σουτάρει τρίποντα, διότι μέχρι τότε είχε άσχημα ποσοστά από μακριά. Εβαλε σε ένα ματς 6 και από τότε έγινε καλός σουτέρ 3 πόντων.

Ακόμα και τώρα θεωρώ τον Μάτζικ Τζόνσον και τον Κόμπε Μπράιαντ καλύτερούς του. Οχι από αντίδραση, αλλά το πιστεύω. Και τώρα που το ξανασυζήτησα με τον Θέμη, έχει ένα δίκιο. Δεν λάτρευα να τον μισώ… Απλά τον μισούσα.

Τον Ζλάταν Ιμπραϊμοβιτς ο Θέμης Καίσαρης

Βαριά λέξη το μίσος. Θα μπορούσα να τη χρησιμοποιήσω μόνο για παράγοντες, αλλά παντρεύτηκα και είναι κρίμα για τη γυναίκα μου να τρέχει στα νοσοκομεία. Αθλητές γιατί να μισήσω; Να αντιπαθώ μπορεί, ειδικά μικρός το έκανα με μεγαλύτερη ευκολία. Όλοι έχουμε συμπάθειες κι αντιπάθειες στο πραγματικά αληθινό reality που λέγεται αθλητισμός, αλλά όσο μεγαλώνεις καταλαβαίνεις καλύτερα πως ο καθένας έχει τον ρόλο του. Αν έχεις ήρωες, θα πρέπει εκείνοι να έχουν και εχθρούς. Είναι απαραίτητοι και δεν χρειάζεται να τους μισούμε, αρκεί η έχθρα.

Όμως αγαπώ να εχθρεύομαι τον Ζλάταν. Το θέμα είναι παλιό. Πάνε πολλά χρόνια από τότε που έγραφα ξανά και ξανά πως ο μεγάλος Σουηδός δεν έχει δείξει τίποτα στο παλκοσένικο του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου, τα νοκ-άουτ του Champions League. Εννοείται πως δεν τον κατηγορούσα για μη κατάκτηση του τροπαίου: το ποδόσφαιρο δεν είναι ατομικό, οι ομάδες κερδίζουν τίτλους, όχι οι παίκτες.

Το πρόβλημα με τον Ζλάταν ήταν πως είχε παγκόσμια αναγνώριση, ένα συγκλονιστικό πακέτο προσόντων, αλλά δεν έκανε ποτέ τίποτα στα μεγάλα ματς του Champions League. Το έκανα θέμα αρκετές φορές και δεν θα κρύψω πως χάρηκα όταν σταδιακά έγινε ορατό σε ολοένα και περισσότερο κόσμο και ο Αρίγκο Σάκι είπε το περίφημο “Ο Ζλάταν είναι μεγάλος για τα μικρά και μικρός για τα μεγάλα”.

Όμως, τα χρόνια πέρασαν. Με τον καιρό άρχισα να συμπαθώ περισσότερο τη μοναδική αλαζονική περσόνα του Ζλάταν, να αποδέχομαι πως δεν θα τον δω ποτέ να κάνει κάτι μεγάλο στο Champions League. Κάποια στιγμή μου γύρισε εντελώς κι άρχισα να τον στηρίζω στα μεγάλα ματς για να κάνει κάτι σπουδαίο και πλέον μου λείπει που δεν τον βλέπω στα γήπεδα. Love to hate, ο ορισμός.

ΥΓ. Θα έβαζα τον Κόμπι Μπράιαντ, αλλά στην ουσία ο ίδιος δεν μου φταίει σε τίποτα. Αυτό που μισώ πάνω του είναι το γεγονός πως υπάρχουν άνθρωποι που τον βάζουν στο πρώτο ράφι. Μετά τον Ζλάταν, θα αναλάβω τον Μαρσιάλ. Το παιδί που στα 22 του κοιτάει τους συμπαίκτες του με ύφος “εσείς φταίτε που δεν έχω ήδη τρεις Χρυσές Μπάλες”.

Τον Ζοζέ Μουρίνιο ο Χάρης Σταύρου

Μέχρι το 2014 μου ήταν απλά αδιάφορος. Στις 27 Απριλίου του 2014 ομολογώ πως του ευχήθηκα να μην χαμογελάσει ποτέ ξανά σε ποδοσφαιρικό γήπεδο. Βλέπετε γιόρταζα τα γενέθλιά μου με αγώνα της Λίβερπουλ που μετρούσε 16 ματς χωρίς ήττα, βρισκόταν στην κορυφή της Premier League και έδειχνε να πηγαίνει προς την κατάκτηση του πρωταθλήματος. Το γλίστρημα του Στίβεν Τζέραρντ με πόνεσε, όμως ο πανηγυρισμός του Πορτογάλου όταν έγινε το 0-2 στο 94′, μου προκαλεί ακόμη και σήμερα τάσεις για εμετό.

Με τους παίκτες του να σκοράρουν σαν σε προπόνηση μπροστά σε άδειο τέρμα, ο Μουρίνιο άρχισε να πανηγυρίζει με ένα ψεύτικο ύφος που θα ζήλευε και ο χειρότερος ηθοποιός του πλανήτη, πριν γυρίσει προς τον πάγκο του με αυτό το… κατσούφικο πρόσωπο λες και τον έβριζε όλο το γήπεδο. Η Τσέλσι είχε μειώσει τη διαφορά από την κορυφή στους δύο βαθμούς, όμως ο Πορτογάλος σου έδινε την εντύπωση ότι ήθελε απλώς να προκαλέσει, δεν χαιρόταν, δεν χαμογελούσε, δεν ζούσε την στιγμή με ρομαντικό τρόπο.

Κυνικός όσο δεν πάει, μίζερος, ο ορισμός του αντιπαθητικού. Αν ήμουν ιδιοκτήτης θα ήθελα ή έναν “τρελό” σαν τον Κλοπ, έναν ήρεμο σαν τον Βαλβέρδε, ή έναν… γραφικό σαν τον Σιμεόνε για τον πάγκο της ομάδας μου. Σίγουρα όχι τον ΜΟΝΙΜΩΣ στραβωμένο Πορτογάλο.

Τον Ρούντι Φερνάντεθ ο Ηλίας Καλλονάς

Υπάρχουν αρκετές ομάδες που λατρεύω να μισώ, όπως για παράδειγμα οι Μπάγερν, Γιουβέντους, Ρεάλ και Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ. Είναι εμφανές πως δεν μου αρέσουν όσες δημιουργούν δυναστείες στο ποδόσφαιρο, που πολλές φορές δεν είναι σε συνάρτηση με την αγωνιστική εικόνα τους. Και δεν πρόκειται να επεκταθώ περαιτέρω γιατί δεν φτάνουν 300 λέξεις. Η αλήθεια είναι πως σκέφτηκα πολύ, αλλά δεν μου ήρθε στο μυαλό κάποιος ποδοσφαιριστής που πραγματικά αγαπώ να μισώ. Σίγουρα υπάρχουν συμπάθειες και αντιπάθειες, αλλά όχι σε τέτοιο βαθμό που να με κάνουν να αναφερθώ εκτεταμένα σε έναν συγκεκριμένο.

Αντίθετα, μόλις έκανα ένα flashback σε περιπτώσεις παικτών του μπάσκετ, αμέσως το μυαλό μου πήγε στον ένα και μοναδικό Ρούντι Φερνάντεθ. Ο αείμνηστος Φίλιππος Συρίγος είχε χαρακτηρίσει τον Κάρλος Ναβάρο “μπασκετικό σίχαμα”. Θεωρώ πως ένας αντίστοιχος χαρακτηρισμός ταιριάζει και στον Φερνάντεθ. Ναι, είναι παικταράς. Ναι, έχει πραγματοποιήσει σπουδαία καριέρα. Ναι, έχει κατακτήσει δικαιότατα τίτλους και ατομικές διακρίσεις. Αλλά εγώ, προσωπικά, δεν μπορώ να τον βλέπω. Λίγο το γεγονός πως με την εθνική Ισπανίας μάς δημιούργησε… ψυχολογικά, αφού κάναμε να τους νικήσουμε χρόνια, λίγο το αλαζονικό ύφος και η τάση προς την κοροϊδία του αντιπάλου, δεν ήθελε και πολύ για να “δέσει” το… γλυκό.

Δεν με ενοχλεί να είσαι κορυφαίος παίκτης. Μ’ ενοχλεί να το “φωνάζεις” από μόνος σου. Γιατί αν κάποιος είναι όντως τόσο καλός, δεν χρειάζεται την αυτοαποθέωση και την αυτοεπιβεβαίωση. Γι’ αυτό, αν μπορούσα κύριε Ρούντι να σου στείλω μία ευχετήρια κάρτα ένεκα της ημέρας, αυτή θα έγραφε: “Ηρέμησε τη φάση σου”.

Τον Πρέντραγκ Τζόρτζεβιτς ο Μπάμπης Τσιμπίδας

Πέραν πάσης αμφιβολίας, ο Πρέντραγκ Τζόρτζεβιτς υπήρξε ένας χαρισματικός αριστερός εξτρέμ και μία ισχυρή προσωπικότητα. Οι ποδοσφαιρικές ικανότητες του δεν μπορούν να υποτιμηθούν, ανεξαρτήτως συλλογικής προτίμησης. Ωστόσο, παρατηρείται μία μεγάλη διαφορά στην αντιμετώπιση που έχει από τους οπαδούς του Ολυμπιακού, σε σχέση με των άλλων ομάδων. Για την ακρίβεια, με ελάχιστους αθλητές συμβαίνει κάτι τέτοιο και ίσως πρόκειται για μία απόδειξη του πόσο σημαντικός ήταν στην εποχή του. Για τους ολυμπιακούς, ο Τζόρτζεβιτς ήταν συνώνυμο των συνεχόμενων πρωταθλημάτων και ο ηγέτης ενός ποιοτικού συνόλου. Για τους αντίπαλους φιλάθλους ο Τζόρτζεβιτς συνδέθηκε με τη διαιτητική εύνοια που απολάμβανε ο Ολυμπιακός και που καθόρισε νίκες και τίτλους.

Για μένα προσωπικά, ήταν ο «ερυθρόλευκος» που φοβόμουν περισσότερα στα ντέρμπι των αιωνίων αντιπάλων. Όταν η μπάλα πήγαινε από την πλευρά του, ε, δημιουργούταν ένα άγχος παραπάνω σε σύγκριση με τους υπόλοιπους. Ακόμα και όταν τον επιτηρούσε ο Γιούρκας Σεϊταρίδης, ο κατά τεκμήριο κορυφαίος Έλληνας δεξιός μπακ των τελευταίων ετών, πάλι δεν κοιμόσουν ήσυχος.

Κυρίως, βέβαια, το άγχος μεγάλωνε όταν ο Τζόρτζεβιτς έμπαινε στην περιοχή. Γιατί εκεί ήσουν σίγουρος ότι με την παραμικρή επαφή, θα ξαπλώσει στο χορτάρι και ο εκάστοτε διαιτητής θα υποδείξει το σημείο του πέναλτι. Γιατί όσο να ‘ναι, οι ρέφερι της δεκαετίας του 90’ και των αρχών του 2000, είχαν μία αδυναμία στον αρχηγό του Ολυμπιακού. Εννοείται πως υπήρξαν υπερβολές, ούτε όλα τα πέναλτι που κέρδισε και εκτέλεσε ήταν «πέτσινα». Όμως, ποτέ κανείς άλλος δεν κέρδιζε πέναλτι με τόση ευκολία και ποτέ κανείς δεν μισήθηκε τόσο για αυτό…

Τον Νεϊμάρ ο Γιώργος Περπερίδης

Για το ταλέντο του δεν χρειάζεται καμία συζήτηση. Παιχταράς ο Βραζιλιάνος και με το παραπάνω. Για το τι ακριβώς συμβαίνει στο κεφάλι του μπορεί να γίνει μεγάλη κουβέντα όμως. Ταλαιπώρησε ως κακομαθημένος νεόπλουτος την ομάδα που του έδωσε την ευκαιρία να δείξει την αξία του στο κορυφαίο επίπεδο. Δεν σεβάστηκε τους οπαδούς της. Είχε πρόβλημα να είναι δεύτερο βιολί στη Βαρκελώνη, εκεί που σολάρει ο κορυφαίος. Έβαλε δηλαδή τον εαυτό του στο ίδιο σκαλοπάτι με τον Μέσι. Γελάστε ελεύθερα. Δακρύστε κιόλας.

Δεν του έφταναν τα 30 εκατ. ευρώ που θα έπαιρνε ετησίως στην Παρί Σεν Ζερμέν (χώρια τα όσα κονομάει από χορηγούς κτλ), γύρευε και άλλα 36 εκατ. ευρώ από κάτι ρήτρες λέει με την Μπαρτσελόνα και τέτοια. Δεν του αρκούν του παιδιού για να ζήσει… Πήγε στο Παρίσι και δεν σεβάστηκε τον ΤΙΜΙΟ παικταρά Καβάνι, έναν ποδοσφαιριστή που ουδέποτε έχει δώσει δικαιώματα και αποτελεί τον πρώτο σκόρερ στην ιστορία της γαλλικής ομάδας. Την είδε Μεσσίας, έβαλε στο κόλπο και κάποιους συμπαίκτες του, συνεχίζει μέχρι σήμερα να έχει αλαζονική συμπεριφορά.

Καλά να είναι, να έχει πάντα την υγεία του, να ζήσει όσο καλύτερα γίνεται με τα χρήματα που εξασφάλισε από το ταλέντο του, που τόσο απλόχερα του χάρισε η φύση. Αλλά ψέμματα δεν θα πω, δεν θα στεναχωρηθώ καθόλου να τον δω να αποτυγχάνει στη Παρί Σεν Ζερμέν ή οπουδήποτε αλλού παίξει στο μέλλον. Τουλάχιστον όσο συνεχίζει να είναι τόσο προκλητικός, τόσο απέναντι στο άθλημα, όσο και στην κοινωνία.

Τον Αρσέν Βενγκέρ ο Κώστας Τσίλης

Το πράγμα δεν χρειάζεται και ιδιαίτερη σκέψη. Υπάρχουν πολλοί στο ποδοσφαιρικό στερέωμα που δεν τους πας, δεν σου πάνε, δεν τους γουστάρεις βρε αδελφέ. Ποδοσφαιρικά πάντα. Αλλά υπάρχει και ένας που δεν μπορείς πλέον να τον βλέπεις. Σιχαίνεσαι τα πάντα πάνω του. Από το έτσι κι αλλιώς αντιπαθητικό νεροπίστολο που έχει για σήμα στην φόρμα του, μέχρι αυτό το μόνιμο ύφος του «δοκίμασα φασόλια και ήταν άβραστα» που έχει από τον πάγκο.

Και από τη μίρλα του για τα σφυρίγματα (παρόλο που μόνιμα είχε αβάντες όταν τις χρειαζόταν), μέχρι τις δημόσιες τοποθετήσεις του, που ήταν πάντα κάτι μεταξύ του έχω γαλλική υπεροψία και βγάζω γύρα την λατέρνα. Με λίγα λόγια, το κεντρικό νόημα είναι, όχι άλλο Αρσέν Βενγκέρ. Σιχασιά.

Από την άλλη μεριά, όσο ελκυστική και αν είναι η σκηνή αν την κάνεις εικόνα, δεν ακούγεται καθόλου καλό να τον διώξει η Άρσεναλ με τις κλωτσιές. Διότι έχει την γλύκα του να τον ακούς να λέει πριν το ματς με την Τότεναμ πως «αν χάσουμε αυτό το ντέρμπι, δεν θα προλάβουμε ούτε και φέτος το Τσου – Λου» και μετά να χάνει με 1-0, αντί για 5-0. Απόλαυση.

Πως λοιπόν να μην τον αγαπάς, παρόλο που τον μισείς. Κλασική περίπτωση.

Τον Ζέλιμιρ Ομπράντοβιτς ο Αλέξης Βιρβίλης

Δεν αμφισβητεί κανείς ότι ο Ομπράντοβιτς είναι ένας εκ των κορυφαίων προπονητών του παγκόσμιου μπάσκετ. Δεν αμφισβητεί όμως και κανείς ότι πέρα από την τύχη του Γκαστόνε, είχε και μία σειρά διοικήσεις σε Ρεάλ, Παναθηναϊκό και τώρα Φενέρ που στήριζαν τις ομάδες του με… αστρονομικά μπάτζετ!

Το διάστημα της κυριαρχίας του Παναθηναϊκού στην Ελλάδα έγιναν διάφορες “ομορφιές” σε τελικούς πλέι οφ με τον Ολυμπιακό. Δεν είναι μόνο τα περίφημα “non call”. Είναι μία σειρά διαιτητικών αποφάσεων που στέρησαν κάποια πρωταθλήματα από τους Πειραιώτες.

Είναι απόλαυση να τον βλέπεις τώρα στην Φενέρ να γίνεται ακόμα πιο… μελιτζανί η φάτσα του και να διαμαρτύρεται για τη διαιτησία! Είναι απόλαυση να τον ακούς να λέει στις συνεντεύξεις Τύπου μετά από παιχνίδια ότι “χάσαμε από τη διαιτησία”.

Είναι απόλαυση να μην τον ακούς ποτέ να παραδέχεται τα λάθη του και να τα ρίχνει στα… κοράκια! Κι όλα αυτά, ενώ το διάστημα που ο Ολυμπιακός έβγαινε στα κάγκελα για κραυγαλέες φάσεις σε τελικούς με τον Παναθηναϊκό, εκείνος έλεγε ότι “διαθέτουμε τους καλύτερους μπασκετμπολίστες της Ευρώπης και δεν ασχολούμαι με τη διαιτησία”.

Είναι απόλαυση να τον ακούς πρόσφατα ακόμα και μετά από παιχνίδι Παναθηναϊκού – Φενέρμπαχτσε να κάνει λόγο για “διαιτητική σφαγή”!

Είναι απόλαυση να τον βλέπεις να παραπονιέται εώς και τον κουμπάρο του Δημήτρη Ιτούδη στον προ δύο ετών τελικό της Ευρωλίγκας μετά το τέλος του αγώνα ΤΣΣΚΑ Μόσχας – Φενέρ, που βρήκε νικητές τους Ρώσους.

Το επαναλαμβάνουμε ότι είναι από τους κορυφαίους προπονητές στον κόσμο, αλλά δεν τον έχουμε ακούσει και ποτέ να κάνει αυτοκριτική. Συνήθως τα ρίχνει στους παίκτες του και πολύ περισσότερο στους διαιτητές! Πώς το είπαμε; Είναι απόλαυση…

Τον Έρβιν Νγκαμπέτ ο Κώστας Χολίδης

Προβλέποντας ότι σχεδόν όλοι θα επιλέξουν αθλητές από ποδόσφαιρο και μπάσκετ είπα να κάνω τη διαφορά επιλέγοντας έναν από το βόλεϊ. Για τους μη μυημένους να κάνω τις συστάσεις. Ο Έρβιν Νγκαμπέτ είναι ανάμεσα στους καλύτερους αθλητές του κόσμου και σίγουρα ο πιο εντυπωσιακός. Ένας αθλητής τα σωματικά προσόντα του οποίου είναι εντυπωσιακά και του επιτρέπουν να κάνουν πράγματα που κάποιοι δεν μπορούν να φανταστούν, όπως για παράδειγμα τα χτυπήματα με περιστροφή στον αέρα.

Τώρα θα μου πείτε τι έχει αυτός ο άνθρωπος και αγαπάω να τον μισώ; Εύκολο είναι. Πέρα από έναν αθλητή φαινόμενο εντός των γηπέδων πρόκειται και για έναν άκρως προβληματικό χαρακτήρα έξω από αυτά. Έχει δείρει από προπονητή του μέχρι ελεγκτή εισιτηρίων σε τρένο, ενώ ένα από τα πιο πρόσφατα κατορθώματα του ήταν ότι χτύπησε τρεις ανθρώπους οδηγώντας υπό την επήρεια αλκοόλ.

Γενικότερα σιχαίνομαι τους ανθρώπους τους έχουν δοθεί αμέτρητα χαρίσματα και εκείνοι με τον χαρακτήρα τους τα πετούν στα σκουπίδια. Ο συγκεκριμένος δεν το έχει κάνει ακόμα και όλοι πιστεύουν ότι μεγαλώνοντας θα ωριμάσει και θα απασχολεί μόνο για όσα κάνει μέσα στα γήπεδα. Προχτές είχε γενέθλια και έκλεισε τα 27 του και πραγματικά ελπίζω να επιβεβαιωθούν οι αισιόδοξοι αν και δεν ανήκω σε αυτούς.

Τον Ντιέγκο Κόστα ο Νίκος Συριώδης

Αρχικά σκέφτηκα τον… Γιάννη Αντετοκούνμπο, γιατί δυο φορές “εκτέλεσε” με buzzer beater τους αγαπημένους μου, Νιου Γιορκ Νικς και κάνει εναντίον τους τα ματς της ζωής του. Εκείνες τις στιγμές νιώθω το κεφάλι μου να χτυπάει “κόκκινο”. Εντούτοις, μισώ να νικάει με κάθε τρόπο την ομάδα μου, όχι τον ίδιο. Η ζωή του και η πορεία του θα πρέπει να γίνουν ταινία κάποια στιγμή και είναι άξιος θαυμασμού για ό,τι έχει πετύχει ως τώρα και όσα θα πετύχει στο μέλλον.

Ένας παίκτης, λοιπόν, που όχι μόνο δε μου προκαλεί το παραμικρό αίσθημα συμπάθειας, αλλά τον θεωρώ τρομερά αντιπαθητικό, είναι ο Ντιέγκο Κόστα. Το παλικάρι παίζει να αντιπαθεί και τον εαυτό του, δε θα μου έκανε καμία εντύπωση.

Πρόσωπο μονίμως τσαντισμένο, έτοιμος για μανούρα και τσακωμό ανά πάσα ώρα και στιγμή, ύπουλα εκτός φάσης χτυπήματα σε αντιπάλους, προσπάθειες να ξεγελάσει τους διαιτητές, θέλει να πετύχει με κάθε τρόπο, σωστό ή λάθος. Νομίζεις ότι ώρες ώρες κάνει τιτάνια προσπάθεια να τον σιχτιρίζουν όλοι όσοι τον βλέπουν, σα να βάζει στοίχημα με τον ίδιο του τον εαυτό.

Αν το κάνει, μπράβο του, το πετυχαίνει 100%.

Τον Αρσέν Βενγκέρ ο Νίκος Τζαβάρας

Δεν νιώθω μίσος για τον κύριο, κάθε άλλο. Νιώθω σεβασμό για τον προπονητή της Άρσεναλ. Είναι το πρόσωπο που αντιπροσωπεύει την σύγχρονη ιστορία των “Κανονιέρηδων”. Απλώς, αυτό που θέλω να πω είναι πως… με κούρασε. Κούρασε το στυλ του, κούρασαν οι ιδέες που έχει, κούρασε και ο ίδιος. Ως προσωπικότητα κυρίως. Αποτελεί μια τεράστια μονάδα για το παγκόσμιο ποδόσφαιρο, αλλά μονάχα ο ίδιος δεν έχει καταλάβει πως πρέπει κάποια στιγμή να αποχωρήσει. Ή τουλάχιστον να αποκοπεί σταδιακά. Εδώ και χρόνια οι οπαδοί της Άρσεναλ (δεν είμαι ένας από αυτούς ΕΥΤΥΧΩΣ) ζητάνε μία αλλαγή στην ομάδα τους. Κυρίως όμως ζητάνε να φύγει ο Αλσατός τεχνικός. Τα πολλά χρόνια… ξηρασίας στο Λονδίνο έχουν προκαλέσει χοντρή ζημιά στην εικόνα του Βενγκέρ και γυρισμός πλέον δεν υπάρχει.

Θα τον αποκαλούσα… γάγγραινα. Ναι ακριβώς αυτό. Μία “αρρώστια” που δεν αφήνει αυτή την ομάδα να πάει μπροστά. Θα μου πει κάποιος “Ρε φίλε τι λες, έχει προσφέρει τόσα πολλά στην Άρσεναλ, έχει κάνει αυτό και εκείνο και μπλα μπλα μπλα…”. Ναι, ΕΧΕΙ προσφέρει, στο παρελθόν. Πλέον, η παρουσία του στο Εmirates μόνο κακό κάνει. Έχει… μπαγιατέψει και δεν λέει να το καταλάβει. Λύσεις στον ορίζοντα πάρα πολλές, αλλά μάλλον ούτε ο ίδιος θέλει να φύγει από την θέση του, αλλά ούτε και οι “Κανονιέρηδες”, γιατί άμα ήταν θα τον είχαν απομακρύνει προ πολλού…

Έχει φτάσει σε σημείο να θεωρείται δημόσιος υπάλληλος. Πάει, χτυπάει κάρτα και αποχωρεί από το πόστο του, σαν κύριος. Βασικά τι λέω, ακόμα και αυτή την δουλειά να έκανε θα είχε πάρει σύνταξη με βάσει την ηλικία που έχει φτάσει (κοντεύει τα 69). Στην Ελλάδα αν ήσουν, κ. Βενγκέρ. θα είχες τσεπώσει το εφάπαξ και θα άραζες στο εξοχικό σου. Αλλά όχι, εσύ  προτιμάς να κάθεσαι άτιτλος (κάτι Κύπελλα ή Λιγκ Καπ δεν τα υπολογίζω καν) και να χαμηλώνεις κάθε σεζόν. όλο και περισσότερο το επίπεδο της ομάδας. Αφού λοιπόν σου αρέσει να βλέπεις την Άρσεναλ όλο και πιο κάτω στην βαθμολογία, σου εύχομαι να παραμείνεις άλλη μια 20ετία στους πάγκους.

Άντε και καλή League Οne σου εύχομαι.

Τον Ζεράρ Πικέ η Μαρίνα Στρίγγα

Δεν είμαι Ρεάλ, δεν είμαι ούτε Μπαρτσελόνα, υποστηρίζω περισσότερο παίκτες παρά ομάδες. Δεν λατρεύω ούτε τον Μέσι ούτε τον Ρονάλντο ως προσωπικότητες, τους παραδέχομαι όμως ως ποδοσφαιριστές. Αυτός όμως που δεν μπορώ να βλέπω και δεν θα είχα κανένα πρόβλημα αν… εξαφανιζόταν είναι ο Ζεράρ Πικέ. Το βασικό του πρόβλημα είναι ότι ανήκει σε εκείνη την κατηγορία ανθρώπων που προκαλούν. Κι αυτός είναι μόνο ένας από τους λόγους (πέραν των κοινωνικοπολιτικών) που έχει καταφέρει να κάνει ακόμη και τους ίδιους τους Ισπανούς να τον αποδοκιμάζουν σε κάθε εμφάνισή του με την εθνική.

Μοιάζει να χαίρεται περισσότερο με τα στραβοπατήματα και τις αποτυχίες της μισητής αντιπάλου της Μπαρτσελόνα παρά με τις επιτυχίες της ίδιας του της ομάδας και δεν μετανιώνει γι’ αυτό. “Δεν μετανιώνω καθόλου (σ.σ για τις δηλώσεις του κατά της Ρεάλ), θα το έκανα 1.000 φορές ακόμη γιατί έτσι είμαι. Πάντα θέλω να χάνει η Ρεάλ Μαδρίτης”, είχε δηλώσει κάποτε. Σε κάθε ευκαιρία που του παρουσιάζεται, δεν διστάζει να εκδηλώσει τα συναισθήματά του είτε on camera, είτε διαδικτυακά.

Ένα παράδειγμα:

* Το tweet του όταν η Ρεάλ αποκλείστηκε από το κύπελλο Ισπανίας επειδή χρησιμοποίησε τιμωρημένο παίκτη στο ματς με την Κάντιθ

Μία από τις βασικές αρχές στον αθλητισμό είναι και ο σεβασμός στον αντίπαλο. Και απ’ ότι φαίνεται αυτό είναι κάτι που ο Πικέ δεν το έχει διδαχθεί.

Τον Κάρλο Αντσελότι ο Κώστας Μπράτσος

Ο τεχνικός που κάθεται στον πάγκο ομάδων τίτλων από το 1996 με διαλείμματα μόνο μερικών μηνών κι έχει καταφέρει να πανηγυρίσει μόλις τέσσερα πρωταθλήματα σε αυτήν την πορεία 21 ετών, θεωρείται κορυφαίος προπονητής. Ο τεχνικός που παρέλαβε πρωταθλήτρια χειμώνα μία Παρί Σεν Ζερμέν γεμάτη εκατομμύρια και αστέρια και κατάφερε να χάσει τον τίτλο από τη… Μονπελιέ, θεωρείται κορυφαίος προπονητής.

Ο τεχνικός που καθ’ ομολογίαν στην αυτοβιογραφία του δεν κατάλαβε τις αλλαγές του Ράφα Μπενίτεθ στην ανάπαυλα του περίφημου τεχνικού της Πόλης με τα γνωστά αποτελέσματα, θεωρείται κορυφαίος προπονητής. Ο τεχνικός που “έκοψε” τους Τζιανφράνκο Τζόλα, Ρομπέρτο Μπάτζιο και Τιερί Ανρί, επειδή δεν θεωρούσε ότι χωρούσαν στο σύστημά του κι αυτοί έκαναν ανεπανάληπτες χρονιές αμέσως μετά, θεωρείται κορυφαίος προπονητής. Ο τεχνικός που άφηνε τους Σίλβιο Μπερλουσκόνι, Ρόμαν Αμπράμοβιτς ή ακόμα και τους ίδιους τους παίκτες του να αποφασίζουν για το σύστημα, θεωρείται κορυφαίος προπονητής.

Ο τεχνικός που με το αδιανόητο ρόστερ της Μίλαν την προηγούμενη δεκαετία πανηγύρισε μόνο ένα πρωτάθλημα και δύο Champions League (την ώρα που πχ. η Ρεάλ τώρα έχει τρία Champions League σε τέσσερα χρόνια και η Μπαρτσελόνα τρία σε έξι) θεωρείται κορυφαίος προπονητής. Ο τεχνικός του οποίου οι παίκτες στην Μπάγερν μαζεύονταν σε πάρκο του Μονάχου για να εξασκηθούν μόνοι τους στην τακτική γιατί ο ίδιος δεν τους έκανε στις προπονήσεις, θεωρείται κορυφαίος προπονητής. Ο τεχνικός που από την απόλυσή του από τους Βαυαρούς δεν έχει ακουστεί το όνομά του ούτε για μία σοβαρή διασυλλογική δουλειά και φημολογείτο ότι ετοιμάζεται για Κίνα παρότι είναι μόλις 58 ετών θεωρείται κορυφαίος προπονητής. Ο τεχνικός που όταν η ομάδα του βρίσκεται πίσω στο σκορ η πρώτη κίνησή του είναι να αντικαταστήσει δεξί μπακ με δεξί μπακ θεωρείται κορυφαίος προπονητής.

Ο τεχνικός που… Ο τεχνικός που… Ο τεχνικός που…

Τον Ντιόγκο Φιγκέιρας ο Πέτρος Παπαμακάριος

Αγαπάω να μισώ… δύσκολο ερώτημα καθώς δεν μισώ κανέναν από τον αθλητικό χώρο. Γιατί άλλωστε; Δεν μου έχει κάνει κανείς τίποτα όποτε ποιος ο λόγος να τον μισήσω.

Αυτόν που δεν μπορούσα μέχρι πρότινος να βλέπω και χαίρομαι που έφυγε από το ελληνικό πρωτάθλημα είναι ο Ντιόγκο Φιγκέιρας. Ο Πορτογάλος δεξιός μπακ του Ολυμπιακού.

Ένας υπερτιμημένος για μένα ποδοσφαιριστής, όχι κάτι το ιδιαίτερο, που συνέχεια έπαιζε στο όριο του αντιαθλητικού παιχνιδιού και ήταν θαύμα σε όσα ματς δεν είχε αντικρίσει την κόκκινη κάρτα, πόσο μάλλον την κίτρινη.

Με ενοχλούσε επίσης και αυτό το στυλ που είχε, του εγώ είμαι και κανείς άλλος, αυτό το μπλαζέ ότι εγώ τα κάνω όλα τέλεια και είμαι ο καλύτερος ποδοσφαιριστής του κόσμου.

Το χειρότερο στον χαρακτήρα του ότι πάντα έκανε την… κουτσουκέλα και πάντα διαμαρτυρόταν. Δεν τον θυμάμαι μια φορά στα παιχνίδια που τον έχω δει να έχει δεχτεί χωρίς διαμαρτυρία μια κίτρινη η μια κόκκινη κάρτα ακόμα και όταν ήταν λάθος 100-0, πάντα είχε μια δικαιολογία στο στόμα του.

Δεν μπορούσα να τον βλέπω να παίζει και προπάντων να τον βλέπω να διαμαρτύρεται σε κάθε φάση. Με έβγαζε έξω από τα ρούχα μου.

Τον Ρούντι Φερνάντεθ ο Στέλιος Χαρτζουλάκης

Γενικά τρέφω μία αντιπάθεια προς όσους αθλητές προσπαθούν με ύπουλους τρόπους να κερδίσουν σφυρίγματα και να εκμαιεύσουν φάουλ, προς όσους είναι “βρώμικοι”, προς όσους κάνουν ό,τι κάνουν στα μουλωχτά και προς όσους χρησιμοποιούν χίλιους δυο τρόπους μη αθλητικούς. Υπάρχουν αρκετοί τέτοιοι και μάλιστα το ισπανικό μπάσκετ έχει δημιουργήσει σχολή στο είδος. Πρώτος διδάξας ο Χουάν Κάρλος Ναβάρο, ο οποίος όσο μεγαλώνει, τουλάχιστον σοβαρεύει και έχει αφήσει στην άκρη τα καραγκιοζιλίκια. Εκτός των άλλων είναι και σπουδαίος παίκτης, οπότε του τη χαρίζω. Συνακόλουθοί του στην εθνική Ισπανίας τόσα χρόνια ήταν ο Χοσέ Καλδερόν και ο Ρούντι Φερνάντεθ.

Ο πρώτος βρίσκεται πλέον στο NBA και επίσης έχει σταματήσει τα ίδια καμώματα. Αλλά ο Ρούντι είναι στα μέρη μας και κάθε εβδομάδα “απολαμβάνω” το υποκριτικό του ταλέντο, όταν κάθε φορά που ακουμπάει την μπάλα, τινάζεται λες και τον χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα ή λες και έφαγε μπουκέτο από τον Μάικ Τάισον. Εν τω μεταξύ, το trash talking πάει σύννεφο και αν ο αντίπαλος αντιδράσει, τρέχει και κλαίγεται σαν γυναικούλα στους διαιτητές.

Να αγιάσει το χεράκι των δύο φιλάθλων της Ζαλγκίρις που πριν λίγα χρόνια τού έριξαν ένα… μπερντάκι ξύλο.

Τον Φαμπιάν Μπαρτέζ ο Στέφανος Μακρής

Βασικά στην θέση του Φαμπιάν Μπαρτέζ θα μπορούσα να βάλω σχεδόν οποιοδήποτε παίκτη της Εθνικής Γαλλίας από το Euro 2000. ΠΡΟΣΟΧΗ: Όχι της Γαλλίας του 1998, την οποία για κάποιο λόγο – αν και… Ιταλός μέχρι το κόκκαλο στο ποδόσφαιρο – την υποστήριζα και πανηγύρισα όταν κατέκτησε το Μουντιάλ. Απλώς από το Euro 2000 κι έπειτα δεν μπορούσα να βλέπω ΚΑΝΕΝΑΝ Γάλλο ποδοσφαιριστή μπροστά μου και ειδικά τον Φαμπιάν Μπαρτέζ.

Αυτός ο άνθρωπος είχε έναν μοναδικό τρόπο να σου σπάει τα νεύρα. Εριστικός μέχρι αηδίας, υπερτιμημένος (στα μάτια μου τουλάχιστον) και… μπλαζέ. Σε μία Γαλλία που είχε φτιάξει μία άμυνα από… τσιμέντο το 1998 (με Τουράμ, Μπλαν, Ντεσαγί και Λιζαραζού) αυτός ήταν απλώς ο τύπος που του… φιλούσε την καράφλα για γούρι ο Μπλαν. Και επειδή αυτή η καράφλα ήταν τόσο… τυχερή, ταξίδεψε μέχρι το Μάντσεστερ και την Γιουνάιτεντ. Γιατί; Για να κάνει καθυστέρηση όπως και όποτε ήθελε όταν η ομάδα του ήταν μπροστά με ένα γκολ και να κυνηγάει τους αντιπάλους στις καθυστερήσεις όταν η ομάδα του ήταν πίσω στο σκορ στο 90′.

Δεν αμφισβητώ ότι ο Μπαρτέζ ήταν καλός τερματοφύλακας. Ναι, ήταν καλός με την μπάλα στα πόδια, είχε καλά αντανακλαστικά, διάβαζε τις φάσεις και έπαιζε ιδανικά τον ρόλο του τελευταίου αμυντικού σε ομάδα που είχε την κατοχή της μπάλας. Αλλά απλώς δεν μπορούσα να τον βλέπω μπροστά μου. Μου φαινόταν (και ό,τι και να μου πει ό κόσμος) ήταν ψεύτικος και… δήθεν, επιρρεπής στην γκέλα και απλώς ευλογημένος που είχε μπροστά του καλούς αμυντικούς. Ήταν ένας τύπος που μιλούσε περισσότερο από όσο μπορούσε να παίξει, στηρίχθηκε στις εμπνεύσεις του Ζιντάν, τα γκολ του Ανρί και τα τάκλιν του Ντεσαγί για να μπει ανάμεσα στους θρύλους και προσπάθησε (ανεπιτυχώς) να μπει στα παπούτσια του Πίτερ Σμάιχελ στην Γιουνάιτεντ.

Οπότε, λυπάμαι, βασικά στην πραγματικότητα δεν λυπάμαι καθόλου, αλλά δεν μπορούσα να βλέπω τον Μπαρτέζ. Εκτός από όταν έτρωγε γκολ.

Πηγή:Sport24.gr

BET ON ALFA: Παίξε online και πάρε Bonus 100% με την πρώτη κατάθεση μέχρι 100 Ευρώ