Βραζιλία: Οδυρμός- ευτυχία, 44 χρόνια δρόμος

Stoiximan: Παίξε με 100€ bonus, Live Streaming, παιγνίδια με 0% γκανιότα και τα περισσότερα ειδικά στοιχήματα!

Το GWJ ξεσκονίζει τις… στοιχειωμένες και οδυνηρές αναμνήσεις των Βραζιλιάνων στο Παγκόσμιο Κύπελλο του ’50, φτάνοντας μέχρι και την (υπό ιδιαίτερες συνθήκες) κατάκτηση του Μουντιάλ του 1994 στις ΗΠΑ.

Υπάρχει μια συγκεκριμένη ημερομηνία που όσες επιτυχίες κι αν σημειωθούν εκείνη ακριβώς την ημέρα, πάντοτε θ’ αποτελεί επέτειο… τραγωδίας.

Το βραζιλιάνικο ποδόσφαιρο, την 16η Ιουλίου, «πέθανε» και χρειάστηκε μεγάλη προσπάθεια να… αναστηθεί. Ακόμα και τώρα, 67 χρόνια αργότερα, ουδείς θέλει να θυμηθεί τι συνέβη στο Μαρακανά, στον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1960.

«Δεν μιλάει κανείς για εκείνο το παιχνίδι. Είναι σαν… απαγορευμένο θέμα. Κανείς δεν θέλει να το σχολιάσει. Είναι κάτι σαν… κατάρα την οποία κανείς δεν θέλει ν’ αγγίξει»έλεγε Βραζιλιάνος πολίτης σε βίντεο του «Guardian» πριν από μερικά χρόνια με αφορμή τότε την επιστροφή του θεσμού του Μουντιάλ στη Βραζιλία…

Επίσημη καταγραφή κόσμου στο γήπεδο σ’ εκείνο το παιχνίδι, οι 173.850 οπαδοί που σημείωσαν ρεκόρ Γκίνες. Κι όμως, ήταν πολύ περισσότεροι. Ξεπερνούσαν τους 200.000 ανθρώπους οι παρόντες στις εξέδρες του «Μαρακανά», αφού αρκετοί είχαν εισέλθει παράνομα απλά και μόνο για να πανηγυρίσουν τη μεγάλη επιτυχία της εθνικής ομάδας ποδοσφαίρου της Βραζιλίας. Τόσο σίγουροι ήταν όλοι.

Δεν μπορούσε να χωρέσει το μυαλό τους πιθανό άσχημο σενάριο στο παιχνίδι με την Ουρουγουάη. Οι εφημερίδες, την ημέρα του αγώνα, κυκλοφορούσαν έχοντας ήδη στέψει Παγκόσμιους Κυπελλούχους τους Βραζιλιάνους.

Το συνολικό 13-2 στα δύο πρώτα παιχνίδια με τις Σουηδία και Ισπανία, είχαν κάνει όλο το βραζιλιάνικο έθνος να πιστέψει ότι τίποτα δεν μπορούσε να σταματήσει την ομάδα τους από την πορεία προς την κορυφή του κόσμου.

Ακόμα και ο Ζιλ Ριμέ, ως πρόεδρος της FIFA, την ώρα που παρέδωσε το τρόπαιο στους κατακτητές, δεν είχε να πει τίποτα γιατί… είχε ετοιμάσει αποθεωτικό λόγο για τους Βραζιλιάνους κι όχι για μια τέτοια πιθανή τεράστια έκπληξη.

Ο Φριάσα με την έναρξη του δευτέρου ημιχρόνου στον τελικό της 16ης Ιουλίου του 1950 έβαλε μπροστά τη «σελεσάο» και το γκολ αυτό έμοιαζε με… έναυσμα για πανηγυρισμούς και απονομή στους δίκαιους νικητές. Αμ δε…

Η Ουρουγουάη, στο 66′ ισοφάρισε με τον Σιαφίνο και ακόμα κι έτσι, η Βραζιλία θα τερμάτιζε πρώτη στον όμιλο και πάλι θ’ ακολουθούσε μια μεγάλη γιορτή στο Ρίο και σε ολόκληρη τη χώρα. Κόντρα στο γενικότερο κλίμα που είχε διαμορφωθεί στο «Μαρακανά», ο Αλσίδες Τζίτζια σκόραρε στο 79′, έγραψε το 2-1 ολοκληρώνοντας την ανατροπή και έβλεπε περίπου 200.000 «νεκρούς» στις εξέδρες.

«Τρεις άνθρωποι έχουν προκαλέσει τέτοια σιγή σε αυτό το γήπεδο. Ο Φρανκ Σινάτρα, ο Πάπας κι εγώ…» είχε αναφέρει ο σκόρερ του δεύτερου τέρματος της «σελέστε».

Ακόμα και ο Πελέ, που τότε ήταν ακόμα πιτσιρικάς, είδε τον πατέρα του να κλαίει με λυγμούς καθώς άκουγε τον τελικό του 1950 από το ραδιόφωνο. «Θα πάρω εγώ το Μουντιάλ κάποια στιγμή για να μη σε ξαναδώ να κλαις» του είχε πει και πράγματι το έκανε οχτώ χρόνια μετά από εκείνο το… καταραμένο, για τους Βραζιλιάνους, έτους που χάθηκε το Παγκόσμιο Κύπελλο.

Ο Μπαρμπόζα, τότε πορτιέρο των διοργανωτών, είχε… βιώσει τον πρώτο του θάνατο, προτού «φύγει» το 2000.

Υπάρχουν αναφορές για απώλειες ζωών μετά από εκείνον τον τελικό. Ένας οπαδός λέγεται ότι αυτοκτόνησε μη μπορώντας ν’ αντέξει το… κακό που είχε βρει τη χώρα του με την ήττα από τους Ουρουγουανούς, ενώ, άλλοι τρεις φημολογείται ότι υπέστησαν καρδιακή προσβολή στο γήπεδο και «έσβησαν» με αυτή την εφιαλτική ανάμνηση του «θανάτου» της Βραζιλίας.

Ο τότε Δήμαρχος του Ρίο, Άντζελο Μέντες ντε Μοράες είχε δεχθεί χτυπήματα από οπαδούς έξω από το «Μαρακανά» και μάλιστα, ο τότε ομοσπονδιακός προπονητής, Φλάβιο Κόστα, αποχώρησε από το γήπεδο έχοντας… μεταμφιεστεί για να μη γίνει αντιληπτός!

Οι λευκές εμφανίσεις εκείνου του παιχνιδιού, δεν φορέθηκαν ποτέ ξανά. Αντικαταστάθηκαν με φανέλες που είχαν το κίτρινο και το πράσινο χρώμα, όπως τις ξέρουμε σήμερα.

Το «Maracanazo» μπορεί να είναι… θαμμένο στα κιτάπια της ιστορίας, όμως κάθε φορά που ξεπροβάλλει για την συγκεκριμένη ημερομηνία, «πονάει» το ίδιο τους Βραζιλιάνους.

Όσα χρόνια κι αν περάσουν. Είναι χαρακτηριστικό πως αναζητώντας πληροφορίες για εκείνη την… τραγωδία, υπάρχουν συσχετισμοί με την τρομοκρατική επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου για τους Αμερικανούς και τη Χιροσίμα. Τέτοιας σημασίας ήταν η «καταστροφή».

Η αναφορά στο report του παιχνιδιού, από την «O Mundo Sportivo» την επόμενη μέρα, ήταν χαρακτηριστικότατη: «Δράμα, τραγωδία, φάρσα». Τρεις λέξεις αποτύπωσαν το νόημα του αγώνα της 16ης Ιουλίου του 1950…

Κάθε που βραδιάζει όταν το ημερολόγιο δείχνει 16/7, οι Βραζιλιάνοι έχουν να θυμούνται πως όταν ο Ιούνης έδειχνε 17, πήραν το τέταρτο Παγκόσμιο Κύπελλο της ιστορίας τους, στα γήπεδα των ΗΠΑ.

Ήταν η διοργάνωση στην οποία βρέθηκε για πρώτη φορά ως μέλος της «σελεσάο» ο Ρονάλντο, έχοντας κληθεί στην αποστολή στην ηλικία των 17 ετών, όμως δεν αγωνίστηκε ούτε λεπτό στην πορεία της εθνικής ομάδας της Βραζιλίας μέχρι και τον νικηφόρο τελικό απέναντι στους Ιταλούς.

«Ήταν ένα σύνολο που είχε δουλέψει τόσο πολύ και τόσο καλά στην κίνηση δίχως τη μπάλα που όμοιό του δεν είχα ξαναδεί και δεν μπορώ να σκεφτώ κάποια άλλη ομάδα που να το έκανε έτσι» είχε δηλώσει ο άλλοτε κόουτς των κατακτητών του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1994, Κάρλος Αλμπέρτο Παρέιρα.

«Ήταν από τις πιο οργανωμένες ομάδες της Βραζιλίας που είχα δει ποτέ. Οι φουλ μπακ προωθούνταν συνεχώς, οι Μπεμπέτο και Ρομάριο ήταν καθοριστικοί και έπαιρναν παιχνίδια μόνοι τους…

Όλοι γνώριζαν που να κινηθούν στο χώρο δίχως τη μπάλα» ανέφερε ο Παρέιρα, που είχε χαρακτηριστεί απ’ όλους ως δουλευταράς, καλά προετοιμασμένος για κάθε συνθήκη που μπορούσε να διαμορφωθεί κατά τη διάρκεια των αναμετρήσεων, μεθοδικός και… συντηρητικός.

Η πίεση που είχε ασκηθεί στους Βραζιλιάνους ήταν γι’ ακόμα μια φορά πολύ μεγάλη, δεδομένου του αποκλεισμού από την Αργεντινή τέσσερα χρόνια νωρίτερα, στη διοργάνωση της Ιταλίας.

Η προσπάθεια για την επίδοση ρεκόρ εκείνης της εποχής με τα τέσσερα Μουντιάλ, συνοδεύτηκε από αρνητική κριτική και… ευρωπαϊκές συγκρίσεις, από τη στιγμή που η εθνική ομάδα δεν ήταν εκείνη που είχε αντικρίσει ο κόσμος το ’58, το ’62 και το ’70. Δεν ήταν οι… βασιλιάδες του ποδοσφαίρου. Δεν ήταν τόσο επιθετικό το στυλ της «σελεσάο» στα γήπεδα των ΗΠΑ. Ήταν κάτι διαφορετικό, αλλά κάτι που οδήγησε τον Ντούνγκα στην ειδική εξέδρα του «Rose Bowl» της Pasadena για να πάρει το τρόπαιο στα χέρια του και να γιορτάσει για την κατάκτηση του κόσμου.

Η επιτυχία έκανε τον κόσμο να ξεχάσει όσα ισχυριζόταν από τα προκριματικά, κιόλας, εκείνου του Μουντιάλ, περί αμυντικού και βαρετού ποδοσφαίρου. Ο κόσμος ξαναβγήκε στους δρόμους για να πανηγυρίσει έπειτα από 24 χρόνια «ξηρασίας», ο Παρέιρα και οι διεθνείς ποδοσφαιριστές του έτυχαν υποδοχής ηρώων πίσω στο Ρίο.

Ακόμα κι ο Γιόχαν Κρόιφ είχε γράψει κάποτε πως: «Το μυστικό στο ποδόσφαιρο είναι να έχεις τον έλεγχο της μπάλας και να ψάχνεις το γκολ. Ακόμα και η Βραζιλία σ’ εκείνο το Μουντιάλ του ’94 μπορούσε να παίξει πιο επιθετικά και πιο όμορφα, όμως υπάρχουν στιγμές που το θέαμα θυσιάζεται. Κι αυτό έκανε η Βραζιλία…».

Στον τελικό, λοιπόν, της 17ης Ιουλίου του 1994, σημειώθηκε για πρώτη φορά 0-0 τόσο στην κανονική διάρκεια της αναμέτρησης, όσο και στο εξτρά ημίωρο της παράτασης για να οδηγηθούν οι δύο φιναλίστ στη διαδικασία των πέναλτι.

Εκεί, όπου ο Ρομπέρτο Μπάτζιο στέλνει τη μπάλα ψηλά και αποδεικνύεται μοιραίος για τη «σκουάντρα ατζούρα», με τη Βραζιλία να επιστρέφει στην κορυφή…


Πηγή:Gazzetta.gr

ΒΕΤ ΟΝ ALFA : Παίξε τώρα και ONLINE με 100% Bonus κατάθεσης μέχρι €100 Ευρώ